Της Αγίας Δευτέρας Ευκαιρίας Ανήμερα

Ήτανε όλοι εκεί…

Παλιές αγάπες, παλιοί φίλοι που γίνανε εχθροί, εχθροί που γίνανε αδέρφια σου. Ολοι, μα όλοι αυτοί που γνώρισες στην διαολεμένη βόλτα σου με το τρενάκι του τρόμου που λένε ζωή, ήτανε καλεσμένοι στην παράξενη γιορτή σου.

Τι περίεργη γιορτή, Θεέ μου! Συνήθως γιόρταζες (τις περισσότερες φορές μόνος) την ημέρα της γέννησής σου και σήμερα δεν ήτανε αυτή. Η λιτή τούρτα είχε ένα κεράκι λιγότερο, μα δεν σε ένοιαξε. Αυτό που σε έτρωγε ήταν τα γηρατειά μέσα σου, η μαυρίλα της κωλόγριας της ψυχής σου. Οπότε, έβαλες και συ ένα ποτήρι δηλητήριο από ένα μπουκάλι πουδεν είχες ξαναδεί και πήρες την θέση σου στο πανηγύρι αυτό.

Το μπάσταρδο το δηλητήριο! Μια ζωή την είχατε περάσει αγκαζέ. Το έπινες και σε έπινε. Στην αρχή νόμιζες ότι μπορούσες να το ελέγξεις, αλλά σιγά σιγά έχασες κάθε έλεγχο και τώρα είσαστε ένα. Αίμα και φαρμάκι, ανάσα και αφιόνι, σάρκα και γυαλλί. Όλα σε ένα και καθόλου νοικοκυρεμένα!

Έριξες το βλέμα σου τριγύρω, μπας και βρείς κάποια ηλίθια φάτσα να κοροϊδέψεις ή μια ευχάριστη παρουσία για να πεις καμιά κουβέντα της προκοπής. Ήταν η στιγμή που ξαναείδες Αυτήν. Δεν μπόρεσες να θυμηθείς το όνομα ή την φωνή Της, αλλά αυτό το άρωμα δεν μπορούσες να το αγνοήσεις στιγμή. Σου θύμιζε κάθε ευχάριστη στιγμή σου, θαμμένη στα σκονισμένα ντουλάπια του νού σου. Κοίταξες το ποτήρι:“Ρε μαλακία, μάλλον πρέπει να σε ελλατώσω…. ή να σε αυξήσω…“. Θα αποφάσιζες αργότερα για αυτό, γιατί είχε έρθει η ώρα της τούρτας.

Πλησίασες το τραπέζι και διαπίστωσες ότι έλειπαν μερικά ακόμα κεριά. “ Ρε κάτι ψωμόλυσσες!!! Θα μου φάνε και κανα κορδόνι από την πείνα… Αλλά δεν γαμείς; “. Η εσωτερική σου αναζήτηση διακόπηκε από το δικό Της άγγιγμα στον ώμο σου. Πήρες το σφηνάκι που σου προσέφερε και κατάλαβες πως ήταν η ώρα να ανταλλάξεις ευχές. Πόσο το σιχαινόσουν;;;

Ήπιες το καινούργιο – ακόμα και για σένα – φαρμάκι και προσπάθησες να αρθρώσεις μερικές λέξεις, να πεις τις τυπικές μπούρδες που όλοι λένε, μα η μιλιά σου είχε χαθεί. “Σσσς, αρχίζει“, άκουσες να λένε, καθώς έβλεπες τα κεράκια ένα ένα να χάνονται και τα πάντα γύρω σου να τρέχουν. Από κάποια στιγμή και μετά έβλεπες μόνο πρόσωπα:

Η πρώτη σου αγάπη… – Δεν έμοιαζε και τόσο αγγελικά πλασμένη πλέον, έ;

Οι παιδικοί σου φίλοι… – Πόσες φορές σε περίμεναν και εσύ του κρέμασες;

Διάφορα μοιάσματα τριγύρω σου… – Πόση φαιά ουσία είχες καταναλώσει για να τους δώσεις αξία;

Κάποιο ψηλό κάστρο,  χαμένο στην κεντρική ευρώπη… – Εκεί που για πρώτη φορά ένιωσες να ανασαίνεις ελεύθερος

Τα κεριά συνέχιζαν να χάνονται! Τι θα γίνονταν μόλις τέλειωναν; Θα μάθαινες σε λίγο… 3…2…1…

Άνοιξες τα μάτια σου και ξύπνησες στην αγκαλιά Της. Κοίταξες μέσα στα μάτια Της και ήταν η πρώτη φορά που αντίκρυσες το πρόσωπο του Θεού. Θέλησες να ουρλιάξεις πόσο την αγαπάς, μα το μόνο που βγήκε από το στόμα σου ήταν ένα μωρουδίστικο κλάμα. Σε κράτησε στα χέρια της και αποκοιμήθηκες, καθώς στο νου σου αντηχούσαν τα λόγια του Eric Draven: “Μητέρα είναι η λέξη για το Θεό, στις καρδιές και τα χείλη όλων των παιδιών“

…Δεν θα ξανάκανες ποτέ τα ίδια λάθη…

Χρόνια πολλά, ρε μαλάκα!!!
Χαρούμενη Αναγέννηση!!!

Advertisements

About noeemon

γεννήθηκε το 1983 και από τότε την παλεύει δεν την παλεύει... Ασχολείται για χόμπι με τις τέχνες. Οπότε μια που είδε όλοι να γράφουν, είπε κ αυτός να δοκιμάσει!

Κάνε το σχόλιό σου

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s