Μάριος και Ουρανία

Δώστου συνέχεια πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, από την μια άκρη του εργαστηρίου στην άλλη, σταματημό δεν έχει. Τα χέρια στις τσέπες του φούτερ και σκυφτό το κεφάλι να κοιτάει το μωσαϊκό του υπογείου. Παρατήρησα και εγώ το μωσαϊκό στο σημείο που καθόμουν… Δεν είχα προσέξει ποτέ κάτω από την καρέκλα, ήταν όλο χτυπήματα σε διάφορα σημεία και μικρές λακουβίτσες, από το σιδερένιο πάγκο προφανώς, και η σκόνη.. η βρώμα.. είχε φωλιάσει σε μαύρα στίγματα μέσα τους οπότε και τα σφουγγαρίσματα που κάναμε με τη χλωρίνη ήταν ανώφελα, δεν θα καθάριζαν. Έπειτα από τούτη την ανακάλυψη, αναστέναξα…
Η απόγνωση για την κατάσταση του Μάριου άρχισε να με καταβάλει. Έστρεψα τη προσοχή σε αυτό που σκάλιζα πάνω στο πάγκο αλλά η άκρη του ματιού συνέχισε να καταγράφει την αδιάλειπτη κίνηση στο χώρο, χωρίς έλεος, πάνω- κάτω. Γύρισα ξανά προς το μέρος του και ανακάθισα.
Είπα
κάθε δεκαοχτώ βήματα χάνεις μια θερμίδα και δεν σου περισσεύουν

Δεν έδωσε σημασία, μπορεί να μην άκουσε καν. Τόσο ήταν τυλιγμένος σε ένα σύννεφο από σκέψεις ή με έγραφε στα παλιά του τα παπούτσια; Άναψα ένα τσιγάρο και είπα

θα στρώσεις το κώλο σου κάτω ή θα σηκωθώ και θα σε γαμήσω;

Πάλι δεν άκουσε αλλά καλύτερα γιατί είναι άκυρο να την πέφτω στα ίσα. Τις τελευταίες μέρες είναι ιδιαίτερα ευσυγκίνητος, μουτρωμένος, παρεξηγησιάρης.. Αυτή η τελευταία κρίση έχει σχέση με τις τύψεις για τη βούτα που έκανε στη μάνα του. Θα φτάσουμε να παίξουμε ξύλο στα καλά καθούμενα… Τα δικά μου καθούμενα γιατί αυτός είναι σε τρομερή ένταση, πάνω-κάτω…
Δεν ξέρω αν δερνόμασταν ποιο θα ‘ταν το αποτέλεσμα. Είναι ψηλός και κοκαλιάρης, ξερακιανός, με σγουρά μαλλιά και γεμάτος φυσική νευρικότητα. Ίσως για αυτό δεν παίρνει δράμι πάχος παρόλο που τρέφεται με σουβλάκια και προφιτερόλ ενώ έχει ένα μούτρο πνιγμένο σε αξύριστα μούσια και σημάδια στο δέρμα από σπυριά που σπάσανε άτσαλα στην εφηβεία. Άρα και πιο αποκρουστικός…Μάλλον θα έκανα ένα βήμα πίσω μόλις αγριευότανε αλλά αν του κατάφερνα μερικές γρήγορες δεν θα είχε τη δύναμη να αντέξει πολύ.

Στην κοσμοθεωρία μου σχεδόν πάντα μια γυναίκα είναι η αφορμή των δεινών αλλά σχεδόν ποτέ η πραγματική αιτία τους καθώς αυτή φωλιάζει κρυμμένη -όπως η βρώμα στο σπασμένο μωσαϊκό- στην παιδική ηλικία μα και σε τυχαία περιστατικά ζωής τα οποία για ακατανόητους λόγους έμμεσα επηρεάζουν μια προσωπικότητα και σκηνοθετούν τις κακοτοπιές στις οποίες αυτή μελλοντικά θα παγιδευτεί. Σε αυτή την περίπτωση το όνομα της αφορμής ήταν: Ουρανία.

Ο Μάριος έφτασε για τριακοστή όγδοη φορά στο πίσω μέρος του υπογείου και έμεινε ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα κοιτώντας τον τοίχο. Αυτό ήταν κάτι καινούργιο. Έπειτα πήρε φόρα και όρμησε στο μπάνιο. Άκουσα τη βρύση να τρέχει. Βγήκε, πήρε καρέκλα κι έκατσε πλάι μου. Είπε

Βγάλε το τάβλι να παίξουμε μια παρτίδα. Κωλώνεις; Τώρα που ζεστάθηκα και έχω όρεξη.

Όταν ήρθε εδώ να ζητήσει μεροκάματο ο Μάριος ήταν καλή εποχή. Δεν τη περιμέναμε τη δουλειά, εκείνη μας περίμενε. Ήμασταν εδώ εγώ και άλλα δυο παιδιά. Με το Μάριο μαζί δουλέψαμε τέσσερα άτομα ταυτόχρονα για κάμποσο καιρό. Μετά άρχισε να σπάει κάπως μέχρι να φτάσουμε κοντά στον πάτο. Είχα λογαριάσει καιρό να βάλω λουκέτο σε αυτό το ρημάδι αλλά δεν μπορούσα να του το πω. Πως να βάλω τα λόγια σε μια σωστή σειρά; Μα δεν έβγαιναν ούτε τα λειτουργικά έξοδα… Και ο Μάριος; Καλύτερα και από αδελφός. Αν έφευγε από εδώ όμως ήταν χαμένος με τα μυαλά που κουβαλούσε. Έπρεπε με ευθύνη να σκεφτώ το βάρος για την τύχη δύο ανθρώπων. Αν μπορούσε να γίνει διαφορετικά.. Αλλά το μόνο που έμενε ήταν να βρω τρόπο να του το ανακοινώσω.

Χτύπησε δυνατά τα πούλια της τελευταίας ζαριάς. Είπε

Καριόλες, θέλουν όλες σκότωμα!

Δάγκωσα τα χείλια, σταύρωσα τα χέρια πίσω στο σβέρκο κοιτάζοντας το ταβάνι προσπαθώντας να μη σκάσω στα γέλια. Μέσα στο βάρος που σήκωνε του άρεσε να ξεγλιστράει με την σκέψη ότι η Ουρανία τον παρέσυρε σε αυτή την τελευταία μαλακία.

Καμιά φορά λες τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα λογαριάζεις, άλλες φορές πάλι έρχονται όπως ακριβώς είναι υπολογισμένα. Από την μέρα που ο πατέρας του έπεσε από τη σκαλωσιά και δεν μπόρεσε ξανά να δουλέψει, κλείστηκε σε ένα καφενείο με το μαράζι αγκαλιά. Στις φλέβες του Θανάση άρχισε να τρέχει ανακατεμένο κονιάκ, ούζο και μπύρα ώσπου μια ωραία μέρα -μιά δεκαριά χρόνια μετά το ατύχημα- τους την έκανε για τα καλά και μείνανε τα δυο τους, μάνα και γιος. Κιμπάρης ο Θανάσης -σου λέει έγινα βάρος- ήταν και ανασφάλιστος, τι κάνω σε αυτή τη ζωή; Πλακώθηκε γερά μια περίοδο μέχρι που το αλκοόλ τον έσκασε. Ο Μάριος εκεί κοντά στα 15 άρχισε να ψάχνει για δουλειά όπου να ναι και η μάνα συνέχισε κανονικότατα να σφουγγαρίζει σκάλες. Ναι, μελό… αλλά έτσι ήρθανε τα πράγματα, πως να το κάνουμε; Ο Ολυμπιακός και τα ντραγκς μπήκαν γρήγορα από την κεντρική είσοδο της ζωής του και εκείνος μία έβριζε και μία παρακαλούσε την αξιοπρέπεια που την είχε πετάξει από το πίσω παράθυρο μήπως έτσι την πείσει να γυρίσει πίσω. Παράπονα.. Μολογημένα και ανομολόγητα..

Μα είναι από την καλή την ανθρώπινη πάστα που για κάθε μαλακία που έκανε, μετά στεναχωριότανε. Έτσι είναι… Καλοί και κακοί θα κάνουμε τα κερατιάτικα όταν θα ‘ρθει η ώρα αλλά τα μαύρα σκυλιά δεν σκάνε ποτέ. Οι άλλοι, στην συνομοταξία του Μάριου ξεχωρίζουνε γιατί μετανιώνουν και γεμίζουν τη ψυχή τους με ένα μαύρο στίγμα για κάθε μπαγαποντιά που κάνανε.
Γνώρισε την Ουρανία στο νεκροταφείο που είχε πάει με τη μάνα του για να ανάψει το καντήλι του Θανάση. Η Ουρανία δεν είχε πάει για κανέναν εκεί αλλά τότε γενικά χαλάρωνε στα νεκροταφεία τα απογεύματα λίγο πριν τελειώσει το επισκεπτήριο και ο κόσμος ήταν λιγοστός. Έπαιρνε καφέ στο πλαστικό και την άραζε σε όποιο μνήμα της έκανε κέφι. Κρατούσε συνήθως το βιβλίο του Ρεμπώ και τεντωνότανε μαχμουρλίδικα στα άσπρα νεκρικά μάρμαρα μιλώντας σε πουλάκια των δέντρων απαγγέλλοντας αλλόκοτους στίχους. Όχι δεν είναι μπάνικη γκόμενα η Ουρανία. Μιλήσανε τυχαία και εκείνη έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για αυτό το περιστατικό που θυμόταν ο Μάριος από τα παιδικά του χρόνια και έτσι κολλήσανε. Διαφορετικοί κόσμοι, ο ένας μεγαλωμένος στη θύρα 7 και η άλλη στα πατάρια των βιβλιοπωλείων. Αλλά η φούντα και μερικές ψυχαναλυτικές συζητήσεις ήταν συγκολλητικοί παράγοντες.

Σηκώθηκε και ξαναπήγε στο μπάνιο. Πήγα κάτι να πω μα το μετάνιωσα.

Έχει συνδέσει το εγκεφαλικό που έστειλε τη μάνα του στον Ευαγγελισμό με το ξαλάφρισμα που έκανε ο ίδιος στα φράγκα. Δεν το βλέπω έτσι και του το είπα προχτές πάνω στην κουβέντα. Ήτανε να το πάθει. Ήταν η ώρα της ας πούμε. Λίγα έχει περάσει; Η Φωτεινή έφυγε ξεριζωμένη από την Σμύρνη με την καυτή στάχτη να τσουρουφλίζει τις πατούσες, έφτασε στην Αθήνα με ένα βρακί και έβλεπε μια ολόκληρη ζωή να της τα φέρνει όλα τούμπα ο δαίμονας και ο χάρος. Τώρα στα τελειώματα με την σύνταξη και το βελονάκι έπεσε ανάσκελα επειδή κάνανε φτερά από το συρτάρι δυο τρία χιλιάρικα που φύλαγε για τα κοράκια και τους τραγόπαπες; Είδε ότι έλειπε το κομπόδεμα και της ήρθε το κακό; Δεν μπορεί αυτό να είναι σίγουρο.

Ξεκόλλα -τον σκούντηξα-

Κοίτα να τα μαζέψεις πάλι λίγα λίγα για να γίνει η έξοδος της γριούλας όταν είναι να γίνει, όπως θέλει εκείνη. Να πούμε για την μνήμη της Φωτεινής. Αλλιώς; Μπράβο που τα ξεκοκάλισες.

Δε μίλαγε, είχε βάλει τη μούρη κάτω και δε μίλαγε. Προχτές περνούσε τη φάση “δε μιλάω” και σήμερα “δε στρώνω κώλο πουθενά”. Τον έπιασα από το σβέρκο να του ανεβάσω το πρόσωπο που ήταν ένα με το πάτωμα. Τα μάτια κόκκινα και πρησμένα. Είχε ξεχειλίσει μέσα του ένα ποτάμι και τα έπαιρνε όλα αμπάριζα. Αναμνήσεις, γκόμενες, πιόματα, συναισθήματα, φάσεις, φίλους, αδέρφια. Να τι ήμασταν με το Μάριο, αδέρφια! Θα ήταν διαφορετικός μετά από την ιστορία αυτή, το ένιωθα. Μπορεί να ήταν και για καλό. “Να μην το φορτίσω με σοβαρές σκέψεις” σκέφτηκα. Του έριξα μια γερή κουτουλιά και είπα
Κωλόγαυροι! Με τη παράγκα θα το πάρεις το πρωτάθλημα πάλι φέτος, τσίπα δεν έχετε να αυτοκτονήσετε όλοι μέσα στο τηγάνι;

Εκείνος είπε

Να κοιτάξετε να φτιάξετε ομάδα για να έχουμε σοβαρό αντίπαλο και μετά μιλάς για την παράγκα.

Τραβιόντουσαν εδώ και κει. Σε ουζερί, καφετέριες, σινεμά, σε εκθέσεις στο πεδίο του Άρεως… Έλεγε ότι τον πρώτο καιρό η Ουρανία έδινε μεγάλη προσοχή όταν της μίλαγε για τον εαυτό του. Μερικές φορές αισθανόταν μαζί της σαν να ήταν στο μουρλογιατρό. Δεν του έκανε κακό. Πια παρέα θα μπορούσε να βλάψει τον Μάριο που μεγάλωσε στην ίδια γειτονιά με το Μπάμπη τον Χειρουργείο και το Νίκο τον Τρίχα; Πάντως, υπό κανονικές συνθήκες την Ουρανία δεν θα την πήγαινα μία… Το στιλ αυτό που κυκλοφορούσε με σημειώσεις του Χαϊντέγγερ για την ριζοσπαστικότητα της τέχνης το πέρασα κάποτε και από τότε όποτε έπεφτα πάνω του, 8 στις 10 ήταν για τύπους που απλά πουλάγανε ακριβή μόστρα.
Το περιστατικό από τα παιδικά χρόνια του Μάριου ήταν σε μια επίσκεψη στο παλιό Λούνα Πάρκ, στο Καλαμάκι. Αγοράσανε στο μικρό Μάριο μαλλί της γριάς που τρελαινότανε με δαύτο και εκείνος μόλις το πήρε στα χέρια πήγε καρφί στα βοτσαλάκια δίπλα στη θάλασσα και το πέταξε στο κύμα. Χριστό τον έκανε μέχρι το σπίτι η κυρά Φωτεινή να μάθει το γιατί αλλά μήτε εκείνος ήξερε την απάντηση! Σαν υπνωτισμένος το πέταξε μπλουμ και αυτό ήταν. Είχε να το λέει! Η Ουρανία μόλις το άκουσε έδειξε ενδαφέρον. Εγώ όταν το έμαθα πρώτη φορά έβαλα τα γέλια μα είμαι βέβαιος ότι κάποιο συμπαντικό χάσμα άνοιξε για μερικές στιγμές και σαν κάτι να χάραξε μέσα του για να κινηθεί με παραδοξότητα.
Ανέβηκε τα σκαλοπάτια προς την εξωτερική πόρτα και έμεινε στο πάνω σκαλί για λίγο. Κοιτούσε το δρόμο έξω και απλά χαιρόταν τις αχτίδες του ήλιου που ορμάγανε μεσημεριάτικα στο υπόγειο.

Ασυναίσθητα ήρθανε στο μυαλό μου εικόνες από το παρελθόν, όταν εδώ κάτω στο εργαστήριο ήμασταν πολλοί και δουλεύαμε με γέλια και βρισιές. Είχε τελειώσει μια ολόκληρη εποχή και έπρεπε να τα μαζεύουμε εμείς οι δυο τελευταίοι. Τις μηχανές θα τις έσπρωχνα για παλιοσίδερα. Ο Μάριος την τελευταία μέρα σαν οποιαδήποτε άλλη θα έπαιρνε το λεωφορείο για να γυρίσει σπίτι. Εγώ την επομένη με τη Λία και τα δίδυμα θα πηγαίναμε από νωρίς στο πάρκο.. Θα τον έπαιρνα και τηλέφωνο να δω πως περνάει…

Όλη αυτή η ανακατωσούρα με την καβάτζα της κυρά Φωτεινής έγινε γιατί είχανε φαγωθεί τα δυο τους να κλειστούνε το σαββατοκύριακο στη γκαρσονιέρα της Ουρανίας και να ρουφήξουνε όση κοκαΐνη μπορούσαν να ψωνίσουν. Τον είχα ρωτήσει σχετικά πριν μάθει για τη συγκοπή της μάνας του
Την ευχαριστήθηκες;

Είπε

Είναι άλλο πράγμα. Ένα βουνό να είχα τώρα, θα έπεφτα επάνω του.

Απάντησα στο τηλέφωνο βυθισμένος ακόμα στη μελαγχολία. Είχε δώσει και το νούμερο της δουλειάς στην κλινική.

Ναι, εγώ είμαι ο γιος της…

είπα χωρίς να σκεφτώ πως και γιατί. Το και το. Τελεία και παύλα.

Συλλυπητήρια.

Ευχαριστώ πολύ, να είστε καλά.

Τον κοίταξα πάλι. Έμενε ακίνητος εκεί να γεύεται το μερτικό του από τον ήλιο. Όπως τα είπα, έτσι; Είχε τελειώσει μια ολόκληρη εποχή εδώ κάτω. Ήταν ώρα να φεύγουμε.

Μητσάκος Ζαφ

Advertisements

Κάνε το σχόλιό σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s