All posts by mouloueleni

Nα συστηθώ…

Γεια σας. Το όνομά μου είναι Δ και μου ζήτησαν να καταστρώσω μια ιστορία με πέντε αγαπημένα ζευγάρια λέξεων. Δεν είμαι ειδικός. Ούτε ξέρω γιατί δέχθηκα να παίξω αυτό το παιχνίδι. Χωρίς να το πολυσκέφτομαι συλλέγω στην τύχη από πέντε. Απλά για να σας κάνω το χατίρι. Μπορεί βέβαια να μην έχω εμπειρία στην κατασκευή ιστοριών, είμαι, όμως, ειδικός στη συλλογή. Οπότε για μένα είναι εύκολο. Ναι, χρόνια τώρα ειδικεύομαι στη συλλογή. Η ιδιότητά μου είναι ρακο-συλλέκτης.
Να συστηθώ από την αρχή. Το όνομά μου είναι Δ και είμαι ρακοσυλλέκτης αναμνηστικών πεδίων. Είμαι ένας από τα εκατομμύρια ανθρώπων που ζουν στο δρόμο. Φοράω σκούφο και γάντια χωρίς δάχτυλα και κοιμάμαι σ΄ ένα σάπιο χαρτόκουτο για κρεβάτι. Ψάχνω στα σκουπίδια των σπιτιών για να κορέσω την πεινασμένη μνήμη μου. Κάτι αναμνηστικά βρώσιμο. Ψάχνω στους κάδους των άχρηστων αναμνήσεων πριν περάσει το σκουπιδιάρικο. Δεν βρίσκω κάτι να θρέψω το μυαλό μου. Κλέβω από έναν κουτσό άστεγο ένα ξύλο για να στηρίξω το σώμα μου, που σέρνεται από μνημονική ασιτία. Πεινάω κι, ενώ ψάχνω καλές στιγμές να τις μαγειρέψω να κάνω γευστικά θαύματα, βρίσκω μόνο κάτι ξεχασμένες θύμησες να τριγυρίζουν άστεγες μέσα στο χάος του μυαλού μου. Μοιάζουν συνάδελφοι. Πάω να τις πλησιάσω, μα εξαφανίζονται. Καίω σκουπίδια σε βαρέλι και τηγανίζω κάτι εναπομείνασες σκέψεις. Καλώ τις θύμησες για φαγητό. Αυτές με απαξιώνουν. Φοβάμαι. Με αυτές. Χωρίς αυτές. Ο φόβος με κρατά ζωντανό. Προσποιούμαι ότι τις απαξιώνω κι εγώ, αλλά τις κοιτώ με την άκρη του ματιού μου και αλληθωρίζω. Περιμένω να τρέξουν πίσω μου, αλλά κρίνω από τον εαυτό μου και απογοητεύομαι.
Μένω εκτός ορίων. Κρυώνω. Η μύτη μου τρέχει αίμα. Το σκουπίζω με το μανίκι. Πεινάω. Καταλήγω να τρώω τον άστεγο εαυτό μου ξεκινώντας από το συκώτι. Γεμίζω σίδηρο και σκουριάζω από την υγρασία του δρόμου. Μετά τρώω τη σπλήνα μου. Κι αφού με φάω ολόκληρο, αφήνω για το τέλος το γεμάτο στομάχι. Μήπως χορτάσω. Αλλά δεν έχω που να αποθηκεύσω την τροφή και εξαϋλώνομαι. Μετά φυτρώνω στο χώμα σαν από θαύμα. Το όνομά μου είναι Δ και τις νύχτες είμαι ρακοσυλλέκτης. Τις μέρες τίποτα. Κουράστηκα στα άκρα. Ξέμεινα με ένα βαρέλι. Όρθιος, μπροστά στη φωτιά να ζεσταίνω τα χέρια μου. Καίγονται κι αυτά. Μένω ένα τίποτα στο περιθώριο.

Ε.Μ.

Βαγόνι Νο2

Γνωστός σταθμός. Συνωστισμός. Περασμένη ώρα. Δεν προλαβαίνω να βγάλω εισιτήριο. Θα καθυστερήσω στην επόμενη συνάντηση. Ένα εισιτήριο δεν με εμπόδισε ποτέ. Ένα εισιτήριο ποτέ δεν έγινε «στόπ» στις διαδρομές μου. Ποτέ δεν έμαθα τη σήμανση της κυκλοφορίας. Δεν χρειάστηκε άλλωστε διότι δεν υπάρχει «κ.ο.κ» στο μυαλό μου. Πάντα ήθελα να κυκλοφορώ χωρίς περιορισμούς. Ελεύθερη. Μπαίνω στο βαγόνι. Για να μην καθυστερήσω.
Πρόσωπο Νο1. Ούτε ευφυής, ούτε χαζός. Εκπέμπει σε μια συχνότητα που πρέπει να γυρίσεις τον κόσμο ανάποδα για να την πετύχεις. Τρελός σίγουρα. Είναι ακόμα έξω. Όλα τα τρελά είναι έξω. Μέσα είναι η λογική. Αυτός, αναρχικός, επισκέπτεται το μέρος που ζεί η λογική σπάζοντας με λοστό τα παράθυρά της. Ένα τατουάζ που λέει «ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΕΚΡΗΞΗ» προειδοποιεί για τις παράπλευρες πιθανές απώλειες.
Πρόσωπο Νο2. Διάφανος. Μια χούφτα ρίγη. Μάτια που σφραγίζουν εικόνες τρόμου. Μάτια ουρλιαχτά. Ακτινογραφούν εφιάλτες. Μην έχεις την ελπίδα πως θα γλιτώσεις. Ελπιδοφάγοι είναι… και θα ρουφήξουν το μεδούλι τους μέχρι να ομολογήσεις πως πέθανε κι η τελευταία. Ήδη ομολογείς με αυτό το κυρτωμένο σώμα.
Πρόσωπο Νο3. Ανάμεσα στο δέρμα και το παντελόνι, μια τσέπη που χωρά τα απαραίτητα. Τσιγάρα, κλειδιά και το τσαλακωμένο παρελθόν. Ξεριζώνει από μέσα του ανθρώπους. Βίαια. Ένα κομμάτι δέρμα, κάτω από την τσέπη. Είναι ό,τι απέμεινε.
Πρόσωπο Νο4. Ένα ζευγάρι γυαλιά για να βλέπει μακριά. Σε βάθος χώρου. Όχι, σε βάθος χρόνου. Δυό κρύσταλλα για να βλέπει τον κόσμο θολότερο. Τέταρτη δεκαετία με χαμηλή φωνή και κεφάλι βαρύ. Το μετά φοβάται. Αυτό που δεν θα μείνει για το υπόλοιπο. «Κάνε να πεθάνω απόψε. Κάνε να πεθάνω. Κάνε να πεθάνω. Απόψε.»
Πρόσωπο Νο5. Μυρίζει συνθετικό και δυνατότητες. Σαν πλαστελίνη. Παίρνει ό,τι σχήμα θες. Υπηρετεί πάσα προτίμηση. Συμβιβασμένος και υποταγμένος στα χέρια που θα του δώσουν μοίρα. Διαμαρτυρία καμιά. Ακόμα κι αν στριγκλίζουν οι κλειδώσεις του.
Πρόσωπο Νο6. Σκόνη έχει πάνω του και η λιγοστή βροχή που έπεσε τον λάσπωσε. Λάσπη στα νύχια, στα δόντια, στον σβέρκο. Λάσπη παντού. Κι αν λίγο φυσήξει από το παράθυρο…Πέτρα. Άκαμπτη. Αυστηρή. Τραχιά. Καμία τρυφερότητα. Καμία ανάγκη.
Πρόσωπα έξι στο βαγόνι ένα. Είμαι στο βαγόνι δύο. Πάλι δεύτερη, γαμώτο. Πάλι με πρόλαβε το ντοπαρισμένο παρελθόν μου. Πάλι έκοψε το νήμα. Και ‘γω πάλι το ακολουθώ. Πιστά. Σε κάθε του βήμα. Κάθε τους βήμα ακολουθώ. Συνοδοιπόροι για πάντα. Κλέβω το νήμα και το βάζω κορδέλα στα μαλλιά.

Εξερεύνηση

Είμαι από αυτούς που το βάζουν στα πόδια με κανονικό βήμα. Φυγάς σε έναν κόσμο, ατέλειωτο ξενοδοχείο. Χειρο-πιαστά εισιτήρια μεταμεσονύχτιας διαδρομής χωρίς επιστροφή. Αχαλίνωτη νύχτα στις ράγες. Ένας άλλος ήλιος που θα’ ρθει. Κάτι έχει να πει, να αποκαλύψει, να καλύψει. Που πάει αυτός ο δρόμος; Ο τόπος αιωρείται. Άγνωστος, αλλιώτικος, ανεξερεύνητος. Κέντρο: δαιδαλώδες σταυροδρόμι. Έκτος όροφος, ξενοδοχείο, δεκεμβριανές μολότοφ και τρίγωνα πανοράματος. Δυτικά: βαλκανική απόχρωση. Λεωφορείο 34, ραντεβού με μια άγνωστη διαδρομή. Ανατολικά: επεκτατική πολιτική. Πήγε μεσημέρι. Πως γυρίζω πίσω; Βορράς: χιονισμένος καφές κι ένα τηλέφωνο που χτυπά ασταμάτητα. Νότος: θερμή θάλασσα, στυμμένο λεμόνι και μια εφημερίδα.

Δεύτερη (ίσως και τρίτη) ενηλικίωση. Οδηγίες επιβίωσης. Προϋπολογισμός. Στρατηγικός σχεδιασμός. Πλάνο Νο1. Το λύσαμε το στεγαστικό. Αποτέλεσμα: άκρως ικανοποιητικό και συμφέρον. Πλάνο Νο2. Τα προς το ζην. Αποτέλεσμα: στόχος επετεύχθη μερικώς. Πλάνο Νο3. Εξερεύνηση. Κατ’ εντολή γιατρού. Τη στερήθηκα, λέει, στα παιδικά μου χρόνια.

Εξερεύνηση. Ενενήντα επτά τετραγωνικά. Ο προφήτης Ηλίας και οι φωτιές από τον ουρανό. Η λίμνη στο μπάνιο. Τα μάτια της κουζίνας. Πορτοκαλί φλοκάτη και κουρτίνες που ποτέ δεν κρεμάστηκαν. Η γριά μάγισσα στο ισόγειο και η κατάρα του θερμοσίφωνου. Φρίκη, φρίκη! Τέσσερις τοίχοι χιονισμένο σύμπαν. Ένα τσουγκρισμένο πιάτο με μπλε γραμμή στα χείλη, ελληνικός μοναχικός καφές, πάλι νύχτα το ξημέρωμα. Μνήμη, μνήμη πραγματικότητα.

Εξερεύνηση. Καινούργια πόδια. Μαλλιά νοτισμένα. Πόλη υγρή. Νωχελική. Κόκκινο κραγιόν, ντυμένη κραυγαλέα ποζάρει με ενοχή διακριτικά ηδονίζουσα…η πόλη. Μπότες παλιές που έμπασαν βρόχινα νερά. «Δεν εγκρίνει ο προϋπολογισμός νέα αγορά. Να εύχεσαι να μην βρέξει ξανά.» Καφές στο ‘Παλέρμο’ και σκάκι στο πάτωμα με τα εξήντα τέσσερα ασπρόμαυρα πλακάκια. Τετράγωνο διάγραμμα, αντικριστά, κινήσεις εναλλάξ. «Μπορώ να υποδυθώ την βασίλισσα και τον πύργο ταυτόχρονα;» Πύργος αδούλωτος, λίθινος, με πετρομάχους φύλακες. Βασίλισσα εις αναζήτησιν μεγάλης αποκάλυψης που θα χωρέσει στην παλάμη της (το μέγεθος της χούφτας είναι περίπου ίδιο μ’ εκείνο της καρδιάς). Μνήμη, μνήμη πραγματικότητα.

Εξερεύνηση. Μαλλιά πάντα νοτισμένα. Λουλουδιασμένη συνοικία, λιβάνι και θυμίαμα ανακατεμένα με τσίκνα και πιστούς. Κλειδιά χοροπηδούν στη βαθιά μου τσέπη, ανυπόμονα να ξεκλειδώσουν το ανέκφραστο από την αιχμαλωσία του. Βιβλίο, τσάι, άπονα συννεφιασμένο χέρι. Άπονα συννεφιασμένη έμπνευση. Μια ασάλευτη προτομή στέκει κάτω από ένα σταματημένο ρολόι, που έχει το ύφος εγκλωβισμένης συνήθειας. Πιο κει ένα μάτσο τουλίπες τινάζουν αδέξια τις κλειδώσεις τους. Στιγμές ριγούν στις δονήσεις. Αλητεία αρματωμένη σε δρόμους κι ουρανούς. Εμπρηστικά φωνήεντα που αφήνουν στη γλώσσα το στυφό του ανομολόγητου. Ουρλιαχτά. Νυχτερινή αναρχία. Και το λιμάνι στέκει μοναχό να σηκώνει τα σημάδια του καιρού. Πτητικό στοιχείο με έναν άσφυγμο κυματισμό. Αυτή η θάλασσα δεν θα γίνει ποτέ δική μου. Μνήμη, μνήμη πραγματικότητα.

Εξερεύνηση. Κατάφορη αδικία σε βάρος μου. Επώδυνες ακίδες, δεν πρόσεξα, τις πάτησα. Εαυτός – ο προσωπικός μου βασανιστής- τώρα συνήγορος υπεράσπισης. Τα ελάφια στο δάσος τη νύχτα δεν φοβούνται. Ένα μεγάλο κοφτερό μαχαίρι τυλιγμένο στη ζώνη μου. Πέφτει το ποτήρι, θρύψαλα, από την απέραντη ακαμψία του συννεφιασμένου χεριού. Αυθάδεις δηλώσεις, το ζεϊμπέκικο, εκρήξεις, διεκδικήσεις, ο λεκές του κόσμου. Βολές κατά ριπάς από το απέναντι πεζοδρόμιο. «Ο κόσμος δεν είναι αυτός που πίστευες. Χαμογέλα όταν διαβαίνεις ανάμεσα στα πράγματα. Έστω με χαμόγελο, σακατεμένο, γερμένο σ’ έναν ώμο-μοίρα.» Τα μεγάλα φτερά μπλέκονται στα πόδια μου. Μνήμη, μνήμη πραγματικότητα.

Εξερεύνηση. Μοναξιά μεγαλόπρεπη, τύχη μετέωρη, αναπόδραστη μοίρα. Πνίγω με γαρύφαλλο τη λύπη που πονά το δόντι. Πλατιά λεωφόρος, ζώα που τρέχουν, τρομαγμένα πετάγματα, υπόκωφα καμπυλωτά κύματα, δάχτυλα ψάχνοντας κρυφά μέσα στη σάρκα. Είμαι θόρυβος και θορυβώ. Δεν αφήνω αυτή τη φορά να πλέξει δαντέλα η σιωπή. Είμαι θόρυβος και θορυβώ. Σπιθοβολά η καρδιά μου. Συστρατευμένα πόδια, βήματα αποφασισμένα. Η δειλία έρπουσα έρχεται στα πόδια μου. Δεν την αφήνω να μου κλείσει τον δρόμο. Την κλωτσάω κατακέφαλα. Σπιθοβολά το βλέμμα μου μιαν εναπομείνασα ανθεκτική ελπίδα. Μες τον κίνδυνο, τα ποιήματά μου βοές που κράζουν μακριά τον θάνατο. Μνήμη, μνήμη πραγματικότητα.

Τέλος εξερεύνησης. Ανακεφαλαίωση κατορθωμάτων αναρτημένη στον πίνακα ανακοινώσεων στην πλατφόρμα αναχωρήσεων. Σταυροπόδι στα σκαλιά. Κατάστρωμα σχεδίου (-ας). Ο σώζων εαυτόν ποτέ δε σώθηκε αρκετά. Τελευταία επιλογή. Τελευταίος καφές στο ‘Παλέρμο’. Προλαβαίνω μια τελευταία παρτίδα σκάκι; Αυτή τη φορά θα είμαι το άλογο. Όχι ξύλινο. Αλλά αδάμαστο, άγριο, ελεύθερο άλογο. Θα κλέψω τη βασίλισσα από τον πύργο της. Καταλύω τους κανόνες του παιχνιδιού. Μετράω τα τετράγωνα διαφυγής. Διαγώνια ορμή με φορτίο μια μη εξαργυρωμένη οργή. Ανέκκλητη διχοτόμηση του ουρανού. Μνήμη, μνήμη πραγματικότητα.

Θα συγκατατεθεί ο καιρός. Θα επιστρέψω ως ιππότης πια για μια τελευταία παρτίδα στο ‘Παλέρμο’. Να εξαργυρώσω την οργή. Να αποκαταστήσω το θιγέν. Να εκδικηθώ. Για τις λέξεις που ποτέ δεν διαπράχθηκαν. Για τις εικόνες που ποτέ δε μιλήθηκαν. Μάτια βαρβάρων, ψυχές οικόπεδα απερίφραχτα, λυσσασμένα σκυλιά, τραβάω τη φαλτσέτα και θερίζω (το συνηθίζω άμα μεθάω). Φοβηθείτε με. Η γλώσσα μου άλαλη θα γλύψει το ρίγος σας. Προβολή μέλλοντος, προβολή πραγματικότητας.