Μονόλογος ενός homo urbanus

Αγαπητέ φανταστικέ μου ακροατή-σε ονομάζω έτσι γιατί, στο λέω με κάθε ειλικρίνεια, δεν βρήκα άνθρωπο να μιλήσω εδώ και δύο μέρες και έτσι αποφάσισα να μονολογήσω· για να μην τρελαθώ όμως μιλώντας μόνος μου ή τουλάχιστον για να μην γίνει αντιληπτή η τρέλα μου αυτή σε εμένα τον ίδιο και έτσι φρικάρω, επινόησα εσένα και είμαι ευχαριστημένος για αυτό. Αγαπητέ φανταστικέ μου ακροατή, λοιπόν, μένω στο κέντρο της Αθήνας. Και, πιο συγκεκριμένα, στην οδό Αθηνάς. Είναι ωραία εκεί, θεωρητικά τουλάχιστον, αφού και στο επίκεντρο κάθε δράσης βρίσκομαι και όλα όσα χρειάζομαι βρίσκονται μέσα στα πόδια μου. Εξάλλου είναι και θέμα κύρους, πρεστίζ όπως το λένε πια, αφού εκεί τα διαμερίσματα είναι πανάκριβα και αφού η Ακρόπολη, η Πλάκα και τόσα πολιτισμικά και αριστοκρατικά σημεία αναφοράς δεν απέχουν παρά ελάχιστα από το σπίτι μου. Είναι θέμα πρεστίζ οπωσδήποτε.

Εδώ και είκοσι χρόνια, να πω εδώ ότι βρίσκομαι στην τέταρτη δεκαετία της ζωής μου, κατοικώ σε ένα ευρύχωρο διαμέρισμα σε μια εξαώροφη πολυκατοικία. Έχω τα πάντα εκεί μέσα: ακριβά έπιπλα, βιβλία, τα παιχνίδια με τα οποία έπαιζα όταν ήμουνα μικρός, μία τεράστια συλλογή από γραμματόσημα, επιχρυσωμένα πλακάκια στα πατώματα, σε όσα δεν είναι ξύλινα, μέχρι και τζακούζι επιχείρησα να βάλω πρόσφατα στο σπίτι μου, μόνο που το εγχείρημα μου εμποδίστηκε από κάποια τεχνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η υπόλοιπη πολυκατοικία. Και είναι τόσο μεγάλη η απογοήτευση μου που το τζακούζι τελικά δεν εγκαταστάθηκε, που δεν είμαι σε θέση να αναλύσω λεπτομερέστερα τι συνέβη. Θα πω μόνο όμως ότι στην αποτυχία έβαλαν το χεράκι τους και οι γείτονες, οι ζηλόφθονοι υπόλοιποι ένοικοι της πολυκατοικίας.

Είμαι που λες ικανοποιημένος από την ζωή μου. Υπάρχουν ωστόσο κάποια θέματα απροσδιόριστης φύσης, που με ταλανίζουν. Για παράδειγμα, μπαίνω στο σπίτι μου το βράδυ μετά από την δουλειά μου και δεν έρχεται κανένας να με προϋπαντήσει, κανένα παιδί δεν τρέχει να πει καλώς ήρθες πατέρα, καμία γυναίκα δεν μου λέει πώς τα πέρασες αγάπη μου, κανένα σκυλί δεν έρχεται να μου γλείψει τα χέρια. Έχω βάσιμες υποψίες ότι τα παραπάνω οφείλονται στο ότι δεν έχω οικογένεια ούτε κάποιο ζωντανό που να μοιράζονται την ίδια στέγη με μένα. Ας πάει και το παλιάμπελο όμως.

Όταν λοιπόν γυρίζω στο σπίτι από την δουλειά, κάνω ένα μπανάκι και μετά κάθομαι μπροστά στην τηλεόραση. Δεν παρακολουθώ ταινίες-ποτέ! Έχω διαβάσει αρκετή φιλοσοφία και είμαι από αυτούς που, όπως ο Πλάτων, πιστεύουν ότι η τέχνη μόνο την ανηθικότητα και την διάβρωση των αξιών μπορεί να προκαλέσει. Ειδήσεις λοιπόν και πάλι ειδήσεις. Καμιά φορά, παρακολουθώντας τις ειδήσεις, νοιώθω πάλι κάτι σαν κενό και αναρωτιέμαι: γιατί αυτοί οι τηλεπαρουσιαστές να μιλάνε πάντα μεταξύ τους και να μην μου απευθύνουν ποτέ τον λόγο; Τις προάλλες μάλιστα, που προσπάθησα να ανοίξω κουβέντα με μία πανέμορφη κοπελίτσα που έλεγε τον καιρό, εισέπραξα από αυτήν ένα τόσο άγριο βλέμμα που αναγκάστηκα να κλείσω την τηλεόραση, αφού πρώτα της ζήτησα συγγνώμη κατατρομοκρατημένος. Δεν βαριέσαι όμως, η ζωή έχει κι άλλες χαρές, πολλές.

Στην δουλειά πηγαίνω κατά τις δώδεκα και φεύγω στις επτά. Είμαι και σε αυτό, στο ωράριο εργασίας δηλαδή, προνομιούχος. Καμιά φορά θυμάμαι τον κακομοίρη τον πατέρα μου που δούλευε ολημερίς και ολονυχτίς σε χωράφια που ανήκαν σε άλλους στην πατρίδα του την Ήπειρο και τον λυπάμαι, να’ ναι καλά όπου κι αν βρίσκεται τώρα. Εγώ λοιπόν, από κάθε άποψη, είμαι πολύ πιο τυχερός. Είμαι κύριος του εαυτού μου και, να σου πω κάτι ακροατή μου-και των χρημάτων μου, του κόπου μου. Και αν θα έπρεπε να νοιώσω κάποια ευγνωμοσύνη που ο καημένος ο γέρος έφαγε τα νιάτα του και ακόμη παραπάνω για να μου αγοράσει το σπίτι μου στην πρωτεύουσα, να σου πω την αλήθεια, λίγο σκοτίζομαι. Γιατί, αν δεν ήμουν εγώ με τα πτυχία μου, την μελέτη μου και την ευφυΐα μου, δεν θα είχε γίνει τίποτα.

Ξυπνάω λοιπόν κατά τις οκτώ, οκτώ και μισή το πρωί και αφού κάνω ένα ντους, κάνω μία βόλτα στην περιοχή. Πριν από καμιά βδομάδα, αν θυμάμαι καλά, σε έναν τέτοιο περίπατο, είδα στην άσφαλτο μία πεταμένη εφημερίδα. Αυτό δεν είναι δα και κάτι το σπουδαίο, αλλά, πρέπει να σου το εκμυστηρευτώ, όταν πλησίασα, για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο και της έριξα μία ματιά, είδα τον πρωθυπουργό που εικονιζόταν στο πρωτοσέλιδο να μου χαμογελάει και να μου κλείνει το μάτι. Είδα μάλιστα και το χέρι του, που προηγουμένως ήταν υψωμένο σε γροθιά στον αέρα, να προσπαθεί τώρα να αγγίξει το δικό μου. Δεν παραξενεύτηκα, αφού οι πολιτικοί στην Ελλάδα, εκτός του ότι δεν χαλάνε ποτέ χατίρι στους πολίτες, είναι πάντα και ευπροσήγοροι. Το παράξενο όμως είναι ότι, μετά από λίγο, τον πρωθυπουργό αντικατέστησαν στην φωτογραφία τα πτώματα ενεός τοξικομανή, αυτήν την εντύπωση έδειχνε και μίας μαύρης πόρνης- έτσι έγραφε από κάτω η εικόνα. Στου κουφού την πόρτα όμως…. Θετικά το λέω αυτό.

Για κάποιο λόγο λοιπόν όπως σου είπα και πριν φανταστικέ μου ακροατή, έχω δύο μέρες να μιλήσω σε άνθρωπο. Και να σου πω και κάτι; Σπάνια μιλάω σε άνθρωπο. Ίσως γιατί όλοι γύρω μου είναι βυθισμένοι στις σκέψεις τους και στα προβλήματά τους. Αλλά αυτό δεν με αφορά, με αφορά;

Αν ήσουν εδώ, θα έβλεπες ότι αυτή την στιγμή, μία μετά τα μεσάνυχτα, βρίσκομαι μπροστά στο Δημαρχείο και το λιμπίζομαι. Όχι για να το φάω, όχι. Ούτε για να του κάνω έρωτα. Ούτε και φαντάζομαι τον εαυτό μου δήμαρχο. Απλά, να, θέλω να του μιλήσω. Στήσε λοιπόν το αυτί σου ακροατή μου και άκου μας.

-Πες μου θα μου μιλήσεις αυτήν την φορά, καλό μου κτίριο;

-Και τι θες να σου πω; «Αυτό που έλπιζα έγινε», σκέφτομαι και έχω ενθουσιαστεί.

– Πες μου τι θερμοκρασία έχει στην στέγη σου!

-Όχι χαμηλότερη πάντως από αυτήν που κάνει μέσα στην ψυχή σου.

-Ποιος σε πίκρανε καλό μου Δημαρχείο και μιλάς έτσι;

-Καλύτερα θα ήταν να μάθεις ποιος σκοτώνει εσένα μέρα με τη μέρα, ανόητε.

-Ανόητος; Μα καλό μου κτίριο, μόνο ανόητος δεν είμαι, ένας ανόητος δεν μπορεί να κατορθώσει αυτά που έχω πετύχει εγώ.

– Άνθρωποι σαν κι εσένα με χτίσανε, χτίσανε και αυτήν την ρημαδιακή την πόλη και κλείσανε τους εαυτούς τους μέσα της για να βασανίζονται. Ανόητος είσαι σου λέω: δεν τα έχεις σκεφτεί ποτέ αυτά που σου λέω;

Πάνω στην ώρα, περάσανε από δίπλα μου δύο τουρίστες, μουρμούρισαν κάτι και μετά χασκογελάσανε.

Η ώρα ήταν κοντά μία και μισή, όταν, διακόπτοντας την κουβέντα μου με το Δημαρχείο, με προσέγγισε μία πόρνη.

-20 ευρουλάκια αγόρι. Όλο το μενού. Θες ή όχι;

-Να τελειώσω πρώτα την κουβέντα μου και μετά ευχαρίστως!

-Σε ποιον μιλάς ρε μαλάκα; Δεν είναι κανείς εδώ. Σε τρελό έπεσα.

Την άρπαξα από τον λαιμό και της φώναξα τόσο που μας ακούσανε ένα δύο τετράγωνα μακριά.

-Με το Δημαρχείο μωρή βρώμα, δεν το ακούς;

Κόντευα να την πνίξω, κάτι που το κατάλαβα πολύ αργότερα, όταν ένοιωσα ένα κλομπ στην πλάτη μου. Το ξεχώρισα γιατί όταν ήμουν νεότερος κατέβαινα σε διαδηλώσεις.

Φανταστικέ μου ακροατή, να μην στα πολυλογώ, οι δύο αστυνομικοί που ήταν από πίσω μου με σαπίσανε στο ξύλο. Όσο εγώ όμως τις έτρωγα, όχι μόνο δεν φώναξα, αλλά τους χαμογελούσα και ανάμεσα στα χτυπήματα τους έλεγα ευχαριστώ. Ευχαριστώ γιατί με βρίζανε. Κοίταξα και την πόρνη, μες στο ξυλοφόρτωμα με την πιο γλυκιά μου ματιά. Ήταν απλό. Κατάλαβα τότε τι μου έλειπε από την ζωή μου. Λίγη παρέα. Και λίγη προσοχή. Αυτό ακριβώς που μου έδιναν οι άνθρωποι εκείνοι εκείνη την στιγμή. Ήταν απλό. Λίγη παρέα χρειαζόμουνα.

Advertisements

Κάνε το σχόλιό σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s