Ελεύθερος συνεργάτης

Προσπαθούσε αγουροξυπνημένος να δέσει τη γραβάτα. Τόσο καιρό στην εταιρεία και δεν είχε μάθει ακόμη. Έτσι γίνεται όταν μισείς αυτό που κάνεις. Δούλευε σαν ελεύθερος συνεργάτης σε μια μεγάλη εκδοτική εταιρεία. Γύριζε τις γειτονιές της Αθήνας με έναν χαρτοφύλακα στο χέρι και ένα ψεύτικο χαμόγελο στα χείλη και προσπαθούσε να πουλήσει εγκυκλοπαίδειες και ιατρικούς οδηγούς.

Εκείνη τη μέρα δεν είχε πουλήσει τίποτα. Μάλλον δεν έπειθε πια. Πλησίαζε μεσημέρι. Στάθηκε μπροστά στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Ένας ένοικος βγήκε βιαστικά και άφησε την πόρτα να κλείσει αργά πίσω του. Εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και μπήκε μέσα. Ανέβηκε τα σκαλιά και έφτασε στο ισόγειο. Χτύπησε ένα κουδούνι τυχαία.

-Καλημέρα σας, ψέλλισε ξεψυχισμένα

Ξαφνικά η γλώσσα του δέθηκε κόμπος, ούτε ο ίδιος ήξερε γιατί. Ίσως γιατί ο άνθρωπος που αντίκρισε δεν τον αντιμετώπισε με την καχυποψία που είχε συνηθίσει. Ίσως γιατί το βλέμμα του έδειχνε ότι είχε πολλές μέρες να μιλήσει με άνθρωπο. Ίσως γιατί του θύμισε τον εαυτό του.

-Πέρνα μέσα, απάντησε κάνοντάς του χώρο να περάσει.

-Μήπως ενοχλώ; Μήπως σας διακόπτω απ’ το φαγητό; ρώτησε διστακτικά.

-Δεν πειράζει τόσα χρόνια μόνος μου τρώω, απάντησε με παράπονο σαν να μιλούσε σε κάποιο παλιό του φίλο που τον έχει ξεχάσει.

Του έβαλε σ’ ένα πιάτο μια μερίδα απ’ το λιτό του γεύμα. Πήρε ένα ποτήρι και το γέμισε με κρασί.

-Ένα… Να πάνε τα φαρμάκια κάτω, είπε σχεδόν παρακλητικά προσπαθώντας να κάμψει τις αντιρρήσεις που διέκρινε στα μάτια του.

Όταν πίνεις μόνος σου είναι φορές που το κρασί σε πικραίνει σαν δηλητήριο. Αποφάσισε να μην του χαλάσει το χατίρι. Το βλέμμα του σταμάτησε στη φωτογραφία μιας γυναίκας.

-Η συχωρεμένη η γυναίκα μου, είπε διαβάζοντας τη σκέψη του.

Συνέχισαν να τρώνε αμίλητοι. Είχαν ξεσυνηθίσει να μιλάνε. Μόνο όταν συναντιόνταν τα βλέμματά τους έρχονταν στα χείλη τους κάτι κοινότοπες κουβέντες, απ’ αυτές που λένε οι άνθρωποι όταν δεν έχουν να πουν κάτι σημαντικό.

-Αν επιτρέπεται πότε…; ρώτησε ξαφνικά για να σπάσει τη σιωπή και ασυναίσθητα έσφιξε τα χείλη σαν να το μετάνιωσε.

-Πριν δεκαπέντε χρόνια. Ιατρικό λάθος, απάντησε χαμηλόφωνα με φωνή φορτωμένη απ’ τον πόνο της απουσίας.

Η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να επιστρέψει στη δουλειά του. Τον συνόδευσε μέχρι την πόρτα.

-Αν σε ξαναφέρει ο δρόμος σου προς τα ‘δω μη διστάσεις, είπε αποχαιρετώντας τον.

Χαμογέλασε αχνά και κόλλησε το δάχτυλό του στο κουδούνι του διπλανού διαμερίσματος.

Advertisements

Κάνε το σχόλιό σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s