Μέσα Από Τη Λάμψη

Παρ’ όλο που δεν είχε ιδέα αν στο τέλος θα πέθαινε ή αν θα γλύτωνε, του άρεσαν όσα συνέβαιναν. Ήξερε πως το όπλο λέιζερ με την κάνη στραμμένη στην καρδιά του ήταν φορτισμένο κι έτοιμο να τον στείλει στα κομμάτια. Αλλά, η γυναίκα που το κρατούσε είχε πολύ περισσότερο ενδιαφέρον.

Η περιβόητη ‘Λάμψη’. Κανείς δε γνώριζε το πραγματικό της όνομα. Η ίδια είχε ονομάσει έτσι τον εαυτό της και τα Μέσα το αναπαρήγαγαν. Μια γυναίκα που ακόμα και η αστυνομία δεν ήθελε να κυνηγήσει. Για χρόνια προσπαθούσαν να την πιάσουν. Και, στις ελάχιστες περιπτώσεις που κατορθώσανε να την πλησιάσουν έστω και για λίγο, αποδεικνύονταν ανίσχυροι να αντισταθούν στη γοητεία της.

Με τον ίδιο τρόπο τα κατάφερε κι αυτή τη φορά και πήρε για όμηρο ένα νεαρό που έτυχε να συναντήσει στο δρόμο της καθώς έψαχνε τρόπο να ξεφύγει από την παγίδα που ήξερε ότι της είχανε στημένη.

Τον είδε που κοίταζε τη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου. Πλησίασε και του έπιασε συζήτηση. Όχι πολλή ώρα. Ένα λεπτό, το πολύ δύο. Δε χρειαζόταν πολλή ώρα για να του αποσπάσει την προσοχή. Στο μεταξύ, οι αστυνομικοί με πολιτικά γύρω της πλησίαζαν όσο πιο διακριτικά μπορούσαν και περιμένανε να απομακρυνθεί από το νεαρό για να μην υπάρξουν παράπλευρες απώλειες.

Αλλά εκείνη το ήξερε φυσικά. Και στεκόταν όσο πιο κοντά του μπορούσε. Και, στην κατάλληλη στιγμή, καθώς εκείνος ετοιμαζόταν να φύγει, του είπε την αφοπλιστική ατάκα που είχε προσχεδιάσει.

«Έχεις ωραία μάτια.»

Αυτό ήταν. Τα απρόσμενα λόγια της, το λάγνο ύφος της και τα κατάξανθα μαλλιά της. Πώς θα μπορούσε να αμυνθεί απέναντι σε τέτοιου είδους εισβολή; Κι αν αυτά δε πετύχαιναν -πράγμα απίθανο- υπήρχε το αποκορύφωμα της γοητείας της: τα μάτια της. Γαλανά, ολογάλανα και φανταχτερά. Σα να μαζεύτηκε μέσα τους όλο το φως του γαλαξία και να στριφογύριζε γύρω από τις κόρες τους. Ίσως γι’ αυτό να της ταιριάζει τόσο το όνομα ‘Λάμψη’. Αυτό το πρόσωπο τον έκανε να χάσει τη γη κάτω από τα πόδια του.

Το σώμα της, μικροκαμωμένο, με θηλυκές καμπύλες και μια σκούρη μωβ δερμάτινη, γυαλιστερή στολή που το κάλυπτε ολόκληρο μέχρι το λαιμό, στον οποίο έκλεινε ερμητικά. Αυτό το σώμα έδιωξε το αίμα από το κεφάλι του.

Ήταν τόσο ευάλωτος, σκλάβος στο έλεός της γοητείας της, που δε κατάλαβε αμέσως τι συνέβαινε. Όταν συνήλθε, εκείνη τον είχε αρπάξει με το αριστερό της χέρι από το λαιμό, είχε κρυφτεί από πίσω του και με το άλλο χέρι κρατούσε το όπλο που σημάδευε την καρδιά του.

Κι όμως, δεν ένιωσε φόβο. Δε μπορούσε να βρει ένα λόγο για να δραπετεύσει από την αγκαλιά εκείνης της υπέροχης γυναίκας. Σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε τον κατακόκκινο δορυφόρο, τον Ίρα, να λάμπει σαν ερωτικό πάθος στο νυχτερινό ουρανό.

Μπροστά του, οκτώ αστυνομικοί με πολιτικά είχαν βγάλει τα όπλα τους και ψάχνανε ευκαιρία για να της ρίξουν. Εκείνη αγρίεψε και έσφιξε πιο δυνατά το λαιμό του νεαρού.

«Πίσω! Ακουμπήστε τα όπλα στο έδαφος και κάντε όλοι δέκα βήματα πίσω, αλλιώς θα πληγώσω την καρδούλα του μικρού από ‘δω» φώναξε θυμωμένη, με το γνωστό κυνισμό που τη χαρακτήριζε. Εκείνος παρακαλούσε από μέσα του να την ακούσουν. Να μη την πυροβολήσουν και σκοτωθεί.

Κι έτσι έγινε. Μετά από ένα λεπτό, οι δυο τους περιπλανιόταν στο λαβύρινθο από στενά μέσα στην παλιά αγορά, αναζητώντας κρυψώνα. Άνοιξε την πόρτα μιας παρατημένης αποθήκης και τον πέταξε μέσα. Σάρωσε τον περιβάλλοντα χώρο με το βλέμμα κι όταν βεβαιώθηκε πως δε τους ακολουθούσαν, μπήκε κι εκείνη μέσα. Τον κοίταξε βλοσυρά.

«Και, τώρα, βγάλε το σκασμό.»

Εκείνος μόνο την κοίταζε, με μεγάλα, αθώα μάτια. Δεν ήθελε να τη θυμώσει. Σύρθηκε προς το μέρος της, καθιστός όπως ήταν, για να έρθει πιο κοντά της. Αλλά οι κινήσεις του κάνανε θόρυβο και η γυναίκα τον χτύπησε, εξοργισμένη, στο πρόσωπο.

«Το σκασμό, είπα!» γρύλισε μέσα απ’ τα δόντια της.

Εκείνος μαζεύτηκε, χαμήλωσε το βλέμμα και δε ξανακουνήθηκε.

Πόσες ώρες περιμένανε μέσα σε εκείνη την αποθήκη; Τρεις; Τέσσερις; Δεν έβγαλε ούτε άχνα, ακριβώς όπως τον είχε διατάξει. Μίλησε μονάχα όταν η ίδια του το επέτρεψε.

«Τι έψαχνες να αγοράσεις όταν σε συνάντησα έξω από το βιβλιοπωλείο;» τον ρώτησε.

Εκείνος απάντησε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.

«Βιβλία που βοηθούν στην καταπολέμηση των φόβων.»

Η γυναίκα ενοχλήθηκε ακούγοντας αυτό, αναλογιζόμενη τα όσα είχε περάσει ο νεαρός εξ’ αιτίας της. Εκείνος, όμως, σήκωσε το βλέμμα και με ένα γλυκό χαμόγελο την καθησύχασε.

«Δε μου χρειάζονται πια!»

Χωρίς να αντιλαμβάνεται τη σημασία των λέξεών του, η γυναίκα σηκώθηκε όρθια. Για ένα ολόκληρο λεπτό είχε το αυτί της κολλημένο επάνω στην πόρτα και τα μάτια της κλειστά.

«Σήκω» είπε τελικά.

Άνοιξε την πόρτα και σάρωσε ξανά την περιοχή με το βλέμμα.

«Μας χάσανε. Έλα, πάμε.»

Βγήκαν από το λαβύρινθο της παλιάς αγοράς και φτάσανε σε ένα πλατύ, ήσυχο δρόμο. Προχωρήσανε ως το κέντρο του και σταματήσανε. Η γυναίκα έριξε μια τελευταία προσεκτική ματιά γύρω της, προσπαθώντας να διακρίνει κινήσεις πίσω από το πέπλο της νύχτας. Κανείς. Είχε επιτέλους ξεφύγει.

Κατέβασε το όπλο από την καρδιά του νεαρού και τον έσπρωξε μακριά της, τοποθετώντας το όπλο σε μία εσωτερική θήκη της στολής της.

«Εντάξει, αυτό ήταν» είπε ικανοποιημένη.

Γύρισε και τον κοίταξε, έχοντας στο πρόσωπό της το σαρδόνιο χαμόγελο για το οποίο ήταν φημισμένη.

«Πες τους ότι η Λάμψη στο σκοτάδι κρατάει για πάντα!» είπε τη φράση που έλεγε σε όλους τους ομήρους της.

Εκείνος απλά την κοίταζε. Δε προσπαθούσε να φύγει. Η γυναίκα τού γύρισε την πλάτη κι άρχισε να απομακρύνεται.

«Περίμενε» άκουσε να της λέει με ήρεμη φωνή. Σταμάτησε. Προσπάθησε να διαπιστώσει αν είχε ακούσει σωστά. Κανείς δε την είχε σταματήσει ποτέ. Όλοι τρέχανε τρομαγμένοι μακριά από τη στιγμή που τους άφηνε ελεύθερους.

Γύρισε και τον κοίταξε έκπληκτη.

«Τι θέλεις;»

Τα μεγάλα μάτια του ήταν κολλημένα στα δικά της.

«Πάρε με μαζί σου» της είπε.

Η γυναίκα γέλασε, αυθόρμητα και ειρωνικά.

«Γιατί να σε πάρω μαζί μου;» του είπε, συνεχίζοντας να γελάει, αποφασισμένη να κάνει λίγη πλάκα πριν εξαφανιστεί.

«Μου αρέσει όταν είμαι μαζί σου» είπε ο νεαρός.

Αυτό δεν ήταν και τόσο αστείο. Το γέλιο της μειώθηκε. Τώρα τον παρατηρούσε με απορία. Τα λόγια του ήταν απλές λέξεις. Δε θα έπρεπε να την επηρεάζουν τόσο πολύ. Κι όμως! Είχαν καταφέρει να ταρακουνήσουν, για μια στιγμή, τη βαριά, επιβλητική εικόνα λατρείας που η ίδια είχε για τον εαυτό της. Η ειλικρίνεια και η αθωότητα στη φωνή του ήταν ανίκητα στοιχεία.

Πήρε με βία το βλέμμα της από πάνω του, έτοιμη να γυρίσει ξανά την πλάτη και να τρέξει μακριά.

«Παράτα με, μικρέ. Άντε να βρεις καμία στην ηλι-»

«Σε παρακαλώ.»

Σταμάτησε απότομα να μιλάει. Και να γελάει. Πώς ήταν δυνατόν, τόσο απλές λέξεις να έχουν τόση δύναμη;

Η αύρα που περιέβαλλε τα λόγια του ήταν ισχυρότερη από το περιεχόμενό τους. Όχι, δεν ήταν αύρα. Ήταν συναίσθημα. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ξανά, μετά από πολύ καιρό. Ο ‘μικρός’ την ήθελε στ’ αλήθεια.

Έμεινε να τον κοιτάζει άφωνη, ανήμπορη πλέον για κυνισμό και ειρωνεία. Ένιωθε σχεδόν ανυπεράσπιστη.

Εκείνος έκανε λίγα βήματα προς το μέρος της κι έπεσε στην αγκαλιά της.

«Όταν είμαι κοντά σου δε φοβάμαι» ακούστηκε η νεαρή φωνή του ανάμεσα από τα στήθη της.

Η γυναίκα έκλεισε τα μάτια. Αγωνιζόταν με όλη της τη δύναμη να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Η Λάμψη δεν έπρεπε ποτέ να φανεί αδύναμη. Τον έσφιξε με δύναμη στην αγκαλιά της. Κι εκείνος το ίδιο.

Μείνανε για λίγο έτσι, ακίνητοι και αγκαλιασμένοι. Ο άνεμος περνούσε με δύναμη και βοή πάνω από τα σώματά τους. Έπαιρνε μαζί του τα κατάξανθα μαλλιά της, λαμπερά μέσα στο σκοτάδι του δρόμου.

Άνοιξε τα μάτια της. Είχε καταφέρει να μη κλάψει. Αλλά, για την καρδιά της ήταν πια αργά. Χτυπούσε ανεξέλεγκτα, σαν είκοσι χρόνια πριν. Έφερε τα χέρια της στο κεφάλι του και χάιδεψε τα μαλλιά του.

«Έλα» του είπε ψιθυριστά.

Τον άρπαξε από το χέρι και τρέξανε, χαθήκανε μαζί μέσα στη νύχτα.

Advertisements

Κάνε το σχόλιό σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s