Εκδίκηση Θανάτου …

«Τρελή!!!» … μια κραυγή της ξέσκισε τα σωθικά. Κοίταξε γύρω της σαν χαμένη. Παντού σκοτάδι … όλα μαύρα … πνιγόταν!

Χωρίς να βλέπει μπροστά της όρμησε προς την πόρτα, παραπατώντας πάνω σε σπασμένα και πεταμένα έπιπλα. Ξαφνικά, σαν να χάθηκε ο κόσμος από γύρω της. «Μα πού είμαι;;;»

Άνοιξε την πόρτα και όρμησε έξω. Παγωνιά! Άρχισε να τρέχει και ο λυσσασμένος αέρας της άρπαζε τα μαλλιά και τα τραβούσε με δύναμη, σαν να ήθελα να τα ξεριζώσει. Έμπαινε στα ξεσκισμένα ρούχα της …την πάγωνε, την πέθαινε…

«Φύγε!» Δε σκεφτόταν. Μόνο άκουγε την κραυγή μέσα της. Δεν άντεχε. Ήθελε να σταματήσει, να σωριάσει το μαυρισμένο κορμί της στην αιχμηρή άσφαλτο, να κυλιστεί μέσα στη φωτιά του έρημου δρόμου που σαν στοιχειό άνοιγε τις φτερούγες του και απειλούσε να την αρπάξει… Μια ατελείωτη στριγκλιά έβγαινε απ’ το στήθος της… και ήθελε να μείνει εκεί, να πεθάνει μαζί του… Όμως όχι! Έτρεχε! Έτρεχε συνέχεια με ορμή, σχεδόν με λύσσα!!! «Τι έκανες τρελή;;;»

Αυτή η κραυγή, γεμάτη απόγνωση και απελπισία την μάτωνε, την ξέσκιζε. Πώς να το αντέξει; Πού να πάει; Τι να κάνει; Θα παρέλυε… Όμως όχι!!! Τα μάτια της πέταγαν φωτιές. Έτρεχε και ο αέρας έμπαινε μέσα στα κουρελιασμένα ρούχα της και της πάγωνε τα τρύπια της μέλη. Έκαιγε μέσα της… «Όχι!!!» Έτρεχε και μες στο σκοτάδι τα πυρωμένα μάτια της έψαχναν απεγνωσμένα κάτι να αγκιστρωθεί πάνω του… χανόταν…

«Πώς το έκανα; Τι συνέβη; Φταίω…» ‘Έτρεχε… «Εκείνος στεκόταν εκεί… πλησίασε… με ήθελε…» Έτρεχε… «Εγώ όχι!!!» Ένα αδυσώπητο κύμα οργής ξέσπασε μέσα της. «Πώς μπόρεσε να μ΄ αγγίξει;;;» Πύρινη λαίλαπα ξεπήδησε από τα σωθικά της, ανέβηκε στο λαιμό και ξεβράστηκε από το στόμα της, απ΄ τα ρουθούνια… «Πώς μπόρεσε να με πληγώσει έτσι;»

Μπροστά της είδε σκαλιά. Τα ανέβηκε δίχως να ξέρει το γιατί. Κάτι την τραβούσε προς τα εκεί. Η κραυγή μέσα της είχε κοπάσει, σχεδόν δεν ακουγόταν πια… έγινε γρόθος… μούγκριζε με παράπονο, με πόνο, με αίμα. Γράπωσε με τα χέρια της την κουπαστή της γέφυρας, έγειρε μπροστά και έκλεισε με δύναμη τα μάτια της, μέχρι που πόνεσε.

Άδειασε η ψυχή της. Πέρασαν από μπρος της όλα όσα συνέβησαν μία ώρα πριν. Πώς είχε μπει σπίτι, πώς της μίλησε… το φως έκανε το βλέμμα του να μοιάζει απόκοσμο… Είχε τρομάξει τόσο πολύ και σχεδόν παράλυτη από φόβο ένιωσε τα δυνατά του μπράτσα να την παρασύρουν. Την έσπρωξε με βία και την πέταξε στο πάτωμα.

Στην αρχή δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν. Δεν ήθελε. Νόμιζε πως έβλεπε εφιάλτη, πως σε λίγο θα ξυπνούσε και όλα αυτά θα έσβηναν και θα γίνονταν σκόνη, καθώς θα τα παρέσυρε ο οικείος άνεμος της πραγματικότητας.

Όμως όχι! Αυτός ο εφιάλτης ήταν η αλήθεια και εκείνος βρισκόταν εκεί, πάνω στα ματωμένα μέλη της. Ήταν μεγαλόσωμος άνδρας, δυνατός. Το βάρος του κορμιού του της έκοβε την ανάσα. Δεν άντεχε! Πάλευε μαζί του, ούρλιαζε από τρόμο και από λύσσα. Δε γίνεται να παραδοθείς εκεί που δε θέλεις, ακόμα και όταν όλα απαιτούν μια τέτοια «θυσία». Εκείνος τη χτυπούσε με όλη του τη δύναμη… πώς να παραδεχτεί τη δύναμη της ψυχής της;…

Ξαφνικά την άρπαξε απ΄ τα μαλλιά και την πέταξε με ορμή, μη κοιτώντας που. Σωριάστηκε επάνω στο γραφείο. Τα ματωμένα της μάτια με δυσκολία διέκριναν τη λεπίδα να γυαλίζει στο φως του φεγγαριού που έμπαινε από το μισάνοιχτο παράθυρο, δίνοντάς της μια άλλη διάσταση, σχεδόν μαγική. Σκίρτησε η καρδιά της… Την ένιωσε καυτή στην χούφτα της, την έσφιξε με δύναμη, γύρισε και…

«Όχι!!!» Άνοιξε τα παραμορφωμένα μάτια της. Πού βρισκόταν; …ναι…εκεί, στην κουπαστή της γέφυρας. Κοίταξε κάτω. «Είναι τόσο ψηλά!» Η ήρεμη φωνή μέσα της την συντάραξε… τόση ήταν και η έκπληξη στα μάτια του όταν τα αντίκρισε για τελευταία φορά… «Ναι, δεν το περίμενε…»

Πλησίαζε το ξημέρωμα και την αγκάλιασε σφιχτά το βάρβαρο χέρι του τρόμου. Τι θα γινόταν το πρωί; Στο φως της ημέρας όλα θα φαίνονταν ξεκάθαρα. Τα σπασμένα έπιπλα, η κατακόκκινη λεπίδα, η μπόχα απ’ το ξεψυχισμένο κουφάρι…

Οι Ερινύες την κυρίευσαν, στριγκλίζοντας  με τιτάνια δύναμη γεμάτες μίσος μέσα στο κεφάλι της,  για πρώτη φορά ξεκάθαρα, διαπερνώντας τα αυτιά της και γεμίζοντας τις κόρες των ματιών της με πυρακτωμένα κάρβουνα. «Τον σκότωσες!!!…». Με τα χέρια της θέλησε να τα αρπάξει, να τα πετάξει μακριά, να απαλλαγεί απ’ τη θανατερή τους καύτρα.

Δεν το άντεχε! Έχωσε τα βρώμικα δάχτυλά της βαθιά μέσα στις κόγχες και με τα γαμψά της νύχια που έσταζαν αίμα, ξέσκισε τις σάρκες του προσώπου της… Έγινε και αυτή μια τραγική μάσκα θανάτου.

Ούρλιαξε! «Πρέπει να το κάνω». Βγήκε απ’  την έξω πλευρά της κουπαστής, περίμενε για λίγο και όταν ο σιδερένιος της δήμιος πλησίασε, έκανε το μεγάλο βήμα. Πήδηξε στο κενό!

Όλα σκοτείνιασαν!… Μαύρη πίσσα.

Ξημερώνει. Ένας σωρός από κατακόκκινη σάρκα και θρυμματισμένα κόκαλα, γραπωμένα σφιχτά πάνω στις παγωμένες ράγες, περιμένουν…

Λίγο πιο ‘κει, ένα κεφάλι με μάτια σχεδόν χυμένα και στόμα ανοιγμένο βίαια, κραυγάζει απεγνωσμένα για λίγη συγχώρεση, για λίγο φως. Σαν να παλεύει ακόμη να βγει από το βούρκο που το πνίγει στη βρωμιά… Τι ειρωνεία!…

Σε λίγο, μια παιχνιδιάρα ηλιαχτίδα ξεπροβάλλει δειλά μέσα στην πηχτή νύχτα. Την προσοχή της τραβά κάτι μακάβριο… πλησιάζει και αγγίζει απαλά το χυλό από σάρκα, αίμα και κόκαλα με τα κομψά ακροδάχτυλά της και όλο νάζι τρέχει κοντά στο κεφάλι που κείτεται παράμερα.

Χώνεται μέσα στα βρώμικα μαλλιά του, τα γεμάτα λάσπη και γλίτσα. Το περιεργάζεται με ιδιαίτερη τρυφερότητα. Λίγες φορές έχει άλλωστε την ευκαιρία να χαρεί από κοντά ένα τέτοιο «θέαμα». Και η σιχαμένη γλίτσα σαν να αλλάζει ξαφνικά. Μεταμορφώνεται! Παίρνει και αυτή λίγη από τη λάμψη της ηλιαχτίδας και γίνεται χρώμα…

atetra (e.s.)

Advertisements

Κάνε το σχόλιό σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s