Ήταν μια έρημη ακτή
σε μία γκρίζα χώρα
και ένας γλάρος σκυθρωπός
κάθε στιγμή και ώρα

Είχε ένα όνειρο ακριβό
στον ήλιο να αρμενίσει
μα ήταν γιος της θάλασσας
και πώς να την αφήσει

Τα βράδια δεν ησύχαζε
και όσο κι αν πονούσε
ξεκίνησε μια αυγή να βρει
το φως που τον καλούσε

Μα το ταξίδι ήταν μακρύ
βαρύναν τα φτερά του
λιγόστεψε η ανάσα του
δεν άντεξε η καρδιά του

Η μάνα του η θάλασσα
μέρεψε τα νερά της
μ’ ένα φιλί τον έκλεισε
μέσα στην αγκαλιά της

Τον ήλιο έκρυψε ο ουρανός
πίσω απ’ τα σύννεφά του
το άψυχο σώμα έπλυνε
με τα άγια δάκρυά του