All time loser blues

Πέρα από την θάλασσα των λυγμών
Και ύστερα από την αυλή του παράξενου γίγαντα
Κάθεται πάνω σε μια πέτρα ο αιώνιος χαμένος
Και σκέφτεται γιατί να χάσει μια ζωή
Και να τον κυνηγούν οι γλάροι
Του ηλιοβασιλέματος των ανθρώπων
Καθώς πυκνό απλώνεται το σκοτάδι
Των αδυσώπητων των μακρινών των τόπων
Που αυτός έχει γνωρίσει μόνο με την φαντασία
Πώς να το κάνεις, η ζωή αυτή δεν είναι αστεία
Σκέφτεται και ονειροπολεί ο αιώνιος χαμένος
Και πώς αδημονεί στην δύση να φτάσει
Και τις παλιές του τις στραβές να τις ξεχάσει
Τότε σαν έρθει ο λυτρωμός που βάζει τέρμα
Στης κόλασης αυτής της επίγειας το γεύμα
Και σαν η Πέμπτη του Μπετόβεν ακουστεί
Θα έχει στήσει αυτός αυτί
Μήπως τυχόν αφουγκραστεί
Της ζήσης της πραγματικής το άτι
Που υψώνει το κεφάλι των κοινών θνητών
Πέρα από την σκεπή των ουρανών
Και μέσα στο κατώφλι του Θεού
Μα, μου είπες, μην κοιτάς αλλού
Εδώ είναι η πορεία και ας σε σέρνει με λαγνεία
Στων θαλασσών το βάθος η παλαιότερη σου ανοησία
Και το πλήθος από τις φωνές των άλλων
Των τόσο δα μικρών και των παντοτινά μεγάλων.
Σαν ο αιώνιος χαμένος ακουστεί να αλαλάζει
Πώς τίποτα πια δεν μπορεί να αλλάξει
Μπορεί κι αυτός να βρει μια θέση στο ηλιόφως
Που χλευάζει τα μελαγχολικά τα απογεύματα της νιότης
Κι αυτός, σαν άλλος μυθικός ιππότης
Θα το μπορέσει να διαβεί, ναι, και λοιπόν και επειδή
Την λίμνη την Αχερουσία των ψυχών
Και το απρόσμενο εκείνο το γαμήσι που έχει η κόρη επιθυμήσει
Θα του σκεπάζει με σπέρμα το πέος
Και, βέβαια, θα μπορεί βεβαίως
Μες μία οικογένεια σωστή
Απάνω στου βοριά την κουπαστή
Και στων αγγέλων την ανατολή
Να πει πώς τώρα και αυτός μπορεί
Τον ήλιο με την δράση του
Να τον ζαλίσει.
Μπορεί να πόνεσε πολύ
Και να του λείπει ένα πρόχειρο γιατί
«Γιατί, άραγε, να έχει έτσι μέχρι τώρα ζήσει
και να μην έχει πια που ν’ ακουμπήσει;»
Μα των ανθρώπων το γιατί
Όταν στην άκρη πια θα μπει
Αφήνει στον ένα και μοναδικό θνητό
Το περιθώριο να δημιουργήσει
Και αυτόν τον θάνατο τον πολυθρύλητο και δοξαστό
Να τον γαμήσει, με μία στύση που κατά πολύ περνά
Το όριο του πουθενά
Που έχει ο Διάβολος ορίσει
Ως τυραννία των κακόμοιρων των εκπεσόντων
Και ως το όριο του λάθους του ανθρώπινου
Που ξέρει πώς να λησμονεί
Της αρετής τον δρόμο
Και το γιαπί που ο Παντοκράτορας για σπίτι
Με τα δάκρυά του έχει σαν επίγεια κληρονομιά αφήσει
«Αν συγχωρέσεις τα σφάλματα τα πρωτινά,
ο εαυτός τον εαυτό σου θα τον απελάσει
από εκείνο το αδίκημα που πάλι και ξανά
τον νου σου τον φτωχό τον τυραννά»
Κράζει κατάτι πιο αρμονικά
Μία φωνή όπου ο αιώνιος χαμένος
Θα μπορέσει, σαν σε αποκούμπι
Να ακουμπήσει.

Advertisements

Κάνε το σχόλιό σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s