Τώρα ξέρεις…

Ήμουν για καιρό ένα παιδί με φωτεινά όνειρα, με γοργό πέταγμα στο νου και γέλιο που τράνταζε συθέμελα τους φρεσκοβαμμένους τοίχους της πόλης μου. Γεννήθηκα σε μικρή πόλη, μέσα στην Άνοιξη, όταν οι αγροί είχαν πλημμυρίσει στο χρώμα και στα αρώματα από κάθε λογής χλωρίδα της ελληνικής γης. Είχα τα σχέδιά μου εγώ για τη ζωή. Δε με ένοιαζε τίποτα. Κοιτούσα μπροστά, και βάδιζα στα σίγουρα να φτάσω το στόχο μου… ήμουν ακόμη παιδί τότε.

Μεγάλωσα και ξαφνικά ξύπνησα μια μέρα και βρέθηκα να ζω σε πόλη με άχρωμους τοίχους, βρώμικα σοκάκια και ανθρώπους στα μαύρα ντυμένους. Όσο και αν προσπάθησα να θυμάμαι πως είχα γεννηθεί να ζω σε χρώμα, τελικά ντύθηκα και εγώ το μαύρο. Τα όνειρα που στόχευα κάποτε, έπαψαν να γεμίζουν με λαμπρό φως το πλάνο μου. Έγιναν άπιαστα, μακρινά… ξεθώριασαν. Μόνο ο φόβος, η συνενοχή και η απελπισία με συνόδευαν πια.

Κάποτε, βγήκα έξω να ρωτήσω για να μάθω τι συνέβη και πήραν όλα δυσμενή τροπή. Κάποιοι με κοίταξαν αδιάφορα και συνέχισαν το δρόμο τους, άλλοι στάθηκαν για λίγο και με παρηγόρησαν με ένα πικρό χαμόγελο, «έτσι είναι η ζωή παιδί μου». Άλλοι πάλι με τρόμαξαν με την οργή που έκρυβαν μέσα τους, με το θυμό που άφησαν να ξεβραστεί καθώς περιέγραφαν την εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν την ήξερα άραγε εγώ αυτή την αλήθεια; Κι όμως, μου ήταν τόσο γνωστά όλα! Κομμάτι του εαυτού μου ήταν όλη αυτή η πίκρα και η οργή! Που πήγαν τα όνειρά μου; Ποιους άφησα να μου τα κλέψουν και γιατί; Βαρέθηκα λοιπόν και αφέθηκα; Ξέμεινα με τα όνειρα και ξέχασα να ασχοληθώ με την πράξη;

Ένας κύριος, με τραβηγμένα τα χαρακτηριστικά του ριτιδιασμένου προσώπου του, με άρπαξε με τα ροζιασμένα του δάχτυλα απ’ το χέρι και με τράνταξε με δύναμη. «Ξύπνα!», βροντοφώναξε πάνω στο πρόσωπό μου. «Δεν είσαι ακόμη μικρό παιδί. Μεγάλωσες! Και τα μεγάλα παιδιά δεν ψάχνουν να βρουν την αλήθεια που τους τραβά στο σκοτάδι. Αυτή την ξέρουν ήδη, γιατί τη βίωσαν για χρόνια στο πετσί τους. Δημιουργούν μια δικιά τους αλήθεια, για να τους βγάλει στο φως! Τι στέκεσαι λοιπόν και μοιρολογάς ακόμη;»

Σάστισα με τα λόγια του. Τον κοίταξα με τρόμο, δίχως να είμαι σίγουρη αν είχα ακούσει όσα ούρλιαξε μέσα στα αυτιά μου. Εκείνος, έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι, σαν να έλεγε «τώρα ξέρεις…», γύρισε την πλάτη του και έφυγε, σηκώνοντας στους ώμους του τα χρόνια που τον βάραιναν. Έμεινα να τον κοιτάζω καθώς η φιγούρα του ξεθώριαζε μέσα στο πλήθος. Όταν έπαψα πια να τον βλέπω, τα τελευταία του λόγια γύρισαν πάλι στο μυαλό μου. «Τώρα ξέρεις…»

Και όντως! Τώρα ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Όχι μόνη μου, μα με όλους που σαν και εμένα αναζητούν την αλήθεια που πάντα ήξεραν, μοιρολογώντας το ένδοξο παρόν που ποτέ δεν το προσπάθησαν και αποφεύγοντας τις ευθύνες τους, βαφτίζοντάς τες αμαρτίες άλλων.

Μεμιάς τα όνειρά μου απέκτησαν και πάλι χρώμα και τα μάτια μου άρχισαν να βλέπουν ξανά καθαρά. Την καρδιά μου τη φώτισε η ελπίδα και τη μοναξιά μου την έπνιξε η δύναμη των ανθρώπων που ήξερα πως αποστρεφόμενοι τον εύκολο δρόμο, θα δένονταν σύντομα μαζί μου σε ένα αλλιώτικο αύριο.

atetra
(28/10/11, 7:13μμ)

Advertisements

2 thoughts on “Τώρα ξέρεις…

  1. Μου άρεσε πολύ το κείμενό σου. Απλά ήθελα να το πω. Είναι σαν να μην περισσεύει η αισιοδοξία τον τελευταίο καιρό, αλλά το παραπάνω κείμενο με έκανε να νιώσω ευχάριστα. Να είσαι καλά.
    🙂

  2. σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τα θετικά σου σχόλια!

    να είσαι καλά και εσύ!

Κάνε το σχόλιό σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s