All posts by atetra

Αποχωρισμός

Μεσάνυχτα…
και έγινε το φως του φεγγαριού απόκοσμο
μες στο γαλάζιο των ματιών σου
καθώς εσύ αποφάσισες να φύγεις μακριά μου

Απόρησα…
σαν πυρωμένο σίδερο χάραξες την καρδιά μου
μ΄εκείνο το «αντίο» σου
που σαν βρισιά το έφτυσες απ΄τα λεπτά σου χείλη

Απόγνωση…
είχες θωριά αγέρωχη
τα χέρια σου φτερούγες δυνατές απλώθηκαν
στο άπειρο, και έφυγες ανέλπιστα απ΄τη μικρή ζωή μου

Το χάραμα…
με μάτια θολά απ΄τον πόνο σου
έστρεψα το πρόσωπο ψηλά, στα τρεποπαίζοντα
κεντίδια τ΄ουρανού σου, που κάποτε μου χάρισες
μ΄αληθινή αγάπη
Κι έκανα όμορφη ευχή για σένα και για μένα
Και είπα: «αν κάποτε γινότανε να σ΄ανταμώσω πάλι
να έχει μείνει μέσα μου ΜΌΝΟ η ανάμνησή σου»

atetra (Σ.Ε.)
31/01/13
22:32

Advertisements

Ξεχασμένες Σιωπές

Αν κάποτε μετρούσες τις ώρες
για ν΄ αναζητήσεις τις πιο σωστές λέξεις
να εκφραστείς
Τώρα ανακαλύπτεις ξαφνικά την
ομορφιά της σιωπής σου.

Θυμάσαι που κάποτε κοιτούσες το
προσφιλές σου πρόσωπο
και άπειρα λόγια συσσωρεύονταν στην
άκρη των χειλιών σου
παλεύοντας να βρουν διέξοδο προς
εκείνο.

Τώρα όλα αυτά φαντάζουν μακρινά
Και εσύ νιώθεις ένας άλλος
Αλλάζεις συνεχώς κι απορείς που
οι άλλοι κοπιάζουν να τ’ αναγνωρίσουν.
Θυμώνεις με ΄σένα και ξεσπάς
Ο αγώνας σου άνισος μα εσύ τον
αποζητάς καιρό… και τώρα που σε
βρήκε ξανά… να τον αφήσεις;

Λόγια-λόγια… αμέτρητες λέξεις
βουίζουν στ΄ αυτιά σου
Σου διαρρηγνύουν τα ώτα σου
Ξεσκίζουν τις φλέβες σου
Διαλύουν τους νευρώνες σου
Ραπίζουν με λύσσα το χλωμό σου πρόσωπο
Πασκίζουν να ξεκλέψουν ένα βλέμμα
από τα ερμητικά κλειστά σου μάτια.

Μα εσύ μένεις ασάλευτος
μέσα σ΄έναν ορυμαγδό από
λέξεις, κούφιες, άδειες, κενές
μα και με κάποιο νόημα λέξεις…
Τα δυνατά σου πόδια ρίζωσαν
στη διψασμένη γη
Τα χέρια σου σφίχτηκαν γροθιές
και ετοιμάζονται για την
πολυαναμενόμενη σύγκρουση.

Αφουγκράζεσαι τη σιωπή σου
αυτή που πάντα υπήρξε φίλη σου
και πιστή σου σύντροφος
Μ’ αυτή πάντα μοιραζόσουν τις σκέψεις σου
τους φόβους σου, τα όνειρά σου, τις ελπίδες σου.

Ήταν εκείνη που σου κρατούσε σταθερά
το μικρό σου χέρι και σε οδηγούσε μακριά
απ΄ τα γοργοπόδαρα λόγια
φέρνοντάς σε κοντά σε στέρεες πράξεις.

Νιώσε τη ξανά να στέκεται
αγέρωχη στο πλάι σου, έτοιμη για το
νέο ξεκίνημα. Τα μάτια της,
σκληρή μα καθαρή αλήθεια, σου δείχνουν το δρόμο.

Ιδού του Χρέος σου!!!

atetra, 25/12/12
(Σ.Ε.)

Ο φίλος μου ο Αντώνης

Ο Αντώνης συνήθιζε πάντα να χάνεται μέσα σε περίεργες ουσίες, παράνομες καθώς καταλαβαίνετε, αναζητώντας (ποιος ξέρει γιατί), απαντήσεις σε ερωτήματα όπως «γιατί ο γείτονας όταν βγαίνει στο μπαλκόνι του φυτρώνουν μεγάλα αρχίδια και κέρατα στο κεφάλι» ή «πότε το Λενάκι από τον κάτω όροφο, θα πετάξει μέχρι το κρεβάτι του για να βρεθεί από πάνω του τραγουδώντας στ’ αυτιά του σκοπό ερωτικής αποπλάνησης».

Τέλος πάντων! Αυτά είναι μακρινό παρελθόν τώρα πια αφού από εκείνη την εποχή έχουν περάσει ήδη 25 χρόνια και εγώ δε γίνεται να συναντηθώ με το φίλο μου τον Αντώνη όπως τότε, να κουλουριαστώ στην πολυθρόνα του σαλονιού του και να «καπνίζω» τα ντουμάνια που ξερνούσε σε κυκλικούς σχηματισμούς, σαν παλιό φουγάρο του μουτζούρη.

Μου λείπουν όμως εκείνες οι στιγμές… Εκείνο τον καιρό τον Αντώνη μόνο μέσα στα ντουμάνια τύχαινε να τον συναντώ κάθε φορά, όταν δηλαδή η ξαδέρφη μου η Λέλα με τραβολογούσε σαν κλοτσοσκούφι μαζί της στα νυχτο-περπατήματά της, για ξεκάρφωμα. Η Λέλα ήταν τότε 18 χρονών, με όμορφο πρόσωπο και καλοσχηματισμένο κορμί. Εγώ μόλις 15, αδύνατος σαν τσίρος, με κοκοράκι στα μαλλιά, βερμούδα μέχρι το γόνατο, σχισμένους αγκώνες και γόνατα από το ποδόσφαιρο, σαστισμένο βλέμμα, κοντύτερο ανάστημα από αυτό της ξαδέρφης μου και με φαντασία που υπολειπόταν εξαιρετικά της δικής της.

Θα μου πείτε τώρα… αν η Λέλα μπαινόβγαινε στο αχούρι του Αντώνη κάθε τόσο, πώς γινόταν να ξεμένει η αφεντιά μου στο σαλόνι του και να μαστουρώνει με τα ντουμάνια του; Η απάντηση είναι απλή! Η ξαδέρφη μου πήγαινε εκεί για το συγκάτοικο του Αντώνη, τον Μάκη! Καλό παιδί ο Μάκης… Ωραίο παιδί, στην ηλικία του Αντώνη, αθλητικός τύπος, με προφίλ σαν αυτό του Αλέν Ντελόν που τρέλαινε τα κορίτσια και μακριά από εξαρτήσεις σαν και του Αντώνη. Αυτός είχε αδυναμία στον ποδόγυρο, όπως έλεγε και η καημένη η μάνα μου, αλλά τη Λέλα δεν την ένοιαζε τότε! Μετά από ένα χρόνο όμως που γκαστρώθηκε, την ένοιαξε  που ο «καλός» της έγινε τελικώς από Μάκης… Λούης (και αεριωθούμενο μαζί) και εξαφανίστηκε σαν να ήταν μάγος! Ακόμα για να καταλάβετε, μας είναι άγνωστο αν ζει ή αν πέθανε. Και πιστέψτε με, η ξαδέρφη μου δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια, παρά μέριασε  και τα βουνά για να τον βρει και να δώσει τ’ όνομά του στο μωρό τους… Αλλά αυτά είναι μια άλλη ιστορία.

Αυτός ο Μάκης λοιπόν, ο «καρδιοκατακτητής» (τρομάρα του), είχε και «ευγενικούς» τρόπους αφού, ναι μεν ξαπόστελνε τον Αντώνη απ’ το δωμάτιό του για να κάνει τη δουλειά του με τη Λέλα, μας «επέτρεπε» όμως να καθόμαστε στο σαλόνι και να μην ξεροσταλιάζουμε έξω στο κρύο. Κι έτσι και ‘γω ξέμενα με τον ονειροπόλο Αντώνη, ο οποίος για να πνίξει την ανία του και τα νεύρα του που έπρεπε να με έχει κάθε τρεις και λίγο μες τη μούρη του και τον Μάκη με τη Λέλα μέσα στην κρεβατοκάμαρά του, (να σημειώσω εδώ ότι ο Μάκης ήταν φοιτητής τότε στην πόλη μας, πρώτος ξάδερφος και φιλοξενούμενος του Αντώνη) ξάπλωνε φαρδύς-πλατύς στον καναπέ του σαλονιού του, έστριβε «τσιγάρο» και χανόταν μέσα στις παραισθήσεις του.

Με ‘πιάναν και μένα τότε τα ντουμάνια και γινόμουν λιώμα μαζί του. Και καθώς ο Αντώνης άρχιζε να ξεστομίζει τις θολές σκέψεις του για γειτόνους με κέρατα και γειτονοπούλες Σειρήνες, σάστιζα και ‘γω και πάλευα με τα τέρατα του μυαλού του, για να ερμηνεύσω τα δικά μου που ολοένα με πλησίαζαν…

Αυτή η δουλειά συνεχίστηκε για κανένα χρόνο. Στο διάστημα αυτό γίναμε φίλοι με τον Αντώνη, τόσο, που όταν η ξαδέρφη μου η Λέλα γκαστρώθηκε απ’ τον Μάκη και αυτός την κοπάνησε, στεναχωρήθηκα που δε θα ξαναπήγαινα στο σπίτι του φίλου μου. Για να πάω μόνος μου, ούτε λόγος. Όχι ότι δεν το σκέφτηκα δηλαδή… Μάλιστα, καμιά δεκαριά φορές είχα πάρει το ποδήλατο και κλεφτά-κλεφτά, δίχως να το ξέρει κανείς, έφτανα μέχρι το σπίτι του Αντώνη… Κοντοστεκόμουν για λίγο έξω απ’ την πόρτα του, έκανα και δυο-τρεις βόλτες στη γειτονιά και μετά πάλι πεντάλ και πίσω στο σπίτι. Πού να βρω το θάρρος;

Ε, ύστερα πέρασε ο καιρός, φούσκωνε και η κοιλιά της ξαδέρφης μου και όσο φούσκωνε τόσο μεγάλωνε και το δράμα μας (καταλαβαίνετε, που δε βρισκόταν ο Μάκης και το μωρό δεν είχε πατέρα και τα συναφή… άλλες εποχές τότε) μέχρι που η Λέλα μας γέννησε (ένα πανέμορφο κοριτσάκι, την Αργυρούλα μας) και μαζί με την κοιλιά της ξαδέρφης μου, ξεφούσκωσε και η ανάμνηση του φίλου μου του Αντώνη…

Όμως ποτέ δεν τον ξέχασα. Πάντα τον θυμόμουν με ένα παράξενο αίσθημα νοσταλγίας ανακατεμένο με μια ανεξήγητη θλίψη που πλημμύριζε την καρδιά μου στη θύμησή του. Τότε δεν μπορούσα να εξηγήσω το γιατί, απλώς ευχόμουν μέσα μου κρυφά, να ερχόταν η στιγμή που θα ξανάβλεπα το φίλο μου τον Αντώνη, αυτόν τον ονειροπόλο «quest star» της εφηβικής μου ηλικίας.

Και να που τελικά, το ταξίδι της ζωής μου με έφερε μπροστά στο όνομα του φίλου μου, γραμμένο σε καρτελάκι άσπρο. Και εγώ σαν χαμένος, πρέπει να κάνω έτσι και να ανασηκώσω το λευκό σεντόνι που τον καλύπτει, για να κάνω το χρέος μου προς αυτόν, την κοινωνία και τον έφηβο εαυτό μου που ακόμη νοσταλγεί τις στιγμές που κουλουριαζόταν σ’ εκείνη την παλιά πολυθρόνα.

Ποιος είπε ότι με τον καιρό ο ιατροδικαστής συμβιβάζεται με το θάνατο και τον ανθρώπινο πόνο, ώστε να παύει να πονά ο ίδιος στο θέαμα ενός κακοποιημένου ανθρώπινου σώματος; Αν ο καθρέπτης της ψυχής μας είναι τα μάτια μας, τότε ο αντικατοπτρισμός του θανάτου μας, είναι το σώμα μας που μένει πίσω. Έτσι, αυτή τη στιγμή στέκομαι αποσβολωμένος,  γεμάτος πόνο και τρόμο μπροστά στο κουφάρι του παλιού μου φίλου, για να μετρήσω τις πληγές του που καταμαρτυρούν τον μοναχικό και φριχτό του θάνατο.

Παλεύω με τον εαυτό μου για να σταθώ στα πόδια μου και να αποχαιρετίσω ένα φίλο που η ζωή διάλεξε να μας ξαναφέρει κοντά ο θάνατος. Με ανάσα βαριά δίνω υπόσχεση «Παλιέ μου φίλε, καλό ταξίδι για εκεί που πας. Σ’ αυτή τη ζωή, θα ‘σαι για μένα πολύτιμη πυξίδα και μάθημα ζωής».

atetra (Σ.Ε.)
31/08/2012

Το κάλεσμα

Παγερό νεφέλωμα σκίασε τη ματιά του,
καθώς εγώ του άπλωνα γυμνά τα δύο μου χέρια.

Δεν είχε λόγια για να πει, μόνο κοιτούσε πέρα.
Αφήνοντας τ΄ αόρατο της μοναξιάς τ΄αγρίμι,
να ξεχυθεί επάνω μου, να με κατασπαράξει.

Ένιωσα τρόμο ανείπωτο και ξέφυγα μονάχη.
Και ρίχτηκα μέσα στη νυχτιά, στου ξέφωτου τ΄απάγκιο,
για να σωθώ από μένανε και τη δική του μοίρα.

Θεά, εσύ π’ αγάπησες τον άνθρωπο της Γής μου
και που τον έντυσες γαμπρό για να με ξεγελάσει,
δώσε μου τη δύναμη να γίνω όπως και πρώτα.
Να νιώσω πάλι τη χαρά της όμορφης ζωής μου,
που είχα μόνο στις αρχές και πριν από το πάθος.

Δε σε αρνούμαι Αρχόντισσα, μήτε σε κατακρίνω.
Δεν καταριέμαι τη στιγμή που γνώρισα εκείνον.
Μόνο που σε παρακαλώ, ν΄ανοίξεις τα φτερά σου,
να στρέψεις το κεφάλι σου, το ηλιοστολισμένο,
να με κοιτάξεις μια στιγμή, που στέκομαι και τρέμω.

Για να γιατρέψεις την πληγή, που μ΄άφησε τ΄αγρίμι
της μοναξιάς και της οργής του πρωτοξεχασμένου.
Και να χαρίσεις ΄πάνω μου λίγη στοργή κι αγάπη.
Όπως και κάνει του παιδιού, του πληγωμένου η Μάνα.

atetra (Σ.Ε.)
30/08/2012

Μιλώντας για φυγή

Είχα τα μάτια μου καρφωμένα μακριά στο κενό, έξω απ’ το παράθυρο,
όταν σε ένιωσα να στέκεσαι σχεδόν δίπλα μου

Σε περίμενα και ‘συ πλησίασες
Δε ρώτησα τι σε κράτησε τόσο μακριά

Μου αρκούσε μόνο που τώρα μπορούσα να αγγίξω τα ακροδάχτυλα σου
Χαιρόμουν τις στιγμές που μπορούσα να βλέπω τον ουρανό, στο γαλάζιο των ματιών σου
Φτερούγιζε η καρδιά μου που μπορούσα να αναπνέω τ’ ανοιξιάτικα αρώματα στη δροσερή σου αύρα

Γλυκό μου πλάσμα,
Τι κρίμα αλήθεια … όταν η μοίρα σ’ έφερε κοντά, εγώ ήμουν έτοιμη πια να φύγω

atetra
(5/11/11, 23:55)

Τώρα ξέρεις…

Ήμουν για καιρό ένα παιδί με φωτεινά όνειρα, με γοργό πέταγμα στο νου και γέλιο που τράνταζε συθέμελα τους φρεσκοβαμμένους τοίχους της πόλης μου. Γεννήθηκα σε μικρή πόλη, μέσα στην Άνοιξη, όταν οι αγροί είχαν πλημμυρίσει στο χρώμα και στα αρώματα από κάθε λογής χλωρίδα της ελληνικής γης. Είχα τα σχέδιά μου εγώ για τη ζωή. Δε με ένοιαζε τίποτα. Κοιτούσα μπροστά, και βάδιζα στα σίγουρα να φτάσω το στόχο μου… ήμουν ακόμη παιδί τότε.

Μεγάλωσα και ξαφνικά ξύπνησα μια μέρα και βρέθηκα να ζω σε πόλη με άχρωμους τοίχους, βρώμικα σοκάκια και ανθρώπους στα μαύρα ντυμένους. Όσο και αν προσπάθησα να θυμάμαι πως είχα γεννηθεί να ζω σε χρώμα, τελικά ντύθηκα και εγώ το μαύρο. Τα όνειρα που στόχευα κάποτε, έπαψαν να γεμίζουν με λαμπρό φως το πλάνο μου. Έγιναν άπιαστα, μακρινά… ξεθώριασαν. Μόνο ο φόβος, η συνενοχή και η απελπισία με συνόδευαν πια.

Κάποτε, βγήκα έξω να ρωτήσω για να μάθω τι συνέβη και πήραν όλα δυσμενή τροπή. Κάποιοι με κοίταξαν αδιάφορα και συνέχισαν το δρόμο τους, άλλοι στάθηκαν για λίγο και με παρηγόρησαν με ένα πικρό χαμόγελο, «έτσι είναι η ζωή παιδί μου». Άλλοι πάλι με τρόμαξαν με την οργή που έκρυβαν μέσα τους, με το θυμό που άφησαν να ξεβραστεί καθώς περιέγραφαν την εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν την ήξερα άραγε εγώ αυτή την αλήθεια; Κι όμως, μου ήταν τόσο γνωστά όλα! Κομμάτι του εαυτού μου ήταν όλη αυτή η πίκρα και η οργή! Που πήγαν τα όνειρά μου; Ποιους άφησα να μου τα κλέψουν και γιατί; Βαρέθηκα λοιπόν και αφέθηκα; Ξέμεινα με τα όνειρα και ξέχασα να ασχοληθώ με την πράξη;

Ένας κύριος, με τραβηγμένα τα χαρακτηριστικά του ριτιδιασμένου προσώπου του, με άρπαξε με τα ροζιασμένα του δάχτυλα απ’ το χέρι και με τράνταξε με δύναμη. «Ξύπνα!», βροντοφώναξε πάνω στο πρόσωπό μου. «Δεν είσαι ακόμη μικρό παιδί. Μεγάλωσες! Και τα μεγάλα παιδιά δεν ψάχνουν να βρουν την αλήθεια που τους τραβά στο σκοτάδι. Αυτή την ξέρουν ήδη, γιατί τη βίωσαν για χρόνια στο πετσί τους. Δημιουργούν μια δικιά τους αλήθεια, για να τους βγάλει στο φως! Τι στέκεσαι λοιπόν και μοιρολογάς ακόμη;»

Σάστισα με τα λόγια του. Τον κοίταξα με τρόμο, δίχως να είμαι σίγουρη αν είχα ακούσει όσα ούρλιαξε μέσα στα αυτιά μου. Εκείνος, έγνεψε καταφατικά με το κεφάλι, σαν να έλεγε «τώρα ξέρεις…», γύρισε την πλάτη του και έφυγε, σηκώνοντας στους ώμους του τα χρόνια που τον βάραιναν. Έμεινα να τον κοιτάζω καθώς η φιγούρα του ξεθώριαζε μέσα στο πλήθος. Όταν έπαψα πια να τον βλέπω, τα τελευταία του λόγια γύρισαν πάλι στο μυαλό μου. «Τώρα ξέρεις…»

Και όντως! Τώρα ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Όχι μόνη μου, μα με όλους που σαν και εμένα αναζητούν την αλήθεια που πάντα ήξεραν, μοιρολογώντας το ένδοξο παρόν που ποτέ δεν το προσπάθησαν και αποφεύγοντας τις ευθύνες τους, βαφτίζοντάς τες αμαρτίες άλλων.

Μεμιάς τα όνειρά μου απέκτησαν και πάλι χρώμα και τα μάτια μου άρχισαν να βλέπουν ξανά καθαρά. Την καρδιά μου τη φώτισε η ελπίδα και τη μοναξιά μου την έπνιξε η δύναμη των ανθρώπων που ήξερα πως αποστρεφόμενοι τον εύκολο δρόμο, θα δένονταν σύντομα μαζί μου σε ένα αλλιώτικο αύριο.

atetra
(28/10/11, 7:13μμ)

Άδουλη Αγχίνοια

Ξημερώνει!!!
Τα σκοτεινά σου βλέφαρα τρομάζουν να σηκώσουν το βάρος των ματιών σου
Που πασχίζουν να αντικρίσουν άσπιλο φώς.

Μέσα στην ερημιά της νύχτας που μόλις σώθηκε
Ονειρεύτηκες ένα αλλιώτικο ξημέρωμα, αποφορτισμένο από παλιά σου λάθη.

Τα χέρια σου ακόμη δεμένα με αθέατα δεσμά, που μάχονται να σκλαβώσουν την ψυχή σου
Σου δεσμεύουν τα όνειρα, σου κατακερματίζουν τη θέληση…

Λένε πως τα καταφέρνουν…
Έτσι κάνουν εκείνοι πως πιστεύουν
Μα φοβούνται, γιατί…

Εσύ πασχίζεις να ξεφύγεις από ένα παρόν και ένα αύριο γραμμένα από χέρι εχθρικό
Μην αντέχωντας να μαντρωθείς μέσα σε ακάνθινους τοίχους.

Το πνεύμα σου πετά αγέρωχο ανάμεσα σε διαδρομές ουράνιες
Που σκοπεύει ήδη να κάνει κτήμα του.

Ξεδιπλώνει τα φτερά του, δυνατός αετός
Και αγκαλιάζει την απεραντοσύνη μιας περήφανης ζωής
Φτιαγμένης από Ιδανικά Ανώτερα.

Ιδανικά, γραμμένα στο πέρασμα των αιώνων από μελάνι αναλλοίωτο
Που σα θεϊκό απόσταγμα, αναγάγουν τη λογική σου σε θεμελιώδες αξίωμα.

Έτσι θα πορευτείς, ορμώμενος από σκέψεις
Που μετουσιώνουν την ηθική σου υπόσταση σε ελεύθερο Είναι.

Και ακολουθώντας αυτά τα μονοπάτια
Θα πετύχεις να αναστήσεις και τη σάρκα σου, που σπαράζει σε κάθε τους ράπισμα.

 

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011,
atetra (e.s.)