All posts by marisakelessidou

Η γυάλα

Είναι 08.15. Δεν ξέρω να διαβάζω την ώρα, αλλά γνωρίζω πως καθημερινά όταν το ξυπνητήρι κουδουνίζει, δείχνει αυτά τα νούμερα. Άρα είναι πρωί και άλλη μια μέρα ξεκινάει.. Η μητέρα του έχει ήδη έτοιμο τον καφέ και το πρωινό του στην κουζίνα και ακούω τον γνώριμο ήχο από τις παντόφλες της καθώς σέρνονται στο ξύλινο πάτωμα, να πλησιάζει και να ψιθυρίζει ανοίγοντας την πόρτα του δωματίου του, «Ξύπνα αγόρι μου. Είναι ώρα να ετοιμαστείς για τη δουλειά». Τα τελευταία 10 χρόνια που ζω στο σπίτι, η κ. Ιουλία κάθε μέρα έρχεται το πρωί και λέει τα ίδια λόγια, την ίδια στιγμή.
«Το πρωινό σου είναι έτοιμο Γιωργάκη μου». Από τότε που έφερε στη ζωή τον μονάκριβο γιο της, δεν σταμάτησε να τον αποκαλεί Γιωργάκη. Στο Δημοτικό σχολείο όταν ήταν μικρούλης, στην εφηβεία μπροστά στους φίλους του, στο Πανεπιστήμιο, στο στρατό. Όλα αυτά τα χρόνια ήταν ο Γιωργάκης της. Ακόμα και τώρα που έγινε άντρας, παρέμεινε ο Γιωργάκης γι’ αυτήν. Πάντα ήταν το επίκεντρο στη ζωή της και παραμέρισε τον άντρα της καθιστώντας τον ένα απλό διακοσμητικό στοιχείο στο σπίτι.

Σηκώνεται ο Γιωργάκης βαριεστημένος από το κρεβάτι και πλησιάζει το ενυδρείο μου. Λέω «μου» διότι κανένα άλλο από τα υπόλοιπα ψάρια δεν είναι τόσα χρόνια εδώ μέσα και είμαι το αγαπημένο του άλλωστε. «Καλημέρα Σωκράτη», λέει και μου ρίχνει ένα κομματάκι φαγητό. Δεν μπορώ να απαντήσω, ανοιγοκλείνω λίγο το στόμα μου μήπως βγει κάποτε κάποιος ήχος. Μετά από λίγο κάθεται στο τραπέζι και τρώει τα δημητριακά που του ετοίμασε η μητέρα του και πίνει το καφεδάκι του. «Είναι έτοιμο το τοστάκι μου;» ρωτάει. Και εκείνη του δείχνει με ένα νεύμα ότι βρίσκεται δίπλα στην τσάντα του. Όπως κάθε μέρα, έτσι και σήμερα το τοστάκι με τα φρέσκα υλικά, τυλιγμένο προσεκτικά στη ζελατίνα του, τον περίμενε. «Πήγε κιόλας εννέα» της λέει. «Με περιμένουν οι φοιτητές μου» συνεχίζει. Φοράει βιαστικά το παλτό του και κλείνει την πόρτα πίσω του.

Μείναμε οι δυο μας με την κ. Ιουλία. Το υπόλοιπο πρωινό συνεχίζεται με διάφορες δουλειές που κάνει στο σπίτι, ανοίγοντας την τηλεόραση και αφήνοντάς την να παίζει δίχως να παρακολουθεί. Αναρωτιέμαι μήπως η τηλεόραση παρακολουθεί τους ανθρώπους. Μήπως την ανοίγουν για να δει τι κάνουν; Μήπως γνωρίζει τι σκέφτονται και τους στέλνει εικόνες από αντικείμενα που θέλουν να αγοράσουν; Ίσως. Πάντως παρατηρώ πως όταν οι άνθρωποι παρακολουθούν αρκετή ώρα τηλεόραση αφοσιωμένοι, μετά από λίγο μένουν με μισάνοιχτο στόμα. Μήπως ο σκοπός της τηλεόρασης είναι να μετατρέψει τους ανθρώπους σε ψάρια;

Το μεσημέρι ήρθε μια φίλη της κ. Ιουλίας, η κουτσομπόλα κυρία Μπέττυ και το εγγόνι της που δεν σταμάτησε να κολλάει τα χέρια και το πρόσωπό του στο τζάμι του ενυδρείου. Είναι πολύ ενοχλητικό αυτό! Όπως όταν χτυπάς το κεφάλι ενός ανθρώπου που φοράει κράνος. Μάλλον είχανε αρκετό καιρό να τα πούνε, διότι η κ. Ιουλία της μιλούσε για το γιο της φυσικά. Ότι ήταν άριστος καθηγητής, αλλά και καλός, έντιμος και ήρεμος άνθρωπος. Νοιώθει τόσο περήφανη, που θέλει όλος ο κόσμος να γνωρίζει πόσο εξαιρετικός και τέλειος είναι ο μονάκριβός της. Βέβαια, πάντα στο τέλος αφήνει να βγει ένας αναστεναγμός – ίσως να είναι λίγο προσποιητός – και λέει τον καημό της. O Γιωργάκης της στα 36 του χρόνια δεν έχει βρει την κατάλληλη γυναίκα ακόμα. Απ’ ότι θυμάμαι, όταν με είχανε φέρει από εκείνο το απαίσιο κατάστημα κατοικίδιων και ήμουν μόνο μου ακόμα σε μια γυάλα, ο Γιωργάκης είχε έρθει στο σπίτι μαζί με μια κοπέλα, τη Μαρία, για να την γνωρίσει η κ. Ιουλία. Η κοπέλα ήταν όμορφη, χαμογελαστή, ήσυχη και σπούδαζαν μαζί στο Πανεπιστήμιο. Όμως ο Γιωργάκης έπρεπε να είναι αφοσιωμένος στα μαθήματά του και όχι στα κορίτσια, σύμφωνα με την κ. Ιουλία. Tου έλεγε ότι θα βρεθεί η κατάλληλη γι’ αυτόν και ότι είναι μικρός ακόμα. Ο Γιωργάκης υπάκουσε στη μητέρα του και δεν ξαναείδαμε την κοπέλα. Άλλη μια φορά που ήρθε στο σπίτι με μια κοπέλα, τη Τζένη ήταν όταν επέστρεφε από τις Μεταπτυχιακές σπουδές που έκανε στο Λονδίνο – μαρτυρικό το έτος εκείνο για την κ. Ιουλία. Η κοπέλα σπούδαζε στο Λονδίνο για να γίνει ηθοποιός. Η κ. Ιουλία δεν την είδε με καλό μάτι. Φορούσε κολλητά ρούχα, είχε κάτι σύρματα στη μύτη της και πορτοκαλί μαλλιά, όμως το βλέμμα της ήταν καθαρό και ευγενικό. Μετά από μερικές σύντομες κουβέντες με το γιο της – «Πρέπει να αφοσιωθείς στην καριέρα σου, έχεις και το στρατιωτικό, πού θα αφήσεις την κοπέλα;»- δεν την ξαναείδαμε ούτε αυτήν. Η τρίτη και τελευταία απόπειρα του Γιωργάκη να συστήσει μια κοπέλα στη μητέρα του έληξε άδοξα πριν ξεκινήσει. Η συγκεκριμένη, που ούτε το όνομά της έμαθα, τηλεφωνούσε στο σπίτι και μιλούσε πολλές ώρες με το Γιωργάκη. Η κ. Ιουλία τον ανάγκασε να της πει ότι τον πρώτο χρόνο που δίδασκε στο Πανεπιστήμιο με την ιδιότητα του λέκτορα, γνώρισε την κοπέλα η οποία ήταν γραμματέας στη σχολή. Μετά από αυτό, η συσκευή του τηλεφώνου, εξαφανίστηκε με μαγικό τρόπο από το δωμάτιο του Γιωργάκη. Και αυτός όπως ήτανε υποτακτικός και πειθήνιος, το δέχτηκε. Μετά από όλα αυτά, το μόνο που κάνει η κ. Ιουλία είναι να αναστενάζει, που ο γιόκας της είναι ανύπαντρος, αλλά παράλληλα καμία δεν του αξίζει ή δεν την έχει βρει ακόμα.

Επιτέλους η κουτσομπόλα φιλενάδα της και το κακομαθημένο εγγόνι της φεύγουν από το σπίτι. Σήμερα είναι η μέρα που η κ. Ιουλία καθαρίζει το ενυδρείο μου. Αδειάζει αρκετό από το νερό, καθαρίζει προσεκτικά το εσωτερικό του, αφήνοντας εμάς μέσα, να προσπαθούμε να ανασάνουμε στο λιγοστό νερό που αφήνει. Μα γιατί δεν μας βάζει κάπου αλλού για λίγο; Μέχρι να το καθαρίσει; Νομίζω πως δε μας συμπαθεί πολύ, διαφορετικά θα το έκανε. Ο τρόπος που καθαρίζει το ενυδρείο, είναι όπως όταν αποκαλύπτονται κάποια γεγονότα, αλλά αν δεν γίνει προσεκτικά, όλο και κάποια βρωμιά θα έχει μείνει στον πάτο, η οποία όμως θα αναδυθεί τη χειρότερη στιγμή, φέρνοντας όλους σε δύσκολη θέση. Τελειώνει με το καθάρισμα η κ. Ιουλία και ήρθε η ώρα για το καθιερωμένο τηλεφώνημα στο Γιωργάκη. «Είσαι καλά Γιωργάκη μου; Θα σε περιμένω για φαγητό. Μαγείρεψα το αγαπημένο σου σήμερα. Ψαρόσουπα!» Τον αχρείο, τον υποκριτή! Απορώ γιατί ασχολούμαι ακόμα μαζί του. Αν και δεν το συνήθιζε, ο Γιωργάκης της είπε να μην τον περιμένει. Και τότε η κ. Ιουλία κάθισε απέναντί μου, παίρνοντας το πλεκτό της και μονολογώντας. «Γιατί να αφήσει μόνη τη μανούλα; Τι συμβαίνει;»

Η αλήθεια είναι πως το τελευταίο διάστημα φέρεται διαφορετικά ο Γιωργάκης. Είναι λίγο δύσκολο να το διακρίνεις αυτό αν δεν είσαι ο καλύτερος φίλος του όπως εγώ. Σαν χαρακτήρας είναι εσωστρεφής με μετρημένη συμπεριφορά. Πριν μερικές μέρες, παρακολουθούσαμε ένα ντοκιμαντέρ για τη θαλάσσια ζωή, τα διάφορα ψάρια και θηλαστικά που ζουν εκεί, τον τρόπο που επιβιώνουν και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν. Τρομακτική εμπειρία για μένα, ακόμα και σαν ιδέα. Ποτέ δεν έχω φανταστεί τον εαυτό μου σε καλύτερη θέση από αυτήν που είμαι τώρα. Βέβαια, δεν γνωρίζω τίποτε διαφορετικό, αλλά έχω βολευτεί σε αυτήν την κατάσταση και μ’ αρέσει. Ούτε δυσκολίες, ούτε προσπάθεια για επιβίωση, σιγουριά στην καθημερινότητα και οι μέρες περνάνε ακίνδυνα. Έτσι νοιώθουν και τα υπόλοιπα ψάρια εδώ. Κάποτε ο Γιωργάκης πιστεύοντας ότι είμαστε πολύ ήσυχοι, αγόρασε ένα φρενιασμένο τρελόψαρο που μας δάγκωνε, δημιουργούσε πολλές φυσαλίδες και ειδικά εμένα, μου «κολλούσε» πιο πολύ απ’ όλους. Ήταν άκρως ενοχλητικό! Όταν όμως με είδε δαγκωμένο και κακοποιημένο πήρε το τρελόψαρο και το έδωσε σε ένα φίλο του. Έτσι ξαναγυρίσαμε στην κανονική μας ζωή. Καθώς βλέπαμε λοιπόν το ντοκιμαντέρ γυρνάει και με ρωτάει: «Πώς θα σου φαινότανε να δοκιμάσεις την τύχη σου σε ένα μεγαλύτερο ενυδρείο» δείχνοντας το βυθό της θάλασσας στην τηλεόραση. «Ίσως ήρθε η στιγμή ξέρεις», συνέχισε ενθουσιασμένος, αλλά και με συνωμοτικό βλέμμα θα έλεγα. Πανικοβλήθηκα και έτρεξα μέσα στο πιθάρι μινιατούρα μασουλώντας μια ροζ πετρούλα και δεν βγήκα από εκεί, πάρα μόνο όταν τελείωσε η εκπομπή. Τι εννοούσε;! Κι αν ετοιμαζόταν να φύγει; Θα με έπαιρνε μαζί του; Δε θα ήθελα να μείνω εδώ με τη μητέρα του όσο κι αν αγαπούσα το μικρό μου βασίλειο.

Όταν τελείωσε τη στρατιωτική θητεία και μόλις ξεκίνησε την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία, ο Γιωργάκης, αποφάσισε ότι πρέπει να ζήσει μόνος του και το ανακοίνωσε με μεγάλη σιγουριά και αυτοπεποίθηση στους γονείς του. Ο πατέρας του χαμογέλασε κάτω απ’τό παχύ μουστάκι του λέγοντας «Επιτέλους!». Η κ. Ιουλία όμως γούρλωσε τα μάτια της και άρχισε να του περιγράφει κάθε κίνδυνο και δυσκολία που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει.

«Τι θα τρως; Ποιός θα σου πλένει τα ρούχα σου; Το σπίτι σου θα είναι ένα αχούρι!»

«Μα μητέρα, έχω ξαναζήσει μόνος μου στην Αγγλία! Ξέρω να μαγειρεύω και να πλένω τα ρούχα μου και να συμμαζεύω ένα σπίτι.»

«Δεν θυμάσαι πόσο είχες αδυνατίσει που δεν έτρωγες τίποτα εκεί; Που ερχόμουν να σε δω και τα άπλυτα ρούχα γέμιζαν ολόκληρη την ντουλάπα; Και η σκόνη είχε φτάσει δέκα πόντους; Έτσι θέλεις να ζήσεις;»

«Τώρα όμως, είμαι μεγαλύτερος, ξέρω τι πρέπει να κάνω και θέλω να μείνω μόνος μου, για να φροντίζω εγώ τον εαυτό μου!»

«Τα έξοδα δεν τα σκέφτεσαι; Εδώ είναι το σπίτι σου. Όταν πεθάνουμε ο πατέρας σου και εγώ, μόνος σου θα είσαι σ’ αυτό το σπίτι. Γιατί θέλεις να μας αφήσεις;» συνέχισε μυξοκλαίγοντας για να τον κάνει να λυγίσει. Έτσι ο Γιωργάκης έβαλε κάτω το κομπιουτεράκι του, υπολόγισε τα έξοδα που θα είχε σύμφωνα με το μισθό του και σκέφτηκε πως θα ήταν καλύτερα αν περίμενε ώσπου να αυξηθεί η αμοιβή του και να μπορεί να ζήσει άνετα μόνος του. Βέβαια, αυτό δεν το ανέφερε στους γονείς του. Ήταν η σκέψη που τον έκανε να ελπίζει. Ο καιρός πέρασε όμως, ο μισθός αυξήθηκε κατά πολύ, αλλά ο Γιωργάκης δεν έφευγε. Συνήθισε και βολεύτηκε στην φροντίδα της μητέρας και την ασφάλεια του σπιτιού. Τον άκουγα που μιλούσε στους φίλους του και έλεγε -μάλλον για να μην τον κακοχαρακτηρίσουν – πως κάποια στιγμή θα μετακομίσει. Μέσα του πιστεύω, δεν είχε τη δύναμη. Και το βόλεμα είναι πολύ ύπουλη κατάσταση, το βλέπω από τον εαυτό μου. Οι καθημερινές μου συνήθειες δεν αλλάζουν, ακόμα μετά από τόσα χρόνια που ζω στο ενυδρείο. Απλά έχω γίνει βραδυκίνητος και τρώω λιγότερο. Χαίρομαι που δεν έχει αλλάξει τίποτα μέσα στη διαρρύθμιση του μικρού βυθού μου. Οι ίδιες πετρούλες, το ίδιο αγαπημένο μου πιθαράκι, ο ίδιος δύτης μινιατούρα που βγάζει μπουρμπουλήθρες δίνοντας την εντύπωση πως εξερευνά το μικρό ναυάγιο στην αριστερή πλευρά του ενυδρείου. Ακόμα και τα υπόλοιπα ψάρια εδώ μέσα είναι περίπου σαν εμένα. Κατά καιρούς έχουμε και κάποια που δεν αντέχουν στη φθορά του χρόνου. Αλλά έτσι είναι η ζωή, περιλαμβάνει και το θάνατο καθώς κυλάει. Κάπως έτσι πιστεύω πως βολεύτηκε ο Γιωργάκης τα τελευταία χρόνια. Αλλά εγώ είμαι απλά ένα ψάρι του γλυκού νερού! Δεν έχω φιλοδοξίες, είμαι διακοσμητικό! Δεν έχω τη δυνατότητα να ονειρευτώ το μέλλον μου. Ούτε πρόκειται να αλλάξει κάτι για μένα. Δυστυχώς ο Γιωργάκης, αν και άνθρωπος, πιστεύω πως ζει σαν ψάρι. Μέσα στο γυάλινο βασίλειό του, άρχοντας και παράλληλα υποτακτικός της αδυναμίας, της ανασφάλειας και της έλλειψης πρωτοβουλίας και αυτοπεποίθησης.

Εκείνη η μοναδική φορά που ζήτησε να φύγει από το σπίτι πριν κάποια χρόνια, ήταν και η μόνη επανάσταση που έκανε. Μετά όμως από εκείνες τις κουβέντες που είπε με αφορμή το ντοκιμαντέρ, υποψιάζομαι μήπως πρόκειται να επιχειρήσει και άλλη. Να θελήσει επιτέλους να αφήσει το μικρόκοσμό του, να αναζητήσει την ανεξαρτησία του και να ανακαλύψει άλλες πλευρές του εαυτού του. Πριν αρκετά χρόνια, είχε πάει για διακοπές σε νησί με φίλους του και με είχε πάρει μαζί του σε ένα ειδικό πλαστικό διαφανές κουτί. Απ’ ότι θυμάμαι, τις πρώτες μέρες ήτανε ήσυχος σαν να ήτανε σπίτι του. Κοιμότανε νωρίς, έκανε συγκεκριμένες ώρες μπάνιο στη θάλασσα για να μην καεί από τον ήλιο και τηλεφωνούσε στη μητέρα του τρεις φορές τη μέρα. Μετά όμως, σα να ξύπνησε κάτι μέσα του και άρχισε να κάνει τρέλες όπως οι φίλοι του. Σταμάτησε να τηλεφωνεί συχνά στην κ. Ιουλία, ερχότανε ηλιοκαμένος το μεσημέρι, κόκκινος σαν μπαρμπούνι και μόλις που θυμότανε να μου ρίξει λίγο φαγητό. Τα βράδια πηγαίνανε σε μπαρ με κάτι κορίτσια και στο δωμάτιο επιστρέφανε όλοι μαζί. Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια τους, όποτε είναι προφανές ότι παρακολουθούσα οτιδήποτε συνέβαινε. Δεν είχα ξαναδεί τον Γιωργάκη να γελάει τόσο πολύ, να τρώει τόσο πολύ, να αγκαλιάζει μια γυμνή κοπέλα απ’ την παρέα και να καπνίζει. Πιστεύω πως με πήρε μαζί του για να έχει ένα μάρτυρα ο οποίος θα δει αυτήν την πλευρά του και θα διαπιστώσει ότι είναι ικανός για τέτοια συμπεριφορά. Μόνο που δεν μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν. Ήταν το μικρό μας μυστικό. Μια μέρα πριν την αναχώρηση κατάφερε να συνέλθει, ώστε να γυρίσει στο σπίτι δίχως το παραμικρό ίχνος παραστρατήματος πάνω του. Οι φίλοι του πλέον πηγαίνουν διακοπές με τις φιλενάδες τους ή τις συζύγους τους και ο Γιωργάκης καθόλου.

Το απόγευμα πέρασε γρήγορα και όταν νύχτωσε για τα καλά, ακούω το κλειδί στην πόρτα και βλέπω τον Γιωργάκη να μπαίνει στο σπίτι. Συνήθως είναι αθόρυβος, αλλά απόψε είναι διαφορετικός. «Μαμά, μπαμπά θέλω να σας μιλήσω τους λέει καθώς στέκεται όρθιος μπροστά στην τηλεόραση». «Τι συμβαίνει παιδί μου; Είσαι καλά; Κάποιο πρόβλημα στη δουλειά;» ρωτάει ανήσυχη η κ. Ιουλία. «Πρέπει να σας πω ότι μου πρότειναν μια θέση καθηγητή στο εξωτερικό και αποφάσισα να φύγω. Αύριο κιόλας ετοιμάζω τα χαρτιά μου και θα πάω στο Πανεπιστήμιο να παρουσιαστώ. Σε μια εβδομάδα θα επιστρέψω να πάρω και τα υπόλοιπα πράγματα μου. Ξέρω πως δεν είναι εύκολο για εσάς να το συνηθίσετε αλλά είναι η μεγαλύτερη ευκαιρία που μου έχει δοθεί και θα ήμουν δειλός αν δεν την άρπαζα. Έχω ανάγκη από καιρό να αλλάξω ζωή και περιβάλλον. Να γνωρίσω καινούργια μέρη και ανθρώπους και να σταθώ στα πόδια μου. Πιστεύω πως εφόσον με αγαπάτε και θέλετε να είμαι ευτυχισμένος, θα χαρείτε με την απόφασή μου». Αυτά είπε δίχως παύσεις και κομπιάσματα και με πρόσωπο που έλαμπε περίμενε την αντίδρασή τους. Ο πατέρας του πιο ψύχραιμος, στάθηκε αμίλητος κοιτώντας την κ. Ιουλία που έμεινε αποσβολωμένη και του είπε ότι είναι περήφανος γι’ αυτόν και σε οτιδήποτε αποφασίσει αυτός θα είναι δίπλα του. Η κ. Ιουλία συνειδητοποίησε ότι ο γιος της, με αυτά τα λόγια της έλεγε πως επιτέλους ήρθε η στιγμή να τον αποχωριστεί. Πιστεύω πως πίσω από την υπερπροστατευτική εικόνα, η κ. Ιουλία ένοιωθε περήφανη που ο γιος της ήταν αποφασισμένος. Πονούσε που θα έφευγε μακριά, αλλά επιτέλους θα άνοιγε τα φτερά του.

Η εβδομάδα κυλάει ήσυχα μετά την ανακοίνωση καθώς ο Γιωργάκης λείπει και η κ. Ιουλία καταστρώνει σχέδια για τις επισκέψεις της στον γιο της. «Το καθήκον της μάνας δεν σταματάει ποτέ!» έλεγε συχνά.

Ήρθε η ημέρα της αναχώρησης και ο Γιωργάκης στέκεται στην πόρτα του σπιτιού κρατώντας στο ένα χέρι εμένα μέσα στο πλαστικό κουτί μου και στο άλλο τη βαλίτσα του. Αγκαλιάζει τον πατέρα του και σκύβει να φιλήσει την κατασυγκινημένη κ. Ιουλία που δεν καταφέρνει να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Κοιτάζει για τελευταία φορά το σπίτι του και ξαφνικά νοιώθω πως γλιστράω από το χέρι του. Γίνονται όλα τόσο γρήγορα. Βρίσκομαι στον αέρα! Βλέπω το πλαστικό κουτί μου να κομματιάζεται στο κατώφλι του σπιτιού και εγώ παλεύω να πάρω μια ανάσα μέσα από δυο σταγόνες νερό. Θέλω να του φωνάξω ότι και εγώ βγήκα απ’ τη γυάλα μου όπως και αυτός, αλλά η φωνή μου δεν βγαίνει.

Advertisements