All posts by K. D. Martinis

Κάποιος Άλλος

Λοιπόν έχω έναν φίλο. Δεν ξέρω το όνομά του ακόμα, αλλά ξέρω ότι είμαστε φίλοι, και είμαι σίγουρος ότι μια μέρα θα μου πει ακόμη και το επώνυμό του. Χθες περπατούσαμε μαζί στην πόλη, σ’ αυτή τη μικρή πόλη που σχετικά γρήγορα συμπάθησα.

Καθώς περπατούσαμε μαζί, συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι δεν ήμουν ο εαυτός μου, ότι ήμουν κάποιος άλλος. Έμοιαζα ίδιος, αλλά δεν ήμουν. Ως άλλος, λοιπόν, όταν επιστρέψαμε μαζί στο σπίτι, του είπα ότι μπορούσε αν ήθελε να περάσει τη νύχτα στον καναπέ του διαμερίσματός μου. Δεν ξέρω πού μένει αυτός ο φίλος, ούτε ξέρω πού πηγαίνει όταν φεύγει, όπως δεν ξέρω και από πού έρχεται όταν έρχεται. Θεέ μου, πώς ακούγεται αυτό, ε;

Στο σπίτι με περίμενε μια γυναίκα. Ως άλλος πάντα, την είχα γνωρίσει πριν χρόνια. Είχαμε μεγαλώσει πια, κι εκείνη ήταν ακόμα χαριτωμένη, με κοριτσάκι είκοσι ετών έμοιαζε. Αλλά κι εγώ έμοιαζα νεότερος από όταν ήμουν είκοσι… είχα αλλάξει μέσα μου, μάλλον. Ναι, αυτό ήταν. Ήμουν κάποιος άλλος.

Ο φίλος μου έπιασε τον καναπέ, ενώ εγώ μ’ εκείνην πήγαμε μέσα, στο υπνοδωμάτιο, και κοιμηθήκαμε μαζί. Την επόμενη μέρα ήμουν πάλι ο εαυτός μου. Εκείνη και ο φίλος έλειπαν, κανείς δεν είχε μείνει. Ήμουν ξανά μόνος μέσα σ’ εκείνο το διαμέρισμα.

Έχω ένα φίλο, λοιπόν. Δεν έχει όνομα, αλλά τον ξέρω, τον έχω δει, έχω μιλήσει μαζί του. Μήπως είμαι δύο άνθρωποι; Αναρωτήθηκα. Ποιος απ’ τους δύο είμαι; Ποιος είναι ο αληθινός εαυτός μου; Πόσα χρόνια της ζωής του έχασε ο ένας εαυτός εξαιτίας του άλλου;

Ποιος θέλω να είμαι;
Κατά καιρούς αναρωτιέμαι.

Advertisements

Τα άστρα (Μαζί κι εμένα)

Μια νύχτα κοίταξα στα λαμπερά σου μάτια,
και είδα εσένα.
Είδα κι εμένα.
Άγγιξα τα μαλλιά σου,
και ένιωσα τον έρωτα.
Με κράτησες στην αγκαλιά σου,
και γίναμε ένα.
«Μου αρέσουν τα άστρα!»,
είπες.
Κι εγώ αγάπησα τα άστρα,
κι αγάπησα εσένα,
και μόνο αφού μ’ αγάπησες εσύ
κατάφερα ν’ αγαπήσω τον κόσμο ολόκληρο,
μαζί κι εμένα.

Το Φάντασμα

Ψάχνω έναν άνθρωπο.

Δεν ξέρω το όνομά του, δεν ξέρω το πρόσωπό του. Το μόνο που ξέρω είναι ότι πρέπει να τον βρω.

Τα πρωινά περπατάω μόνος σε έρημους δρόμους, καθώς εκεί συχνάζει, κυρίως υπό συννεφιά, ή ίσως ακόμη και με ήρεμη βροχή. Όταν, όμως, βρέχει, είναι πιο δύσκολο να τον συναντήσω.

Τα βράδια απλά τον περιμένω, κι αν χτυπήσει την πόρτα μου, έχει καλώς. Αν όχι, ξεκινάω μια νέα αναζήτηση το επόμενο πρωί.

Τώρα έχει συννεφιά, κι εγώ βγαίνω έξω και περπατάω στους δρόμους. Έχω μαζί μου μια φωτογραφική μηχανή, έτσι ώστε αν τον δω, ακόμη και για λίγο, να μπορώ να κρατήσω μια φωτογραφία του, να ξέρω τουλάχιστον με τι μοιάζει, για να είναι πιο εύκολο να τον εντοπίσω.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα αν αυτός ο ίδιος άνθρωπος υπάρχει και μέσα σε πλήθος, αλλά δεν μπορώ να ξέρω. Όταν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι γύρω μου, όλοι τους μοιάζουν, κανείς δεν είναι διαφορετικός, είναι όλοι μια μάζα από την οποία θέλω απεγνωσμένα να ξεφύγω, για να μείνω και πάλι μόνος.

Αν μπορούσα να μείνω μόνος με τον άνθρωπο που ψάχνω, τότε θα ήμουν ευτυχισμένος, έστω και για λίγο. Γι’ αυτό κι εγώ αναζητώ μικρές δόσεις ευτυχίας, μικρές δόσεις ελέους, κι έτσι κατέληξα να κυνηγάω αυτό το φάντασμα.

 

Τώρα βρέχει, και οι πιθανότητες να τον συναντήσω όλο και μειώνονται. Γίνονται σταδιακά όλο και λιγότερες, μέχρι να μηδενιστούν τελείως. Ανεβάζω την κουκούλα μου, και η βροχή δεν με πτοεί. Τίποτα δεν με πτοεί, εκτός από εκείνον τον άνθρωπο, την σκιά, που τόσο πολύ κοντεύω να ερωτευτώ και να αγαπήσω.

Μου φαίνεται ότι τον βλέπω σε μια φωτογραφία μου τώρα. Ήταν εκεί, απλά εγώ δεν τον είδα. Είναι λες και γίνεται ένα με το περιβάλλον μου, λες και γίνεται το ίδιο το περιβάλλον, λες και τα πάντα γύρω μου είναι εκείνος. Άλλες φορές που τον πρόσεξα είχε τη μορφή μια γυναίκας. Μιας συνηθισμένης, συμπαθητικής, όμορφης γυναίκας, τις προθέσεις της οποίας δεν μπορώ να καταλάβω. Τι μπορεί να ζητάει από εμένα; Τι μπορεί να ζητάω εγώ από εκείνην;

Υπάρχουν, όμως, και κάποιες άλλες φορές, που εκείνος ο άνθρωπος μοιάζει πολύ απλά με εμένα. Είναι σαν να με βλέπω, να με παρατηρώ, και τότε εκείνος ο άνθρωπος, όταν συναντιόμαστε στον δρόμο, κρατάει μια φωτογραφική μηχανή, κι έτσι με φωτογραφίζει. Μετά στρέφεται αλλού και φεύγει, περπατάει μακριά, και σαν τρέξω πίσω του, έχει εξαφανιστεί. Θα ήθελα πολύ να δω μια φωτογραφία μου, απλά και μόνο για να ξέρω ποιος είμαι.

 

Ο άνθρωπος, λοιπόν, αυτός, έχει πολλές μορφές, και αυτή που με τρομάζει περισσότερο, είναι η δική του. Η αληθινή του μορφή, αυτή που μοιάζει σ’ εκείνον, και μόνο σ’ εκείνον τον ίδιο. Είναι μια μορφή που μόνο μπορώ να φανταστώ, και όχι να αντικρίσω, να αισθανθώ, να νιώσω και να βιώσω σαν μια μορφή ανθρώπινη.

Ποιος είναι, λοιπόν; Πότε και πώς εμφανίζεται; Τι μπορώ να κάνω για να είναι μόνιμα κοντά μου, με τη δική του, αληθινή μορφή;

Αρχίζω να πιστεύω ότι ένας τέτοιος άνθρωπος δεν υπάρχει, και ούτε ποτέ υπήρξε. Και καθώς κοιτάζω τις φωτογραφίες μου, τις βλέπω κενές. Και κάπως έτσι, χωρίς να υπάρχει κανείς εκεί, κανένα φάντασμα, κανένας εαυτός, κανένας που να με ψάχνει και που να ψάχνω εγώ, η ζωή μου χάνει ολοκληρωτικά το νόημά της, και μετατρέπεται σε ένα συρρικνωμένο μηδενικό.

Αιώνιο ταξίδι

Σκέφτηκα να κάνω ένα ταξίδι. Θα ταξιδεύω για πάντα. Δεν θα υπάρχει γυρισμός. Μόνο μια αέναη κίνηση προς το μέλλον. Τώρα ετοιμάζουν τα πράγματά μου, και σύντομα θα ξεκινήσω. Καθώς η άμαξα περνά από τη μικρή γέφυρα, σκέφτομαι τη γυναίκα του Πρωτομάστορα. Έτσι έχτισα κι εγώ μέσα μου όσα ένιωθα, για να στεριώσω, και ποτέ δεν θα τα αφήσω να βγουν προς τα έξω. Θα ταξιδεύω για πάντα. Δεν θα υπάρχει γυρισμός.

Μιας νύχτας σκέψεις

Η νύχτα.

Πάντα η νύχτα.

Κοίτα πώς με φέρνει πάντοτε αντιμέτωπο με τον εαυτό μου… Πρώτα να με κατηγορώ έτσι, να υποφέρω, να με βασανίζω με τον χειρότερο τρόπο, και ύστερα να μου δείχνω κατανόηση, να καταλαβαίνω, και να με συγχωρώ. Και τώρα με έχω ακριβώς εκεί που πρέπει.

Αυτοκίνητα περνάνε από τον δρόμο που παραλίγο θα ήταν έρημος, αλλά δεν καταφέρνουν να μου αποσπάσουν την προσοχή. Λίγα νιώθω τώρα έξω από εμένα, έτσι κι αλλιώς. Τώρα είμαι σχεδόν ένα. Τώρα λειτουργώ σαν ένα. Τώρα δεν είμαι κανένας άλλος, πέρα από τον αληθινό εαυτό… Ή μάλλον όχι. Αλήθεια, ποιος είναι ο αληθινός εαυτός; Τι ξέρω εγώ γι’ αυτό; Τι θα μπορούσα να ξέρω;

Λένε πως έχουμε πολλούς εαυτούς, λένε διάφορα… Ποιος τους ακούει; Ποιος ξέρει στ’ αλήθεια ποιος είναι; Η αυτογνωσία είναι μια συνεχόμενη αναζήτηση, και κάθε φορά που έρχεται κάποιος σε σύγκρουση με τον εαυτό του, αυτό σημαίνει ότι η αναζήτηση βρίσκεται σε εξέλιξη.

Εγώ με καταλαβαίνω. Κάτι τέτοιες ώρες, ναι, με καταλαβαίνω, και με υποστηρίζω, και με πιστεύω, και με συμπαθώ, και με αγαπάω, και με ξέρω… Κάτι τέτοιες στιγμές, όχι στιγμές αρμονίας, αλλά θετικής ισορροπίας των συναισθημάτων, όπως θα μπορούσε κανείς να τις χαρακτηρίσει, με καταλαβαίνω απόλυτα. Ποιος ήμουν, ποιος είμαι, γιατί ήμουν αυτός που ήμουν, και γιατί έφτασα τώρα μέχρι εδώ, με την αλλαγή μου να βρίσκεται σε εξέλιξη, και τον μελλοντικό μου εαυτό σαν πρότυπο, να τον βλέπω θολά στο βάθος της ομίχλης. Μια μικρή λάμπα με κατευθύνει, κι εγώ με αβεβαιότητα, ακολουθώ το σημάδι της, με φόβο και ανησυχία…

Τι κι αν κατηγορήσω άλλους; Τι κι αν κατηγορήσω τον εαυτό μου; Το ερώτημα είναι ένα: Πόσο με πιστεύω; Και πόσο δεν πιστεύω κάποιους άλλους;

Θα πρέπει να έχει άστρα, αλλά τα φώτα της πόλης τα κρύβουν, κατά κάποιο τρόπο. Τίποτα δεν φαίνεται στον ουρανό, εκτός από τα αεροπλάνα, όταν περνάνε από ψηλά, και μπορώ να δω τα φώτα τους να ανάβουν και να σβήνουν στο μαύρο του ουρανού… Μου αρέσει να τα βλέπω, με μαγεύουν…

Κάποτε τα άστρα ήταν περισσότερα, και μπορούσαμε όλοι να τα θαυμάσουμε, αλλά ήταν και το σκοτάδι περισσότερο. Τι μας φέρνει κοντά στον κόσμο, και τι μας απομακρύνει από την αλήθεια του, όπως εμείς οι άνθρωποι την ξέραμε κάποτε; Τα φώτα μας, η εξέλιξη του πολιτισμού μας, έσβησε το σκοτάδι, αλλά έκρυψε τον κόσμο από τα μάτια μας. Η μαγεία χάθηκε, το ίδιο το ρομαντικό εκείνο κομμάτι που κάποτε τόσο αγαπήσαμε, και τώρα βιώνουμε μόνο στα παραμύθια.

Τι ανοησίες… Ποιος τα ακούει όλα αυτά; Ούτε καν εγώ ο ίδιος συμφωνώ με την τελευταία παράγραφο, έτσι δεν είναι;

Είναι έτσι;

Είναι, άραγε;

Δεν θα μπορούσα να είμαι κάποιος άλλος. Δεν θα ήθελα να είμαι κάποιος άλλος. Είμαι ένας και μοναδικός, όπως κάθε άλλος άνθρωπος σ’ αυτόν τον κόσμο, και αυτή η μοναδικότητα του καθενός μας είναι που μπορεί να κάνει θαύματα. Γιατί να την αφήσω ανεκμετάλλευτη; Γιατί να ξοδέψω τον εαυτό μου για θέματα που δεν ωφελούν πια;

Ό,τι κι αν σκέφτηκες για μένα, ας το πάρει ο άνεμος μακριά μου, καμιά σημασία δεν έχει πια. Ό,τι κι αν έκανα, ό,τι κι αν είπα, όποιο κι αν είναι το παρελθόν μου, ό,τι κι αν μου κάνανε, ας τα πάρει όλα ο άνεμος, στάχτη έχουν γίνει όλα έτσι κι αλλιώς. Και κοίτα με τώρα, ένα μικρό αγόρι που παίζει με τις στάχτες. Η γκρίζα σκόνη να κυλάει ανάμεσα στα δάχτυλά του, και να την εισπνέει, και να θέλει να φύγει από κοντά της, αλλά να μην μπορεί, και να κλαίει γι’ αυτό.

Ας γίνουν όλα στάχτη αν χρειάζεται, αλλά ας καταφέρω να ξεφύγω. Ας σταματήσω να είμαι εκείνο το αγόρι, ας μεγαλώσω, ας αναλάβω την ευθύνη των όσων μου προκάλεσα, και ας προχωρήσω μπροστά.

Για πάντα μπροστά.

Σκέφτομαι το Φθινόπωρο τώρα. Το περιμένω να έρθει. Ήδη ο καιρός έχει αρχίσει να ψυχραίνει, ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται εμένα. Τι άλλο μπορώ να αλλάξω; Τι άλλο μπορώ να γίνω; Πόσα στάδια έχω ακόμη να περάσω;

Άκουσέ με. Σκέφτηκες ποτέ πως τίποτα δεν θα έμπαινε ανάμεσά μας; Σκέφτηκες ότι δεν θα έφευγα; Σκέφτηκες ότι θα ήμουν πάντα δίπλα σου; Ή μήπως όλα αυτά είναι δικές μου ιδέες; Δικά μου ερωτήματα; Τώρα κοίτα με στα μάτια και άκου αυτό: Ξέρω ποιος είμαι. Ξέρω πώς να σε διεκδικήσω, ξέρω πώς να δεχτώ την άρνησή σου. Αυτό που φοβάμαι είναι η αποδοχή που είσαι ικανή να μου δώσεις, και όλα όσα μπορείς να μου προσφέρεις. Την αγκαλιά σου ζητάω, να βυθιστώ μέσα της, και τίποτα παραπάνω. Κι αν σ’ αγαπούσα; Και τι μ’ αυτό; Πάλι κάποιος από τους δυο μας θα έκανε πίσω, έτσι δεν είναι;

Θα τα πούμε ξανά, εκτός άμα φύγεις.

Δεν θα σε παρακαλέσω να μείνεις παραπάνω, αλλά θα ξέρω ότι υπήρξες κάτι για εμένα… σημαντικό.

Θα σε δω ξανά.

Ησυχία. Ομιλίες και γέλια. Χαρούμενες ομιλίες μέσα στη νύχτα. Ένα αστέρι φέγγει έντονα στον ουρανό, μεγαλύτερο από τα άλλα. Ένα αυτοκίνητο περνάει. Κάνει ψύχρα. Αναμνήσεις, μικρή επιστροφή στο παρελθόν, κι ας είναι μεγάλο μέρος από αυτές ψέματα.

Με καταλαβαίνω.
Με καταλαβαίνω, αλήθεια λέω.
Με καταλαβαίνω.

Έκλαψα το πρωί. Κατάφερα για δεύτερη φορά να κλάψω. Αυτή είναι η αλήθεια μου, η μικρή επανάσταση, η τελευταία έξοδός μου, μερικά δάκρυα. «Μπράβο!» είπα στον εαυτό μου. «Τα κατάφερες! Συνέχισε έτσι, δούλεψε κι άλλο μέσα σου, ακόμη πιο βαθιά… ως εκεί που μπορείς να φτάσεις. Χρόνος υπάρχει, αλλά μην πιεστείς πολύ… Είναι επικίνδυνο παιχνίδι αυτό».

Ναι, ο κίνδυνος υπήρχε. Πόσο βαθιά μπορούσα να ψάξω μέσα μου; Μια φράση ήταν που με έκανε να δακρύσω. Μια φράση από εκείνο το βιβλίο που ίσως κάποτε να έγραφα…: «Ελπίζω να με συμπαθήσετε…»

Τι δειλία, ε;

Όχι. Τι θάρρος! Γιατί πραγματικά θέλει θάρρος το να παραδεχτώ αυτό που κραυγάζουν οι παραπάνω λέξεις. Μια έκκληση, λοιπόν. Μια έκκληση προς τον άνθρωπο, από έναν άνθρωπο. Σχέση. Επαφή. Πράγματα για τα οποία δεν ξέρω τίποτα.

Και είναι παράξενο, πώς όλα αυτά έγιναν μέσα μου ένα μηδενικό. Ή μάλλον αυτό ήταν πάντα. Πώς θα μπορούσαν να μην αναπτυχθούν μέσα μου τέτοιες αξίες, αλλά να συμβεί το αντίθετο; Πώς; Θα πρέπει να ήταν ο φόβος. Οι άνθρωποι μπορεί να φέρουν φόβο, ανασφάλεια… «Οι άλλοι είναι μπελάς». Τι λόγια, ε; Μεγαλείο.

Τι ψέματα! Τι ειρωνεία! Τι τρόπος να κρυφτεί κανείς…

Ας είναι. Ας λένε. Ας πουν ό,τι θέλουν. Επιμένω, ότι με καταλαβαίνω, ότι κατανοώ… Ότι μετανοώ… Και υπάρχουν φορές που καταλαβαίνω και τους άλλους, και τότε φτάνω σε εκείνο το ανώτατο στάδιο γαλήνης, που ονομάζεται αρμονία. Η πλήρης αίσθηση ισορροπίας. Η εμπιστοσύνη, η σιγουριά, η ευτυχία… Κανείς δεν μπορεί να με αγγίξει… Τίποτα και κανένας δεν μπορεί να με σταματήσει…

Τώρα υπάρχει ένταση. Εγωισμός, θυμός, αντίσταση στο παρελθόν.

Δεν φταις εσύ.
Δεν φταις εσύ.
Δεν φταις εσύ.
Με καταλαβαίνω.
Με ξέρω.
Κατανοώ.

Οι ζωές μας υποτίθεται ότι πρέπει να είναι τραγικές. Η ίδια μας η ύπαρξη το ίδιο. Γιατί; Τελικά… σε ποιον χρωστάμε;

Ξέρω, ίσως να ακούγεται αστείο. Δεν θα ήταν πολύ απλό αν όλα λύνονταν τόσο εύκολα; Αν έλεγα «δεν σου χρωστάω», και όλα έμπαιναν στην θέση τους; Τι νόημα ψάχνουμε να βρούμε κάποιοι από εμάς, ώστε να μπορούμε να πορευτούμε αρμονικά; Τι μας λείπει; Τι χρειαζόμαστε; Τι θέλουμε; Τι αναζητάμε;

Λίγη αγάπη, μήπως; Μήπως αυτό είναι που έχουμε όλοι ανάγκη; Λίγη αγάπη, τόσο απλά; Κι αν ακούγεται κοινότοπο, μήπως είναι η πιο βασική ανάγκη του ανθρώπου, από την στιγμή που γεννιέται; Μήπως αυτό είναι που έλειψε σε μερικούς από εμάς;

Όχι, κορίτσι μου, δεν εννοώ εσένα. Σίγουρα όχι εσένα. Εσύ είσαι ειδική περίπτωση, και δεν μπορώ να σε αγγίξω, γιατί δεν μου το επιτρέπεις. Δεν έχουμε οι δυο μας την ίδια ανάγκη να αγαπήσουμε ο ένας τον άλλον… Σε ξέρω καλά τώρα, έτσι δεν είναι; Ξέρουμε ποιος από τους δυο μας έχει την μεγαλύτερη ανάγκη. Τι με κοιτάς; Γελάς; Το βρίσκεις αστείο; Με προσβάλλεις, το λιγότερο! Θα έπρεπε να ντρέπεσαι!

Με συγχωρείς. Ξέρεις πως μερικές φορές υπερβάλλω, έτσι δεν είναι; Με ξέρεις, τώρα…

Το αστέρι εκείνο… Όλο και ψηλότερα… Όλο και πιο ψηλά… Κάθε νύχτα η ίδια διαδρομή… Τι είσαι, ανάθεμά σε; Μήπως ήσουν άνθρωπος κάποτε; Θα πρέπει να ήσουν πολύ μονόχνοτος, φίλε μου…

Έχω ανάγκη από λίγη ησυχία τώρα. Θα προσπαθήσω να διακρίνω τα αστέρια. Κάποτε πάλευα να τα μετρήσω, αλλά εκείνα δεν τελείωναν… Ίσως τώρα, που τα φώτα είναι πολλά, να καταφέρω να βγάλω μια άκρη…