Εκ θλίψεως διακατέχονται
άπαντες οι θαμώνες
οπού ετέλεψαν νωρίς
τα θέρη σου, οι χειμώνες

Εν μια νυκτί απεφάσισες
πως πλέον δεν αξίζει
να ζείς στην άθλιαν ζωήν
οπού σε βασανίζει

Μίαν πρωίαν η σορός
μονάχη εξεβράσθη
ως μοναχή επέζησεν
μονάχη, ως επλάσθη

Κλαίγουν, ρωτούν και απορούν
πως τέτοιο σώμα εχάθη
με τόσην ρώμην, ομορφιάν
στης θάλασσας τα βάθη

ουδείς αναλογίζεται
το τέλος το εδικό του
το ποιός θα κλάψει γοερώς
επάνω απ΄ την σορό του

Μονάχοι, αποχωρήσαντες
προς νέαν τραγωδίαν
την ανθρωπιάν υμνήσαντες
αέναος κωμωδίαν…