All posts by g1974

Μονόλογος ενός homo urbanus

Αγαπητέ φανταστικέ μου ακροατή-σε ονομάζω έτσι γιατί, στο λέω με κάθε ειλικρίνεια, δεν βρήκα άνθρωπο να μιλήσω εδώ και δύο μέρες και έτσι αποφάσισα να μονολογήσω· για να μην τρελαθώ όμως μιλώντας μόνος μου ή τουλάχιστον για να μην γίνει αντιληπτή η τρέλα μου αυτή σε εμένα τον ίδιο και έτσι φρικάρω, επινόησα εσένα και είμαι ευχαριστημένος για αυτό. Αγαπητέ φανταστικέ μου ακροατή, λοιπόν, μένω στο κέντρο της Αθήνας. Και, πιο συγκεκριμένα, στην οδό Αθηνάς. Είναι ωραία εκεί, θεωρητικά τουλάχιστον, αφού και στο επίκεντρο κάθε δράσης βρίσκομαι και όλα όσα χρειάζομαι βρίσκονται μέσα στα πόδια μου. Εξάλλου είναι και θέμα κύρους, πρεστίζ όπως το λένε πια, αφού εκεί τα διαμερίσματα είναι πανάκριβα και αφού η Ακρόπολη, η Πλάκα και τόσα πολιτισμικά και αριστοκρατικά σημεία αναφοράς δεν απέχουν παρά ελάχιστα από το σπίτι μου. Είναι θέμα πρεστίζ οπωσδήποτε.

Εδώ και είκοσι χρόνια, να πω εδώ ότι βρίσκομαι στην τέταρτη δεκαετία της ζωής μου, κατοικώ σε ένα ευρύχωρο διαμέρισμα σε μια εξαώροφη πολυκατοικία. Έχω τα πάντα εκεί μέσα: ακριβά έπιπλα, βιβλία, τα παιχνίδια με τα οποία έπαιζα όταν ήμουνα μικρός, μία τεράστια συλλογή από γραμματόσημα, επιχρυσωμένα πλακάκια στα πατώματα, σε όσα δεν είναι ξύλινα, μέχρι και τζακούζι επιχείρησα να βάλω πρόσφατα στο σπίτι μου, μόνο που το εγχείρημα μου εμποδίστηκε από κάποια τεχνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η υπόλοιπη πολυκατοικία. Και είναι τόσο μεγάλη η απογοήτευση μου που το τζακούζι τελικά δεν εγκαταστάθηκε, που δεν είμαι σε θέση να αναλύσω λεπτομερέστερα τι συνέβη. Θα πω μόνο όμως ότι στην αποτυχία έβαλαν το χεράκι τους και οι γείτονες, οι ζηλόφθονοι υπόλοιποι ένοικοι της πολυκατοικίας.

Είμαι που λες ικανοποιημένος από την ζωή μου. Υπάρχουν ωστόσο κάποια θέματα απροσδιόριστης φύσης, που με ταλανίζουν. Για παράδειγμα, μπαίνω στο σπίτι μου το βράδυ μετά από την δουλειά μου και δεν έρχεται κανένας να με προϋπαντήσει, κανένα παιδί δεν τρέχει να πει καλώς ήρθες πατέρα, καμία γυναίκα δεν μου λέει πώς τα πέρασες αγάπη μου, κανένα σκυλί δεν έρχεται να μου γλείψει τα χέρια. Έχω βάσιμες υποψίες ότι τα παραπάνω οφείλονται στο ότι δεν έχω οικογένεια ούτε κάποιο ζωντανό που να μοιράζονται την ίδια στέγη με μένα. Ας πάει και το παλιάμπελο όμως.

Όταν λοιπόν γυρίζω στο σπίτι από την δουλειά, κάνω ένα μπανάκι και μετά κάθομαι μπροστά στην τηλεόραση. Δεν παρακολουθώ ταινίες-ποτέ! Έχω διαβάσει αρκετή φιλοσοφία και είμαι από αυτούς που, όπως ο Πλάτων, πιστεύουν ότι η τέχνη μόνο την ανηθικότητα και την διάβρωση των αξιών μπορεί να προκαλέσει. Ειδήσεις λοιπόν και πάλι ειδήσεις. Καμιά φορά, παρακολουθώντας τις ειδήσεις, νοιώθω πάλι κάτι σαν κενό και αναρωτιέμαι: γιατί αυτοί οι τηλεπαρουσιαστές να μιλάνε πάντα μεταξύ τους και να μην μου απευθύνουν ποτέ τον λόγο; Τις προάλλες μάλιστα, που προσπάθησα να ανοίξω κουβέντα με μία πανέμορφη κοπελίτσα που έλεγε τον καιρό, εισέπραξα από αυτήν ένα τόσο άγριο βλέμμα που αναγκάστηκα να κλείσω την τηλεόραση, αφού πρώτα της ζήτησα συγγνώμη κατατρομοκρατημένος. Δεν βαριέσαι όμως, η ζωή έχει κι άλλες χαρές, πολλές.

Στην δουλειά πηγαίνω κατά τις δώδεκα και φεύγω στις επτά. Είμαι και σε αυτό, στο ωράριο εργασίας δηλαδή, προνομιούχος. Καμιά φορά θυμάμαι τον κακομοίρη τον πατέρα μου που δούλευε ολημερίς και ολονυχτίς σε χωράφια που ανήκαν σε άλλους στην πατρίδα του την Ήπειρο και τον λυπάμαι, να’ ναι καλά όπου κι αν βρίσκεται τώρα. Εγώ λοιπόν, από κάθε άποψη, είμαι πολύ πιο τυχερός. Είμαι κύριος του εαυτού μου και, να σου πω κάτι ακροατή μου-και των χρημάτων μου, του κόπου μου. Και αν θα έπρεπε να νοιώσω κάποια ευγνωμοσύνη που ο καημένος ο γέρος έφαγε τα νιάτα του και ακόμη παραπάνω για να μου αγοράσει το σπίτι μου στην πρωτεύουσα, να σου πω την αλήθεια, λίγο σκοτίζομαι. Γιατί, αν δεν ήμουν εγώ με τα πτυχία μου, την μελέτη μου και την ευφυΐα μου, δεν θα είχε γίνει τίποτα.

Ξυπνάω λοιπόν κατά τις οκτώ, οκτώ και μισή το πρωί και αφού κάνω ένα ντους, κάνω μία βόλτα στην περιοχή. Πριν από καμιά βδομάδα, αν θυμάμαι καλά, σε έναν τέτοιο περίπατο, είδα στην άσφαλτο μία πεταμένη εφημερίδα. Αυτό δεν είναι δα και κάτι το σπουδαίο, αλλά, πρέπει να σου το εκμυστηρευτώ, όταν πλησίασα, για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο και της έριξα μία ματιά, είδα τον πρωθυπουργό που εικονιζόταν στο πρωτοσέλιδο να μου χαμογελάει και να μου κλείνει το μάτι. Είδα μάλιστα και το χέρι του, που προηγουμένως ήταν υψωμένο σε γροθιά στον αέρα, να προσπαθεί τώρα να αγγίξει το δικό μου. Δεν παραξενεύτηκα, αφού οι πολιτικοί στην Ελλάδα, εκτός του ότι δεν χαλάνε ποτέ χατίρι στους πολίτες, είναι πάντα και ευπροσήγοροι. Το παράξενο όμως είναι ότι, μετά από λίγο, τον πρωθυπουργό αντικατέστησαν στην φωτογραφία τα πτώματα ενεός τοξικομανή, αυτήν την εντύπωση έδειχνε και μίας μαύρης πόρνης- έτσι έγραφε από κάτω η εικόνα. Στου κουφού την πόρτα όμως…. Θετικά το λέω αυτό.

Για κάποιο λόγο λοιπόν όπως σου είπα και πριν φανταστικέ μου ακροατή, έχω δύο μέρες να μιλήσω σε άνθρωπο. Και να σου πω και κάτι; Σπάνια μιλάω σε άνθρωπο. Ίσως γιατί όλοι γύρω μου είναι βυθισμένοι στις σκέψεις τους και στα προβλήματά τους. Αλλά αυτό δεν με αφορά, με αφορά;

Αν ήσουν εδώ, θα έβλεπες ότι αυτή την στιγμή, μία μετά τα μεσάνυχτα, βρίσκομαι μπροστά στο Δημαρχείο και το λιμπίζομαι. Όχι για να το φάω, όχι. Ούτε για να του κάνω έρωτα. Ούτε και φαντάζομαι τον εαυτό μου δήμαρχο. Απλά, να, θέλω να του μιλήσω. Στήσε λοιπόν το αυτί σου ακροατή μου και άκου μας.

-Πες μου θα μου μιλήσεις αυτήν την φορά, καλό μου κτίριο;

-Και τι θες να σου πω; «Αυτό που έλπιζα έγινε», σκέφτομαι και έχω ενθουσιαστεί.

– Πες μου τι θερμοκρασία έχει στην στέγη σου!

-Όχι χαμηλότερη πάντως από αυτήν που κάνει μέσα στην ψυχή σου.

-Ποιος σε πίκρανε καλό μου Δημαρχείο και μιλάς έτσι;

-Καλύτερα θα ήταν να μάθεις ποιος σκοτώνει εσένα μέρα με τη μέρα, ανόητε.

-Ανόητος; Μα καλό μου κτίριο, μόνο ανόητος δεν είμαι, ένας ανόητος δεν μπορεί να κατορθώσει αυτά που έχω πετύχει εγώ.

– Άνθρωποι σαν κι εσένα με χτίσανε, χτίσανε και αυτήν την ρημαδιακή την πόλη και κλείσανε τους εαυτούς τους μέσα της για να βασανίζονται. Ανόητος είσαι σου λέω: δεν τα έχεις σκεφτεί ποτέ αυτά που σου λέω;

Πάνω στην ώρα, περάσανε από δίπλα μου δύο τουρίστες, μουρμούρισαν κάτι και μετά χασκογελάσανε.

Η ώρα ήταν κοντά μία και μισή, όταν, διακόπτοντας την κουβέντα μου με το Δημαρχείο, με προσέγγισε μία πόρνη.

-20 ευρουλάκια αγόρι. Όλο το μενού. Θες ή όχι;

-Να τελειώσω πρώτα την κουβέντα μου και μετά ευχαρίστως!

-Σε ποιον μιλάς ρε μαλάκα; Δεν είναι κανείς εδώ. Σε τρελό έπεσα.

Την άρπαξα από τον λαιμό και της φώναξα τόσο που μας ακούσανε ένα δύο τετράγωνα μακριά.

-Με το Δημαρχείο μωρή βρώμα, δεν το ακούς;

Κόντευα να την πνίξω, κάτι που το κατάλαβα πολύ αργότερα, όταν ένοιωσα ένα κλομπ στην πλάτη μου. Το ξεχώρισα γιατί όταν ήμουν νεότερος κατέβαινα σε διαδηλώσεις.

Φανταστικέ μου ακροατή, να μην στα πολυλογώ, οι δύο αστυνομικοί που ήταν από πίσω μου με σαπίσανε στο ξύλο. Όσο εγώ όμως τις έτρωγα, όχι μόνο δεν φώναξα, αλλά τους χαμογελούσα και ανάμεσα στα χτυπήματα τους έλεγα ευχαριστώ. Ευχαριστώ γιατί με βρίζανε. Κοίταξα και την πόρνη, μες στο ξυλοφόρτωμα με την πιο γλυκιά μου ματιά. Ήταν απλό. Κατάλαβα τότε τι μου έλειπε από την ζωή μου. Λίγη παρέα. Και λίγη προσοχή. Αυτό ακριβώς που μου έδιναν οι άνθρωποι εκείνοι εκείνη την στιγμή. Ήταν απλό. Λίγη παρέα χρειαζόμουνα.

Advertisements

Δύο ήλιοι στο ηλιοβασίλεμα

(ο τίτλος ανήκει στο γνωστό τραγούδι των Pink Floyd)

Σήμερα το πρωί
Ανέτειλε ήλιος σκοτεινός, χωρίς στοργή
Και ζεστασιά για εμάς τους δύο

Όταν πια έφτασε η ώρα και μου είπες το αντίο
Που μου ετοίμαζες από καιρό
«Χωρίς εσένα, δεν μπορώ» απάντησα
Και άρχισα να κλαίω

Το βράδυ ήρθε φωτεινό, παρόλα αυτά
Γιατί, λίγο πιο πριν, κατά την δύση,
Δυο ήλιοι φάνηκαν στο ηλιοβασίλεμα
Ένας δικός σου κι ένας δικός μου-
Χωριστά, καθώς το είχες αποφασίσει,
Και έριξαν  κόκκινο το φως τους
Στα βουνά και στο νερό.

All time loser blues

Πέρα από την θάλασσα των λυγμών
Και ύστερα από την αυλή του παράξενου γίγαντα
Κάθεται πάνω σε μια πέτρα ο αιώνιος χαμένος
Και σκέφτεται γιατί να χάσει μια ζωή
Και να τον κυνηγούν οι γλάροι
Του ηλιοβασιλέματος των ανθρώπων
Καθώς πυκνό απλώνεται το σκοτάδι
Των αδυσώπητων των μακρινών των τόπων
Που αυτός έχει γνωρίσει μόνο με την φαντασία
Πώς να το κάνεις, η ζωή αυτή δεν είναι αστεία
Σκέφτεται και ονειροπολεί ο αιώνιος χαμένος
Και πώς αδημονεί στην δύση να φτάσει
Και τις παλιές του τις στραβές να τις ξεχάσει
Τότε σαν έρθει ο λυτρωμός που βάζει τέρμα
Στης κόλασης αυτής της επίγειας το γεύμα
Και σαν η Πέμπτη του Μπετόβεν ακουστεί
Θα έχει στήσει αυτός αυτί
Μήπως τυχόν αφουγκραστεί
Της ζήσης της πραγματικής το άτι
Που υψώνει το κεφάλι των κοινών θνητών
Πέρα από την σκεπή των ουρανών
Και μέσα στο κατώφλι του Θεού
Μα, μου είπες, μην κοιτάς αλλού
Εδώ είναι η πορεία και ας σε σέρνει με λαγνεία
Στων θαλασσών το βάθος η παλαιότερη σου ανοησία
Και το πλήθος από τις φωνές των άλλων
Των τόσο δα μικρών και των παντοτινά μεγάλων.
Σαν ο αιώνιος χαμένος ακουστεί να αλαλάζει
Πώς τίποτα πια δεν μπορεί να αλλάξει
Μπορεί κι αυτός να βρει μια θέση στο ηλιόφως
Που χλευάζει τα μελαγχολικά τα απογεύματα της νιότης
Κι αυτός, σαν άλλος μυθικός ιππότης
Θα το μπορέσει να διαβεί, ναι, και λοιπόν και επειδή
Την λίμνη την Αχερουσία των ψυχών
Και το απρόσμενο εκείνο το γαμήσι που έχει η κόρη επιθυμήσει
Θα του σκεπάζει με σπέρμα το πέος
Και, βέβαια, θα μπορεί βεβαίως
Μες μία οικογένεια σωστή
Απάνω στου βοριά την κουπαστή
Και στων αγγέλων την ανατολή
Να πει πώς τώρα και αυτός μπορεί
Τον ήλιο με την δράση του
Να τον ζαλίσει.
Μπορεί να πόνεσε πολύ
Και να του λείπει ένα πρόχειρο γιατί
«Γιατί, άραγε, να έχει έτσι μέχρι τώρα ζήσει
και να μην έχει πια που ν’ ακουμπήσει;»
Μα των ανθρώπων το γιατί
Όταν στην άκρη πια θα μπει
Αφήνει στον ένα και μοναδικό θνητό
Το περιθώριο να δημιουργήσει
Και αυτόν τον θάνατο τον πολυθρύλητο και δοξαστό
Να τον γαμήσει, με μία στύση που κατά πολύ περνά
Το όριο του πουθενά
Που έχει ο Διάβολος ορίσει
Ως τυραννία των κακόμοιρων των εκπεσόντων
Και ως το όριο του λάθους του ανθρώπινου
Που ξέρει πώς να λησμονεί
Της αρετής τον δρόμο
Και το γιαπί που ο Παντοκράτορας για σπίτι
Με τα δάκρυά του έχει σαν επίγεια κληρονομιά αφήσει
«Αν συγχωρέσεις τα σφάλματα τα πρωτινά,
ο εαυτός τον εαυτό σου θα τον απελάσει
από εκείνο το αδίκημα που πάλι και ξανά
τον νου σου τον φτωχό τον τυραννά»
Κράζει κατάτι πιο αρμονικά
Μία φωνή όπου ο αιώνιος χαμένος
Θα μπορέσει, σαν σε αποκούμπι
Να ακουμπήσει.

Το άδοξο τέλος μιας κατσαρίδας

Τα βράδια κάθομαι στο γραφείο μου. Ή, καλύτερα, στην καρέκλα που βρίσκεται πίσω από το γραφείο μου. Ίσως μάλιστα κάποιος με καλύτερη αίσθηση του χώρου και σωστό λεξιλόγιο να μου έλεγε «στην καρέκλα που βρίσκεται μπροστά από το γραφείο σου». Τα περισσότερα πράγματα όμως στην ζωή είναι σχετικά.

Τις προάλλες και καθώς έγραφα στον υπολογιστή μου, τι να δω; Από το πίσω μέρος της οθόνης του μηχανήματος, σαν ηθοποιός που εμφανίζεται πίσω από την αυλαία, ξεπρόβαλε μία κατσαρίδα. Τσουπ, τσουπ, τσουπ, νάτηνα μπροστά μου. Αηδίασα. Την σιχάθηκε η ψυχή μου. Προσπάθησα να την σκοτώσω.

Στην πρώτη απόπειρα να την ξεκάνω, με την σαγιονάρα μου για όπλο, χτύπησα το έπιπλο. Στη δεύτερη παραλίγο να σπάσω την οθόνη. Το απαίσιο ζωντανό μου ξέφυγε και δεν πρόλαβα να το καταδιώξω γιατί πάνω στην ώρα χτύπησε το τηλέφωνο.

– Παρακαλώ; Ναι κύριε διευθυντά. Μα ναι, τον ετοίμασα τον φάκελο. Τον άφησα στο γραφείο σας. Δεν είναι εκεί; Μα εκεί τον άφησα. Μήπως τον πήρε κατά λάθος κάποιος; Δεν σας κοροϊδεύω κύριε διευθυντά. Α, τον βρήκατε; Ναι, ναι, παρακαλώ. Καμία ενόχληση. Θα είμαι εδώ για οτιδήποτε χρειαστείτε. Ευχαριστώ κύριε διευθυντά. Καλό βράδυ κύριε διευθυντά.

Συγχυσμένος καθώς ήμουν ξέχασα το έντομο και την καταδίωξή του και σταδιακά, ο θυμός μου έγινε ονειροπόληση. Όταν επανήλθα στην πραγματικότητα το μάτι μου πήρε δύο κεραίες που ξεπρόβαλλαν μέσα από το άδειο μου πακέτο από τσιγάρα. Ήταν η κατσαρίδα. Έκλεισα το πακέτο αστραπιαία. Την παγίδευσα. Πήρα το πακέτο το τοποθέτησα στο πάτωμα. Σήκωσα ψηλά το πόδι μου, υπολόγισα, έβαλα όλη την δύναμή μου και πάτησα το πακέτο.

Έγκλημα εν βρασμώ ψυχής, χωρίς συνέπειες. Λίγο αίμα αλλά και η ικανοποίηση ότι ο μισητός αντίπαλος έχει πέσει νεκρός. Λιώμα. Δεν πρόλαβα να το χαρώ. Το τηλέφωνο χτύπησε και πάλι.

– Κύριε Θυματίδη, ο φάκελος δεν είναι αυτός που ήθελα και δυστυχώς θα βρεθώ στην δυσάρεστη θέση να σας ανακοινώσω την απόλυσή σας…

Θα έβρισκα άλλου δουλειά, δεν υπήρχε πρόβλημα. Αυτός ο σαρδανάπαλος μάλλον είχε ξυπνήσει στραβά από τον μεσημεριανό του ύπνο και απέλυε όποιον μπορούσε. Δεν άργησαν τα τηλεφωνήματα δύο πρώην συναδέλφων μου που επιβεβαίωσαν την υπόθεσή μου. Μπορεί πάλι να έπρεπε να γίνει κάπως έτσι, για το καλό της εταιρείας, που όπως και όλη η χώρα βάδιζε ολόισια προς την πτώχευση. Τέλος, έδωσα και μία πιθανότητα στην εκδοχή να του είχε σπάσει και εκείνου τα νεύρα μια κατσαρίδα ή κάποιο άλλο έντομο που δεν γνώριζε την ντροπή.

Ο νους μου γύρισε πίσω στις πρώτες μέρες μου στην δουλειά, όταν είχε τύχει να μάθω για τον βίο και την πολιτεία του κυρίου Αρπακτικόπουλου. Γιατί αυτό ήταν το επώνυμο του διευθυντή μου.

Όλοι, από τον υποδιευθυντή ως τον θυρωρό είχαν να πουν για αυτόν τα χειρότερα. Ότι από παιδί ήταν παλιοχαρακτήρας, ότι είχε πληρώσει για να πάρει το πτυχίο του των οικονομικών, ότι αργότερα ίδρυσε την εταιρεία με χρήματα που είχε κερδίσει από τον τζόγο και με ένα σεβαστό κεφάλαιο από την περιουσία του πατέρα του, ότι αφού κληρονόμησε τον γέρο τον άφησε να πεθάνει σαν το σκυλί. Ότι παντρεύτηκε τρεις φορές και χώρισε άλλες τόσες γιατί απατούσε τις γυναίκες του με ιερόδουλες, ότι έπινε και έβριζε ασύστολα. Περιέργως, είχε πατήσει τα ογδόντα και δεν αποσυρόταν ούτε από την διοίκηση της εταιρείας ούτε από την ζωή.

Μετά και από αυτήν την ονειροπόληση, συνήλθα και ξανακοίταξα το πακέτο. Δυο γνωστές κεραίες ξεπρόβαλλαν πάλι από μέσα του. Η κατσαρίδα είχε γλυτώσει. Μάλλον γιατί δεν είχα πατήσει το πακέτο στο σωστό σημείο. Μετάνιωσα και πέταξα το πακέτο στα σκουπίδια. Εκεί το έντομο θα έβρισκε αρκετή τροφή και φανταζόμουν ότι, όταν ξεφορτωνόμουν την σακούλα, από κάπου θα διέφευγε.

Θυμήθηκα αυτό που από παλιά λεγόταν, ότι δηλαδή μετά από έναν πυρηνικό όλεθρο, μόνο τα όντα αυτά θα επιζούσαν. Έσκυψα και ψιθύρισα στα σκουπίδια:

«Έτσι κι αλλιώς, εσύ είσαι φτιαγμένη για την επιβίωση και όχι εγώ. Εσύ θα μας θάψεις όλους. Πουτανίτσα.»

Ο άνθρωπος που ολοένα και πάχαινε

Ο άνθρωπος που ολοένα και πάχαινε στην αρχή ήταν λεπτός, αυτό που λέμε στυλάκι.

Ζούσε σε μία ελληνική κωμόπολη, τότε που η Ελλάδα ανήκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση και που οι ισχυροί της γης κανόνιζαν την μοίρα της μέχρι και στις αναπνοές της. Είχε κάτι παραπάνω από τα απαραίτητα προς το ζην, κάτι που αργότερα τον βοήθησε στο να προμηθεύεται τα διαβολικά αγαθά που αύξαναν το βάρος του. Γιατί μόνο διαβολικό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί στο σύμπαν του κάτι που τον έκανε να ξεφεύγει από το συνηθισμένο σωματικό του βάρος και εκτόπισμα.

Την γυναίκα που προκάλεσε την συμφορά την είχε γνωρίσει σε μία γιορτή της σχολής του. Διαιτολόγος σπούδαζε και ήταν ένας  από τους καλύτερους φοιτητές τόσο του έτους του όσο και ολόκληρου του πανεπιστημίου. Στην πραγματικότητα, η γιορτή γινόταν προς τιμήν του. Είχε αποκτήσει κύρος και φήμη, τόσο ανάμεσα στους συμφοιτητές του, όσο και στον κύκλο των καθηγητών του δικού του και άλλων πανεπιστημίων, χάρη στις εξαιρετικές εργασίες που εκπονούσε. Οι κόποι του είχαν δει πολλές φορές το φως της δημοσιότητας, αφού οι εργασίες αυτές είχαν πολλές φορές δημοσιευτεί σε έγκυρα επιστημονικά περιοδικά. Επρόκειτο για μία ιδιοφυία.

Στην γιορτή αυτή, ο τόπος έβριθε από γυναίκες. Ψηλές, όχι τόσο ψηλές, κοντές και μπασμένες. Με μεγάλα στήθη, με μικρότερα και άλλες όπου στον θώρακά τους μπορούσε να γίνει ένα φανταστικό παιχνίδι τάβλι. Ξανθιές, μελαχρινές και καστανόξανθες. Αυτόν όμως τον σαγήνεψε και διάλεξε για ταίρι του την παχύτερη.

Χορέψανε, την φίλησε στο μάγουλο, φιληθήκανε στο στόμα, κατέληξαν στο κρεβάτι. Ο δεσμός τους κράτησε ένα μήνα. Αυτός ξενοκοίταγε. Αν όχι και ξενοπήδαγε. Την αγαπούσε όμως. Ήταν το άλλο του μισό. Επί δύο. Στο τέλος, εκείνη, τον άφησε. Τον παράτησε στα κρύα του λουτρού με μία κατάρα. Σου εύχομαι, από την στενοχώρια σου, να τρως μέχρι να σκάσεις. Η μέρα ήταν Τρίτη και εκείνη ήταν Σαββατογεννημένη.

Ο άνθρωπος που ολοένα και πάχαινε, γυμναζόταν τακτικά. Κατά περίεργο τρόπο, η όρεξη του άνοιξε, απότομα. Το γυμναστήριο σίγουρα ανοίγει την όρεξη, αλλά αυτό που γινόταν ήταν το κάτι άλλο. Τρία κοτόπουλα για μεσημεριανό και επτά συναγρίδες το βράδυ. Του έδινε και καταλάβαινε. Είχε γίνει κάτι παραπάνω από παχύσαρκος. Ύστερα ήρθε το νερό. Ναι, πάχαινε και με το νερό που έπινε. Και είχε μια δίψα! Δεκαεπτά μπουκάλια του ενός λίτρου την ημέρα. Και την νύχτα ακόμη, σηκωνόταν και άνοιγε την βρύση- επί μισή ώρα έπινε για να ξεδιψάσει. Σειρά είχε το τσιγάρο. Κάθε τσιγάρο που έκανε του πρόσθετε και από ένα κιλό. Κάπνιζε τρία πακέτα την ημέρα. Το τελειωτικό χτύπημα όμως του το έδωσε ο αέρας. Όχι ότι τον πήρε ο αέρας. Αυτό θα ήταν λίγο δύσκολο. Απλά, σε κάθε του ανάσα έπαιρνε και από μισό κιλό.

Όταν πια ο άνθρωπος που ολοένα και πάχαινε έγινε σαν τον Όλυμπο, έπιανε πολύ χώρο και οι ηγέτες της χώρας του, μαριονέττες των ηγετών της Ευρώπης που με την σειρά τους ήταν ανδρείκελα των ηγετών του κόσμου, αποφάσισαν να τον εξορίσουν στην Σελήνη. Ένας τόσο καλοθρεμμένος πολίτης εξάλλου δεν μπορούσε παρά να αποτελεί κακό παράδειγμα για τους υπόλοιπους, οι οποίοι ζούσαν με μισθούς πείνας. Τον δέσανε πίσω από έναν πελώριο πύραυλο και αυτός τον έσυρε ως το φεγγάρι. Ακόμη και στις μέρες μας, αν κοιτάξει κάποιος το φεγγάρι, θα δει στο πρόσωπο που σχηματίζεται από τα βουνά και τους κρατήρες, μία δεύτερη, πελώρια μύτη. Είναι ο άνθρωπος που ολοένα και πάχαινε, που τώρα θα έχει πια πεθάνει. Ποιος να νοιαστεί όμως για έναν τόσο μακρινό θάνατο;

Γεννήθηκα αρκετά μετά από αυτό το γεγονός, αλλά πάντοτε, από τον φόβο μην πάθω τα ίδια, υπάκουα στα λόγια της μητέρας μου και δεν έτρωγα παρά με μέτρο. Εξάλλου, η φαμίλια ήταν φτωχή. Θες να πας για πάντα εκεί πάνω; μου έλεγε. Κι εγώ έτρεμα.

Η ιστορία του Άλλα- μου- λες- άλλα- καταλαβαίνω

Η πόλη στην οποία μεγάλωσα και που τώρα πια, μετά από τον Μεγάλο Σεισμό, έχει σβηστεί από τον χάρτη, είχε να αναδείξει πολλά ωραία κτίρια. Ο πύργος με το Ρολόι ήταν ένα από αυτά. Μαζευόμασταν εκεί οικογενειακώς και χαζεύαμε τους χρυσούς του δείκτες. Το Παλαιό Δημαρχείο ήταν ένα άλλο. Στο πλάι του, δίπλα από τις φοινικιές, συναντιόμουν με την πρώτη μου κοπέλα. Το ομορφότερο όμως από όλα ήταν το Κόκκινο Σχολείο ή Σχολείο της Κόκκινης Πεταλούδας, διώροφο και εντυπωσιακό. Εκεί έμαθα τα πρώτα μου γράμματα- εκεί γνώρισα και τον Άλλα- μου- λες- άλλα- καταλαβαίνω. Αυτό βέβαια ήταν το παρατσούκλι του. Κι εμείς, για συντομία, τον είχαμε βαφτίσει Αλάλ.
Ο Αλάλ δεν ήταν σαν και εμάς τους υπόλοιπους. Ήταν κοντύτερος ,λιγότερο όμορφος, πιο χοντρός και μαύρος. Φορούσε επίσης πράσινα γυαλιά και μιλούσε πολύ μα πολύ αργά. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Αλάλ , όμως, ήταν η αδυναμία του να συνεννοηθεί με άνθρωπο. Η αδυναμία αυτή δεν ήταν ολοκληρωτική ,έκανε όμως την ζημιά της στον συμμαθητή μας και, εμάς, μας κούραζε όσο και μας διασκέδαζε.
Από πού είχε έρθει ο Αλάλ ,κανείς δεν το ήξερε. Είχε εμφανιστεί μία μέρα με βροχή στις πύλες του σχολείου με ένα τετράδιο στο ένα χέρι και το βιβλίο της δευτέρας δημοτικού στο άλλο. Οι δάσκαλοι τον λυπήθηκαν φαίνεται, του έδωσαν στολή και στέγη στην αποθήκη του σχολείου και τον έγραψαν στην ίδια τάξη με μας. Αυτός ,αντί για ευχαριστώ ,είπε την λέξη «σαρδανάπαλος» και δέχτηκε στην πράξη όλες τους τις προσφορές.
«Κλώτσα την μπάλα, Αλάλ!», του λέγαμε όταν παίζαμε ποδόσφαιρο στα διαλείμματα των μαθημάτων. «Γιατί να ταΐσω το σκυλί; Δεν έχει φάει;», μας απαντούσε. Ο δάσκαλος τον σήκωνε για μάθημα και τον ρωτούσε. «Ποια είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας, Αλάλ;». «Εσύ δεν ξέρεις , γι αυτό με ρωτάς, ε;», απαντούσε. «Δεν έχεις διαβάσει Αλάλ;», τον ρωτούσαμε στο αυτί. « Παρίσι- τυρί» απαντούσε.
Αυτό το βιολί συνεχίστηκε επί τέσσερα χρόνια. Όταν πια φτάσαμε στην έκτη του δημοτικού, είχε έρθει ο καιρός να διαβάσουμε- ήταν αυτό σύμφωνο με την ύλη του μαθήματος- τους Μακαρισμούς. Θα εξεταζόμασταν στο κεφάλαιο αυτό και, την ημέρα της παράδοσης, είχαμε όλοι γουρλωμένα τα μάτια και τεντωμένα τα αυτιά. Το ίδιο έκανε και ο Αλάλ.
Ο δάσκαλος πήρε στα χέρια του ένα παλιό ευαγγέλιο και άρχισε να διαβάζει τις θείες εξαγγελίες και επαγγελίες. Παράλληλα, συνόδευε την ανάγνωση αυτή με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες. Οι περισσότεροι από εμάς δεν καλοκαταλάβαιναν βέβαια. Φτάσαμε και στον Μακαρισμό που έλεγε για τους πτωχούς τω πνεύματι. Την ώρα που είχαμε αρχίσει να δυσανασχετούμε, μία καθαρή και σταθερή φωνή ακούστηκε από το πίσω μέρος της αίθουσας. Ήταν ο Αλάλ. «Μπορώ να πάρω τον λόγο;», είπε και όλοι τον κοιτάξαμε έκπληκτοι. Ο δάσκαλος περισσότερο από όλους. Έδειχνε να μιλάει επιτέλους με νόημα. Ο δάσκαλος έγνεψε διστακτικά. «Δεν θα σας κουράσω», συνέχισε ο Αλάλ. Ανατριχιάσαμε όλοι. Τα λόγια του ήταν πάνω- κάτω αυτά:
« Έχουν κατά καιρούς λεχθεί πολλά για τους πτωχούς τω πνεύματι και η επικρατέστερη ίσως θεωρία είναι αυτή που τους παρουσιάζει ως τους ανθρώπους του λαού, εκείνους που δεν στολίζουν την σκέψη τους με φτιασίδια και στολίδια. Αυτά τουλάχιστον μου υπαγορεύουν τα διαβάσματά μου. Εδώ όμως βρίσκομαι για να σας κάνω κοινωνούς μίας άλλης εκδοχής. Τι θα συνέβαινε στο νου σας αν σας έλεγα ότι οι πτωχοί τω πνεύματι είναι αυτοί που, για κάποιο λόγο όπως εγώ, που δεν είναι του παρόντος να αναφέρω, δεν έχουν την δυνατότητα να μιλήσουν , να επικοινωνήσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματα τους όπως όλοι εσείς; Δώστε απλά μίαν ευκαιρία στην εκδοχή αυτή.».
Με το που τελείωσε τον λόγο του, έριξα μία τρομαγμένη ματιά στην τάξη γύρω μου. Όλοι είχανε μείνει με ανοιχτό το στόμα. Κάποιοι κλαίγανε από τον φόβο τους και κάποιοι άλλοι από συγκίνηση. Ο δάσκαλος είχε μείνει εμβρόντητος και κάτι ψέλλιζε. Ο κακομοίρης Αλάλ είχε βάλει σε όλους μας τα γυαλιά. Ωστόσο, από εκείνη την ημέρα και μετά ο Αλάλ ξαναβυθίστηκε στην γνώριμη ασυνεννοησία του και, από όσο ξέρω, δεν ξαναμίλησε ποτέ όπως είχε μιλήσει στην παρουσίαση των Μακαρισμών. Πάλι «σαρδανάπαλος», «Παρίσι- τυρί» και ούτω καθεξής.
Τα χρόνια πέρασαν, ήρθε ο σεισμός, γκρέμισε τον πύργο, το δημαρχείο και το σχολείο. Μετά, εμείς φύγαμε από την ερειπωμένη πόλη και μία μέρα , ενήλικες πια μάθαμε για τον περίεργο Άλλα- μου- λες- άλλα- καταλαβαίνω ότι είχε σκοτωθεί σε έναν κεντρικό δρόμο της πρωτεύουσας. Σκεπτικός καθώς περπατούσε και μονολογώντας, έπεσε στις ρόδες ενός περαστικού αυτοκινήτου. Οι περαστικοί είχαν προσπαθήσει να τον ειδοποιήσουν αλλά αυτός δεν κατάλαβε τα λόγια τους- ή δεν άκουσε τις φωνές τους.
Η εποχή αυτή έσβησε καιρό πριν αφήνοντας με ορφανό. Θυμάμαι πια όλα αυτά και αναρωτιέμαι για το νόημά τους. Το νόημα της πόλης, των παιδικών χρόνων μου και της φυγής. Αλλά και όλης μου της ζωής. Κάθε μέρα και καθώς πλησιάζω στα στερνά μου, οι ερωτήσεις και τα κενά πληθαίνουν. Ίσως, αν ο περίεργος Αλάλ ήταν εδώ, να μου εξηγούσε όλα χαρτί και καλαμάρι. Κάτι μου λέει ότι ο πτωχός αυτός τω πνεύματι θα είχε και είχε, ανέκαθεν, τις απαντήσεις. Κάτι άλλο όμως μου λέει ότι ο Άλλα- μου- λες-άλλα- καταλαβαίνω με κοιτάει με κατανόηση από ψηλά, παρέα με τον Θεό.