Το Φάντασμα

Ψάχνω έναν άνθρωπο.

Δεν ξέρω το όνομά του, δεν ξέρω το πρόσωπό του. Το μόνο που ξέρω είναι ότι πρέπει να τον βρω.

Τα πρωινά περπατάω μόνος σε έρημους δρόμους, καθώς εκεί συχνάζει, κυρίως υπό συννεφιά, ή ίσως ακόμη και με ήρεμη βροχή. Όταν, όμως, βρέχει, είναι πιο δύσκολο να τον συναντήσω.

Τα βράδια απλά τον περιμένω, κι αν χτυπήσει την πόρτα μου, έχει καλώς. Αν όχι, ξεκινάω μια νέα αναζήτηση το επόμενο πρωί.

Τώρα έχει συννεφιά, κι εγώ βγαίνω έξω και περπατάω στους δρόμους. Έχω μαζί μου μια φωτογραφική μηχανή, έτσι ώστε αν τον δω, ακόμη και για λίγο, να μπορώ να κρατήσω μια φωτογραφία του, να ξέρω τουλάχιστον με τι μοιάζει, για να είναι πιο εύκολο να τον εντοπίσω.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα αν αυτός ο ίδιος άνθρωπος υπάρχει και μέσα σε πλήθος, αλλά δεν μπορώ να ξέρω. Όταν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι γύρω μου, όλοι τους μοιάζουν, κανείς δεν είναι διαφορετικός, είναι όλοι μια μάζα από την οποία θέλω απεγνωσμένα να ξεφύγω, για να μείνω και πάλι μόνος.

Αν μπορούσα να μείνω μόνος με τον άνθρωπο που ψάχνω, τότε θα ήμουν ευτυχισμένος, έστω και για λίγο. Γι’ αυτό κι εγώ αναζητώ μικρές δόσεις ευτυχίας, μικρές δόσεις ελέους, κι έτσι κατέληξα να κυνηγάω αυτό το φάντασμα.

 

Τώρα βρέχει, και οι πιθανότητες να τον συναντήσω όλο και μειώνονται. Γίνονται σταδιακά όλο και λιγότερες, μέχρι να μηδενιστούν τελείως. Ανεβάζω την κουκούλα μου, και η βροχή δεν με πτοεί. Τίποτα δεν με πτοεί, εκτός από εκείνον τον άνθρωπο, την σκιά, που τόσο πολύ κοντεύω να ερωτευτώ και να αγαπήσω.

Μου φαίνεται ότι τον βλέπω σε μια φωτογραφία μου τώρα. Ήταν εκεί, απλά εγώ δεν τον είδα. Είναι λες και γίνεται ένα με το περιβάλλον μου, λες και γίνεται το ίδιο το περιβάλλον, λες και τα πάντα γύρω μου είναι εκείνος. Άλλες φορές που τον πρόσεξα είχε τη μορφή μια γυναίκας. Μιας συνηθισμένης, συμπαθητικής, όμορφης γυναίκας, τις προθέσεις της οποίας δεν μπορώ να καταλάβω. Τι μπορεί να ζητάει από εμένα; Τι μπορεί να ζητάω εγώ από εκείνην;

Υπάρχουν, όμως, και κάποιες άλλες φορές, που εκείνος ο άνθρωπος μοιάζει πολύ απλά με εμένα. Είναι σαν να με βλέπω, να με παρατηρώ, και τότε εκείνος ο άνθρωπος, όταν συναντιόμαστε στον δρόμο, κρατάει μια φωτογραφική μηχανή, κι έτσι με φωτογραφίζει. Μετά στρέφεται αλλού και φεύγει, περπατάει μακριά, και σαν τρέξω πίσω του, έχει εξαφανιστεί. Θα ήθελα πολύ να δω μια φωτογραφία μου, απλά και μόνο για να ξέρω ποιος είμαι.

 

Ο άνθρωπος, λοιπόν, αυτός, έχει πολλές μορφές, και αυτή που με τρομάζει περισσότερο, είναι η δική του. Η αληθινή του μορφή, αυτή που μοιάζει σ’ εκείνον, και μόνο σ’ εκείνον τον ίδιο. Είναι μια μορφή που μόνο μπορώ να φανταστώ, και όχι να αντικρίσω, να αισθανθώ, να νιώσω και να βιώσω σαν μια μορφή ανθρώπινη.

Ποιος είναι, λοιπόν; Πότε και πώς εμφανίζεται; Τι μπορώ να κάνω για να είναι μόνιμα κοντά μου, με τη δική του, αληθινή μορφή;

Αρχίζω να πιστεύω ότι ένας τέτοιος άνθρωπος δεν υπάρχει, και ούτε ποτέ υπήρξε. Και καθώς κοιτάζω τις φωτογραφίες μου, τις βλέπω κενές. Και κάπως έτσι, χωρίς να υπάρχει κανείς εκεί, κανένα φάντασμα, κανένας εαυτός, κανένας που να με ψάχνει και που να ψάχνω εγώ, η ζωή μου χάνει ολοκληρωτικά το νόημά της, και μετατρέπεται σε ένα συρρικνωμένο μηδενικό.

Advertisements

Κάνε το σχόλιό σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s