Ανεπρόκοπος

Άκουσα τα βηματάκια της πάνω στη μεταλλική σκάλα. Αχ!

Την εξωτερική στριφτή σκάλα από την ταράτσα μέχρι εδώ κάτω στο ισόγειο με τη μικρή λουλουδιασμένη αυλή που έχω το προνόμιο να μένω. Είναι μεσημέρι και όλη η γειτονιά ησυχάζει.

Η γιαγιά η Φώτω στη διπλανή μονοκατοικία έπεσε για ύπνο και δεν διαολοστέλνει άλλο την ανύπαντρη μοναχοκόρη της. Αυτή η Μαργαρίτα έμεινε να τη φροντίζει γιατί είναι σχεδόν κατάκοιτη η Φώτω. Είναι και στριμμένη όμως από τα πολλά γεράματα και δε νιώθει ότι η Μαργαρίτα θυσίασε τη ζωή της να την νταντεύει ενώ θα μπορούσε να την είχε παρατήσει σε κάποιο ίδρυμα. Ώρες ώρες απορώ με την τόσο ευγενική καρδιά της Μαργαρίτας.

Ο Μαρξ του Ηλία απέναντι δε γαβγίζει, είναι ξαπλωμένος στη δροσιά και ρεμβάζει τον Αττικό ουρανό με γεμάτη την κοιλάρα από κοκκινιστό κοφτό μακαρόνι.

Ο Νίκος του Μουστάκη επιτέλους έκλεισε τον τροχό στο ξυλουργείο και ανέβηκε πάνω να φάει και να διαβάσει όλο το ρεπορτάζ στην αθλητική Ηχώ. Δεν διώχνει καμιά δουλειά μη και λείψει τίποτα στην οικογένεια. Από το πρωί μέχρι το βράδυ ετοιμάζει παραγγελίες με ντουλάπες, τραπέζια και βιβλιοθήκες. Μισοτιμής. Αλλά ο Παναθηναϊκός είναι θρησκεία…

Και η κυρία Σμαρώ χαμήλωσε στο ραδιόφωνο τις χαροκαμένες επιτυχίες του 50 γιατί πέρασε η ώρα.

Είναι της κοινής ησυχίας.

Η ζέστη γεννάει στο μέτωπο μικρές σταγόνες ιδρώτα και παρακαλώ από τα ανοίγματα στα ξύλινα παντζούρια λίγο σκονισμένο αεράκι για να γλυκάνει αυτές τις νωχελικές στιγμές.

Τα βηματάκια της κάνουν χαριτωμένα κλικα-κλικ πάνω στη σκάλα καθώς κατεβαίνει.
Η καρδιά μου κάνει φρου-φρου και έπειτα ένα φρου μακρόσυρτο. Άραγε τι φοράει;

Ακούγεται η φωνή της μάνας της. Της σπιτονοικοκυράς. Έκανε σήμερα κοτόπουλο στο φούρνο και έφερε κάτω μία φτερούγα και τέσσερις λεμονάτες πατάτες. Όλο γλύκα, σαν την κορούλα της. Είναι γενναιόδωρη αλλά απότομη μερικές φορές που διπλώνει το νοίκι και της λέω

περιμένω κάτι λεφτά σύντομα.

Της γυρίζει το μάτι και μετά λέω

Τι με αποπαίρνεις κυρία Σία; Αφού θα στα δώσω. Τι είμαι; Δε με ξέρεις; Κανένας τζαναμπέτης;

Χαμογελάει τότε συμπονετικά και φεύγοντας για την κουζίνα και τα κατσαρόλια της, μονολογεί χαριτωμένα

Ανεπρόκοπος είσαι βρε..

Όμως τώρα η φωνή της Σίας είναι σαν παραγγελία λοχαγού στην επιθεώρηση της Παρασκευής:

Για που το βαλες Άννα;

Τα βηματάκια της κάνουνε παύση.

Στο ψιλικατζίδικο, πάω να πάρω σταυρόλεξο. Τι θέλεις;

Που ξεπορτίζεις συνέχεια, αυτό θέλω. Αντί να…

Χάνεται η φωνή σαν τα ίχνη τιυ Μαρξ στο χωμάτινο δρόμο. Τα βηματάκια συνεχίζουν και ολοκληρώνουν στο τελευταίο σκαλί. Μετά στις πλάκες της αυλής, τσάκα τσάκα.. Πόσο κοντά μου είναι… Περνάει από το μπροστινό παράθυρο!

Πετάγομαι από το στρώμα. Αποτσίγαρα και στάχτες που αναπαύονταν σε ξέχειλα τασάκια, σηκώνονται στον αέρα.

Πάει προς το δρόμο, την ακούω. Στριμώχνω τη μούρη στις χαραμάδες από τα πατζούρια μπας και τη δω λιγάκι. Πραγματικά, μπαίνει στου Χάρη. Λείπει, δεν είναι μέσα ο ίδιος. Το κρατάει το μαγαζί ο πατέρας του Τετάρτες και Πέμπτες από το πρωί μέχρι το βράδυ γιατί εκείνος κάνει πρόβες με το μπάσο.

Έτσι συμφωνήσανε πατέρας και γιος για να ξελασκάρει το μυαλό του Χάρη από την ιστορία με τα ναρκωτικά. Είναι έξω τώρα με δύο χρόνια αναστολή. Οι δικηγόροι κόντεψαν να φάνε το μαγαζάκι με αυτή την υπόθεση. Είπε ότι μέσα έφαγε ξύλο. Ξύλο για πλάκα, για να περνάνε το καιρό τους οι αστυνομικοί. Έχει ένα σημάδι στη μύτη από κλωτσιά αλλά δεν το κυνήγησαν στο δικαστήριο για να είναι ουδέτεροι οι ασφαλίτες που πήγαν μάρτυρες. Θέλω να γράψω ένα στίχο γι’ αυτό αλλά δε μου βγαίνει καλά στο χαρτί.

Μπαίνει μέσα και διαλέγει περιοδικό, μετά πάει στο τηλέφωνο, ρίχνει κέρματα και τηλεφωνεί. Γιατί; Αφού στο σπίτι έχουν τηλέφωνο. Δεν θέλει φαίνεται να την ακούσει η Σία. Έχει γκόμενο, αυτό είναι…

Πως κάνω έτσι; Τι δηλαδή; Θα περίμενε η Άννα πότε θα αποφάσιζα να της πω να πάμε για καφέ;

Ρίχνω μια βουτιά και ξαπλώνομαι πάλι στο ξέστρωτο στρώμα. Τεντώνω το αυτί προς το ηχείο. Η βελόνα περνάει το κενό και ο Παύλος τώρα αλλάζει ρυθμό, γίνεται πιο rock.

Αλλά και η κυρία Σμαρώ δυναμώνει το σταθμό στο ραδιόφωνο. Ο Καζαντζίδης αρχίζει να κλαίει δυνατά για τη μάνα του σε κάποιο σταθμό του Μονάχου και μου αποσπάει τη προσοχή. Ήθελα να ήξερα πως αντέχει όλη μέρα να ακούει αυτή τη μιζέρια.

Επιστρέφει, μπαίνει στην αυλή.

Φοράει τζιν τελικά και ένα μπλουζάκι από πάνω. Θα έρθει η ώρα να παντρευτεί κάποιον τρίχα που θα της ψήσει το ψάρι στα χείλη και τότε θα ξεχάσει έρωτες και τα τοιαύτα. Τα κορίτσια νομίζουν ότι η ζωή είναι στρωμένη με λουλούδια αλλά κάποια στιγμή όλα παίρνουν το δρόμο τους.

Να, για παράδειγμα ο Νίκος του Μουστάκη. Δούλα την έχει καταντήσει τη γυναίκα του. Όλο στα γήπεδα γυρνάει και τα προπό και εκείνη μένει πίσω, να κρατάει το σπίτι. Ζωή είναι αυτή;

Ακούω που ξεφυλλίζει το περιοδικό καθώς περνά από την εξώπορτα…

Και μύγα βέβαια να πετάξει στην αυλή, εγώ την ακούω. Πόσες φορές έχω πει στη μάνα της ότι πρέπει να αλλαχθεί η εξώπορτα; Είναι παμπάλαια, από το καιρό των παππούδων τους. Οι πάνω δύο όροφοι έγιναν πριν δέκα χρόνια αλλά το ισόγειο που νοικιάζω εγώ, προϋπήρχε. Οι τοίχοι είναι γεμάτη υγρασία, όλα τρίζουν. Τα πατώματα, τα κουφώματα, τα παράθυρα… Και από θέρμανση; Το χειμώνα, η καρδιά μου το ξέρει. Αλλά η Σία θέλει το ενοίκιο στην ώρα του. Τι να πω;

Έχω μπροστά μου το «Αστερίξ και Νορμανδοί». Απλώνω το χέρι στο κομοδίνο, τραβάω το τετράδιο για να διαβάσω παλιά στιχάκια. Ένα δυο είναι καλά. Παίρνω το μπικ, τραβάω γραμμές, διορθώνω, αλλάζω τη σειρά των λέξεων, σημειώνω μερικές ιδέες για να μην τις ξεχάσω και να τις ξαναπιάσω αργότερα…

Ανεβαίνει γρήγορα τη σκάλα, ίσως θέλει να ετοιμαστεί για να βγει.

Κολλάω ολόκληρος, κάνει πολύ ζέστη. Σηκώνομαι για ένα ποτήρι νερό στη κουζίνα και βγαίνω στην αυλή ψάχνοντας τη δροσιά ανάμεσα στις γλάστρες και την πρασινάδα του μικρού κήπου. Κάτω από την απλωμένη μπουγάδα της Σίας στοχάζομαι το νόημα της ύπαρξης και νιώθω μια ικανοποίηση για την πάρτη μου να κατακλύζει μέχρι τα νύχια των ποδιών.

Μετά θυμάμαι ότι το βιος μου όλο είναι ένα τσαλακωμένο κατοστάρικο στην κωλότσεπη. Δεν περιμένω άλλα λεφτά, μα θέλω να πιω ένα ποτό το βράδυ. Μυρίζουν σαπούνι τα ρούχα που στεγνώνουν γρήγορα κάτω από το δυνατό ήλιο και το νόημα της ύπαρξης επιστρέφει εκεί που το άφησα. Σουλατσάρω και σκέφτομαι δύσκολα νοήματα και φιλοσοφικούς γρίφους αλλά πατάω πάνω στις σκατούλες του Μαρξ!
Ο Μαρξ μπαινοβγαίνει ελεύθερα στο σπίτι από τη πόρτα της αυλής όποτε του γουστάρει. Το παλιόσκυλο εδώ έρχεται να ελαφρώσει. Αν είναι δυνατόν…

Δίπλα στη μονοκατοικία ακούω το καφέ να βράζει στο μπρίκι. Σε λίγο θα βγει η Μαργαρίτα στο μπαλκόνι της επάνω κρεβατοκάμαρας, να πιει το καφέ κάνοντας παρέα στη καρδερίνα της. Μωρέ, δεν έχω λίγο τούρκικο να κάνω και εγώ να τον απολαύσω. Ούτε δράμι. Κάτι φακελάκια νες καφέ απομείνανε και χαμομήλι που δεν το πίνω.

Ποιος το έφερε το χαμομήλι;

Νάτηνε. Έτσι όπως είναι η Μαργαρίτα πως να έβρισκε άντρα εδώ που τα λέμε. Ποιος να την πάρει; Τυχερά είναι αυτά θα μου πεις…

Ακούω θορύβους από το δωμάτιο της Άννας, πάω στοίχημα ότι αρχίζει να ετοιμάζεται για να βγει. Με τον τύπο που τηλεφωνηθήκανε θα έχει ραντεβού.

Σίγουρα.

Τι με νοιάζει εμένα;

Τα γκομενικά έχουν τα πάνω και τα κάτω τους από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος.

Αυτό το ξέρει καλά ο Χάρης. Ο ίδιος ο κολλητός του ήταν που τον κάρφωσε στους μπάτσους για τη καβάτζα που φύλαγε το πράμα. Στην αλάνα πίσω από το θερινό που δούλευε ο μπάρμπας του, εκεί το έκρυβε το πολύ. Ήρθε η μέρα που την έπεσε χύμα ο Χάρης στη γκόμενα του κολλητού και εκείνος αντέδρασε με αυτόν τον τρόπο. Καταδίνεις ποτέ το φίλο σου το καρδιακό στους μπάτσους;

Όχι.

Όμως Χάρη να πρόσεχες γιατί η φιλία είναι ιερό πράγμα. Δε τη βγάζεις στο σφυρί για μια γυναίκα. Αυτό που σκέφτομαι φέρνει ένα στίχο και πρέπει να μπω μέσα μήπως και το βγάλω στο χαρτί.

Από το δωμάτιο της Άννας παίζει στο πικάπ η εισαγωγή του sinner boy. Από τις πρώτες νότες το πιασα και τώρα όσο πάει το κομμάτι και αγριεύει. Ωραίο γούστο, μπράβο. Πάω κατευθείαν στο στρώμα και πιάνω το τετράδιο.

Ακούω τα βήματα της και πάλι στις σκάλες. Φεύγει από τώρα;

Χτυπάει η πόρτα. Σε μένα χτυπάει! Σηκώνομαι αμέσως, φοράω μια μπλούζα και φτιάχνω κάπως τα μαλλιά.

Γεια σου.

Γεια και σε σένα..

Τι κάνεις;

Τι να κάνω; Εδώ…

Μίλησα με μια φίλη στο τηλέφωνο πριν. Κανονίσαμε να αγοράσει εισιτήρια για τον Gallaher. Έρχεται στην Ελλάδα τον Σεπτέμβρη και θα κάνει συναυλία στη Νέα Φιλαδέλφεια, στο γήπεδο.

Τι λες; Σοβαρά;

Σοβαρά σου λέω! Σε ένα μήνα από τώρα. Θες να πάρει και για σένα, να πάμε μαζί;

Ναι αμέ, πως δεν θέλω!

Εντάξει. Μην πεις τίποτα στη μάνα μου. Καλύτερα να το μάθει τελευταία στιγμή γιατί θα με πρήξει. Τις φοβάται τις συναυλίες!

Ναι, τάφος.

Πιάνω το στιχάκι ξανά, μπας και βγάλω το ζουμί. Τώρα είναι λίγο πιο ανάλαφρο. Αυτή η γειτονιά μας.. Με κάνει άνω κάτω και πάλι από την αρχή..

Μητσάκος Ζαφ

Advertisements

Κάνε το σχόλιό σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s