Η ιστορία του Άλλα- μου- λες- άλλα- καταλαβαίνω

Η πόλη στην οποία μεγάλωσα και που τώρα πια, μετά από τον Μεγάλο Σεισμό, έχει σβηστεί από τον χάρτη, είχε να αναδείξει πολλά ωραία κτίρια. Ο πύργος με το Ρολόι ήταν ένα από αυτά. Μαζευόμασταν εκεί οικογενειακώς και χαζεύαμε τους χρυσούς του δείκτες. Το Παλαιό Δημαρχείο ήταν ένα άλλο. Στο πλάι του, δίπλα από τις φοινικιές, συναντιόμουν με την πρώτη μου κοπέλα. Το ομορφότερο όμως από όλα ήταν το Κόκκινο Σχολείο ή Σχολείο της Κόκκινης Πεταλούδας, διώροφο και εντυπωσιακό. Εκεί έμαθα τα πρώτα μου γράμματα- εκεί γνώρισα και τον Άλλα- μου- λες- άλλα- καταλαβαίνω. Αυτό βέβαια ήταν το παρατσούκλι του. Κι εμείς, για συντομία, τον είχαμε βαφτίσει Αλάλ.
Ο Αλάλ δεν ήταν σαν και εμάς τους υπόλοιπους. Ήταν κοντύτερος ,λιγότερο όμορφος, πιο χοντρός και μαύρος. Φορούσε επίσης πράσινα γυαλιά και μιλούσε πολύ μα πολύ αργά. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Αλάλ , όμως, ήταν η αδυναμία του να συνεννοηθεί με άνθρωπο. Η αδυναμία αυτή δεν ήταν ολοκληρωτική ,έκανε όμως την ζημιά της στον συμμαθητή μας και, εμάς, μας κούραζε όσο και μας διασκέδαζε.
Από πού είχε έρθει ο Αλάλ ,κανείς δεν το ήξερε. Είχε εμφανιστεί μία μέρα με βροχή στις πύλες του σχολείου με ένα τετράδιο στο ένα χέρι και το βιβλίο της δευτέρας δημοτικού στο άλλο. Οι δάσκαλοι τον λυπήθηκαν φαίνεται, του έδωσαν στολή και στέγη στην αποθήκη του σχολείου και τον έγραψαν στην ίδια τάξη με μας. Αυτός ,αντί για ευχαριστώ ,είπε την λέξη «σαρδανάπαλος» και δέχτηκε στην πράξη όλες τους τις προσφορές.
«Κλώτσα την μπάλα, Αλάλ!», του λέγαμε όταν παίζαμε ποδόσφαιρο στα διαλείμματα των μαθημάτων. «Γιατί να ταΐσω το σκυλί; Δεν έχει φάει;», μας απαντούσε. Ο δάσκαλος τον σήκωνε για μάθημα και τον ρωτούσε. «Ποια είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας, Αλάλ;». «Εσύ δεν ξέρεις , γι αυτό με ρωτάς, ε;», απαντούσε. «Δεν έχεις διαβάσει Αλάλ;», τον ρωτούσαμε στο αυτί. « Παρίσι- τυρί» απαντούσε.
Αυτό το βιολί συνεχίστηκε επί τέσσερα χρόνια. Όταν πια φτάσαμε στην έκτη του δημοτικού, είχε έρθει ο καιρός να διαβάσουμε- ήταν αυτό σύμφωνο με την ύλη του μαθήματος- τους Μακαρισμούς. Θα εξεταζόμασταν στο κεφάλαιο αυτό και, την ημέρα της παράδοσης, είχαμε όλοι γουρλωμένα τα μάτια και τεντωμένα τα αυτιά. Το ίδιο έκανε και ο Αλάλ.
Ο δάσκαλος πήρε στα χέρια του ένα παλιό ευαγγέλιο και άρχισε να διαβάζει τις θείες εξαγγελίες και επαγγελίες. Παράλληλα, συνόδευε την ανάγνωση αυτή με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες. Οι περισσότεροι από εμάς δεν καλοκαταλάβαιναν βέβαια. Φτάσαμε και στον Μακαρισμό που έλεγε για τους πτωχούς τω πνεύματι. Την ώρα που είχαμε αρχίσει να δυσανασχετούμε, μία καθαρή και σταθερή φωνή ακούστηκε από το πίσω μέρος της αίθουσας. Ήταν ο Αλάλ. «Μπορώ να πάρω τον λόγο;», είπε και όλοι τον κοιτάξαμε έκπληκτοι. Ο δάσκαλος περισσότερο από όλους. Έδειχνε να μιλάει επιτέλους με νόημα. Ο δάσκαλος έγνεψε διστακτικά. «Δεν θα σας κουράσω», συνέχισε ο Αλάλ. Ανατριχιάσαμε όλοι. Τα λόγια του ήταν πάνω- κάτω αυτά:
« Έχουν κατά καιρούς λεχθεί πολλά για τους πτωχούς τω πνεύματι και η επικρατέστερη ίσως θεωρία είναι αυτή που τους παρουσιάζει ως τους ανθρώπους του λαού, εκείνους που δεν στολίζουν την σκέψη τους με φτιασίδια και στολίδια. Αυτά τουλάχιστον μου υπαγορεύουν τα διαβάσματά μου. Εδώ όμως βρίσκομαι για να σας κάνω κοινωνούς μίας άλλης εκδοχής. Τι θα συνέβαινε στο νου σας αν σας έλεγα ότι οι πτωχοί τω πνεύματι είναι αυτοί που, για κάποιο λόγο όπως εγώ, που δεν είναι του παρόντος να αναφέρω, δεν έχουν την δυνατότητα να μιλήσουν , να επικοινωνήσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα τους όπως όλοι εσείς; Δώστε απλά μίαν ευκαιρία στην εκδοχή αυτή.».
Με το που τελείωσε τον λόγο του, έριξα μία τρομαγμένη ματιά στην τάξη γύρω μου. Όλοι είχανε μείνει με ανοιχτό το στόμα. Κάποιοι κλαίγανε από τον φόβο τους και κάποιοι άλλοι από συγκίνηση. Ο δάσκαλος είχε μείνει εμβρόντητος και κάτι ψέλλιζε. Ο κακομοίρης Αλάλ είχε βάλει σε όλους μας τα γυαλιά. Ωστόσο, από εκείνη την ημέρα και μετά ο Αλάλ ξαναβυθίστηκε στην γνώριμη ασυνεννοησία του και, από όσο ξέρω, δεν ξαναμίλησε ποτέ όπως είχε μιλήσει στην παρουσίαση των Μακαρισμών. Πάλι «σαρδανάπαλος», «Παρίσι- τυρί» και ούτω καθεξής.
Τα χρόνια πέρασαν, ήρθε ο σεισμός, γκρέμισε τον πύργο, το δημαρχείο και το σχολείο. Μετά, εμείς φύγαμε από την ερειπωμένη πόλη και μία μέρα , ενήλικες πια μάθαμε για τον περίεργο Άλλα- μου- λες- άλλα- καταλαβαίνω ότι είχε σκοτωθεί σε έναν κεντρικό δρόμο της πρωτεύουσας. Σκεπτικός καθώς περπατούσε και μονολογώντας, έπεσε στις ρόδες ενός περαστικού αυτοκινήτου. Οι περαστικοί είχαν προσπαθήσει να τον ειδοποιήσουν αλλά αυτός δεν κατάλαβε τα λόγια τους- ή δεν άκουσε τις φωνές τους.
Η εποχή αυτή έσβησε καιρό πριν αφήνοντας με ορφανό. Θυμάμαι πια όλα αυτά και αναρωτιέμαι για το νόημά τους. Το νόημα της πόλης, των παιδικών χρόνων μου και της φυγής. Αλλά και όλης μου της ζωής. Κάθε μέρα και καθώς πλησιάζω στα στερνά μου, οι ερωτήσεις και τα κενά πληθαίνουν. Ίσως, αν ο περίεργος Αλάλ ήταν εδώ, να μου εξηγούσε όλα χαρτί και καλαμάρι. Κάτι μου λέει ότι ο πτωχός αυτός τω πνεύματι θα είχε και είχε, ανέκαθεν, τις απαντήσεις. Κάτι άλλο όμως μου λέει ότι ο Άλλα- μου- λες-άλλα- καταλαβαίνω με κοιτάει με κατανόηση από ψηλά, παρέα με τον Θεό.

Advertisements

Κάνε το σχόλιό σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s