All posts by nikosgian

About nikosgian

IMDB http://www.imdb.com/name/nm0947961/ FILM IN GREECE http://film-in-greece.blogspot.gr/

ΕΤΣΙ ΣΥΝΕΒΗ……..ΘΑ ΜΕ ΠΙΣΤΕΨΕΤΕ;

22179_316878334403_611459403_3204242_2133866_nΚοιμήθηκα και είδα ένα όνειρο. Δεν σας ενδιαφέρει το περιεχόμενο του αν και ήταν ένα ασυνήθιστο όνειρο, ομολογουμένως όχι πιο ασυνήθιστο απ’ ότι είναι κατά κανόνα τα όνειρα που βλέπουμε όλοι. Αυτό που έχει όμως τη μεγαλύτερη σημασία σ΄αυτή την περίπτωση, είναι που για πρώτη φορά  συνειδητοποίησα ότι τα όνειρα μας, μας τα στέλνουν άλλοι και γι΄αυτό δεν πρέπει να τα παίρνουμε στα σοβαρά. Εμείς δεν φέρουμε γι΄αυτά καμία απολύτως ευθύνη.
Αυτή η σημαντική διαπίστωση δεν προέκυψε ακριβώς έτσι. Η χρήση εδώ του όρου ‘’συνειδητοποίησα ‘’ είναι μάλλον ατυχής. Αν θέλουμε να είμαστε πιο ακριβείς οφείλουμε να πούμε ‘’αντελήφθην’’ η ’’κατανόησα’’ η ‘’κατάλαβα’’ η έστω ‘’πληροφορήθηκα’’. Γιατί η ‘’συνειδητοποίηση’’ είναι μια διαδικασία μάλλον επώδυνη. Προκύπτει μετά από πνευματικό τοκετό, και στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνέβη ακριβώς αυτό. Ούτε κατά διάνυα.
Δεν πρόεκυψε επίσης ούτε από το γεγονός ότι το περιεχόμενο του ονείρου δεν είχε φαινομενικά καμία απολύτως σχέση με την καθημερινότητα μου, την ζωή μου και τα αισθήματα μου. Θα μπορούσε κάλλιστα, βεβαια, να το εκλάβω ως μια συμβολική πιθανή ερμηνεία όλων των παραπάνω – αναφέρομαι παντα στην πραγματικότητα μου. Συνηθισμένος καθώς ήμουν από προηγούμενες παρόμοιες καταστάσεις,  είχα ήδη αρχίσει να ψαχνω για ερμηνειες κατά την διάρκεια που το έβλεπα.  Αλλά αυτό που με τάραξε, αυτό που με αιφνιδίασε, αυτό που δεν περίμενα, ήταν ότι στο τέλος του ονείρου, αν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ένα όνειρο μπορεί να έχει τέλος,  εμφανίστηκαν τίτλοι, όπως σε μια κινηματογραφική ταινία, και μάλιστα με γράμματα κεφαλαία κι όχι μικρά: ‘’Οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις, δεν οφείλεται σε πρόθεση,  είναι ατυχώς τυχαία και μοιραία συμπτωματική’’.
Σαφώς αντιλαμβάνεστε, τώρα που φτάσαμε μέχρι εδώ, ότι ο σωστός όρος που έπρεπε έξ΄αρχής να χρησιμοποιήσω στο κείμενο μου, είναι ‘’αναγιγνώσκω’’ η έστω ‘’διαβάζω’’.

Αλλά όπως λέει και ο Ναμπόκωβ, η ιστορία μας θα ήταν διατυπωμένη σε λιγότερες γραμμές, που θα μας αρκούσαν, αν δεν υπήρχε η απόλαυση της αφήγησης.

Νίκος Γιαννόπουλος
Το ζεστό Καλοκαίρι του 2012

Περί Αθανασίας και άλλων ανεκπλήρωτων αποθημένων επιθυμιών…

Περί Αθανασίας[1]  και άλλων ανεκπλήρωτων αποθημένων επιθυμιών…
 
‘’Ακόμα κι αν ισχυριστώ ότι όλα αυτά που
σας διηγούμαι είναι απολύτως πραγματικά,
υπάρχει περίπτωση να με πιστέψετε; ‘’
Αμβροσιος Σακαδας

–         Κάνουμε παιδιά για να νικήσουμε το θάνατο….Oι γυναίκες …. …Εμείς οι άνδρες κάνουμε άλλα πράγματα μια και δεν μπορούμε να τεκνοποιήσουμε,…. κτίζουμε, φιλοσοφούμε, κάνουμε τέχνη, εφευρίσκουμε… Αλλά όλα αυτά δεν έχουν να κάνουν τίποτα με την αθανασία….εννοώ την προσωπική μας αθανασία… Μετά το θάνατο μας, δεν έχει και τόση σημασία και τι θα μείνει πίσω σαν κληρονομιά, υστεροφημία, ανάμνηση…. Τo θέμα επομένως είναι να βρούμε τον τρόπο να μην κοιτάζουμε τα ραδίκια ανάποδα από τα ογδόντα μας….τόσο δεν είναι ο μέσος όρος ζωής;…..
Αυτός που αγορεύει είναι ο Ντέμης, από το Δημοσθένης.  Είμαστε στη μέση μιας συζήτησης περί αθανασίας, όπως προφανώς έχετε ήδη αντιληφθεί. Δεν μπορώ να θυμηθώ πως καταλήξαμε σε μια τέτοια συζήτηση. Ίσως να οφείλεται στο ότι είναι ακόμα καλοκαίρι. Είμαστε καθισμένοι γύρω από ένα καλογερικό δρύινο τραπέζι με ιδιαίτερα γευστικά στερεά και υγρά καύσιμα. Το νυχτερινό δροσερό αεράκι αναμοχλεύει τις επιθυμίες μας που σχεδόν κάνει ορατές το διακριτικό φως μιας αστραφτερής σελήνης. Έχουμε τη δεύτερη αυγουστιάτικη πανσέληνο. Με λίγα λόγια θέλω να πω ότι απολαμβάνουμε όλοι μας μια ευδαιμονία που ενδόμυχα ευχόμαστε να μην τελειώσει ποτέ. Ότι υπάρχει γύρω μας λέγεται Εκάλη.
Ο Δημήτρης, την βίλλα του την αποκαλεί σπίτι, γιατί στην τελική είναι το σπίτι του, αλλά μοιάζει περισσότερο με μικρό ξενοδοχείο, τριών μόνο ορόφων, πισίνα, παρ’ λίγο ολυμπιακών διαστάσεων και ένα δάσος τρία η τέσσερα στρέμματα, γεμάτο οπωροφόρα δένδρα και λουλούδια, που ο Δημήτρης αποκαλεί αυλή. Σ’ αυτή την αυλή, λοιπόν, που περιβάλλεται από ένα τοίχο τουλάχιστον δυο μέτρων, υπάρχουν και δυο γήπεδα: ένα για μπάσκετ και ένα για ποδόσφαιρο 5χ5. Ως φιλότεχνος, θα ήθελε κι ένα υπαίθριο θέατρο αλλά δεν του ήταν εύκολο να αφαιρέσει τετραγωνικά απ’ την πισίνα.
–         Τώρα με όλα αυτά τα πειράματα που γίνονται στο DNA, οι επιστήμονες δεν μπορούν να κάνουν κάτι; Υπάρχουν ζώα που ζούνε πάνω από εκατό χρόνια…. Οι χελώνες ζουν 150 χρόνια…. Κάτι πρέπει να υπάρχει στον οργανισμό τους…. Κάποια άγνωστη ουσία…. Το είδα στο Discovery Channel, παρεμβαίνει η Ντόρα, από το Δωροθέα, με άπταιστη αγγλική προφορά.
Να σας συστήσω.  Η Ντόρα, μια φουλ σαραντάρα, είναι γυναίκα του Δημήτρη. Στα νιάτα της σπούδασε, κακήν – κακώς, αγγλική φιλολογία, αλλά βασικά, από την ημέρα που παντρεύτηκε τον, κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερο της, Δημήτρη, ασχολείται αποκλειστικά με την συλλογή  όλων των, (αν κάτι τέτοιο βέβαια είναι εφικτό),  καταναλωτικών αγαθών που διατίθενται σε τιμές ευκαιρίας στην ντόπια και αλλοδαπή αγορά. Το δεύτερο κατά σειρά προτίμησης χόμπι της, είναι οι πλαστικές εγχειρήσεις. Αν και ευτυχώς δεν πείραξε ιδιαίτερα το όμορφο πρόσωπο της, μέχρι τώρα έκανε αρκετές επεμβάσεις με εντυπωσιακότερη αυτή του στήθους της που συναγωνίζεται την πισίνα. Πάντα φροντίζει να φορά κάτι με ανοιχτό ντεκολτέ ώστε να αναδεικνύεται προκλητικά  ο πολύτιμος ημιυπαίθριος.  Αυτά δεν φαίνεται να ενοχλούν τον Δημήτρη. Παρέλαβε ως αποζημίωση απ’ τον πεθερό του για την σύμβαση γαμήλιας δέσμευσης, (παλιά χρησιμοποιούσαν τον αντιδραστικό όρο ‘’προίκα’’), ένα εργοστάσιο λιπασμάτων, τα έσοδα του οποίου, κυρίως από την πώληση λαθραίων απαγορευμένων χημικών ουσιών, υπερβαίνουν κατά πολύ τα μικροέξοδα της συμβίας του. Ο Δημήτρης, φροντίζει κι αυτός τον εαυτό του. Μέρα παραμέρα παίζει γκολφ με εισοδηματίες υπόπτου προέλευσης αλλά μεγάλης κοινωνικής αποδοχής και προσέχει υπερβολικά τη δίαιτα του. Κάθε πρωί μαζί με το αναμφιβόλως υγιεινό πρωινό του παίρνει και καμιά δεκαπενταριά χαπάκια που περιέχουν βιταμίνες, ιχνοστοιχεία  κι όλα τα υπαρκτά ευγενή και μη μέταλλα. Τελευταία όμως δείχνει λίγο καταβεβλημένος κι αυτό πιθανόν να οφείλεται στις σκοτούρες και τα προβλήματα που έχουν κι άλλοι συνάνθρωποι μας με υψηλά πέραν του δέοντος εισοδήματα.
–         Τι μας προτείνεις ρε Ντόρα, πετάγεται ο Τεό, από το Θεόδωρος. Να τρώμε χελωνόσουπα; Εμένα η χελωνόσουπα μου κάνει πιο πολύ αφροδισιακό παρά ….πως το λένε…. ελιξίριο της ζωής.
–         Κι από πού βγάζεις τέτοιο συμπέρασμα; πετάχτηκε η Στέφη, από το Στεφανία.
–         Μα από την Κίνα… Εκεί δεν τρώνε συνέχεια χελωνόσουπα;…. Κοντεύουν να ξεπεράσουν τα δυο δισεκατομμύρια σε πληθυσμό οι Κινέζοι, δεν κοντεύουν;…..
Οι δυο τελευταίοι προλαλήσαντες είναι αδέλφια και γείτονες του Δημήτρη και της Ντόρας. Σκαρφαλώνουν ακάθεκτοι αμφότεροι την δεκαετία των τριάντα. Το φέουδο τους είναι διακόσια μέτρα μακρύτερα, προς Κηφισιά μεριά, και περιλαμβάνει δυο μεζονέτες σε ένα εξ’ αδιαιρέτου…. οικόπεδο να το πω;… κτήμα;… ράντζο;….κάτι μεγάλο πάντως,  που, μεταξύ άλλων, κληρονόμησαν από τους γονείς τους. Διαθέτουν επίσης και ένα ‘’οίκο μόδας’’ νυφικών σε διώροφο νεοκλασικό στην Πλάκα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα ραφτάδικο όπου ανακυκλώνονται χρησιμοποιημένα νυφικά και ξαναπουλιούνται σε αστρονομικές τιμές σε επαρχιώτισσες νεόπλουτες νύφες. Η Στέφη, ελεύθερη ακόμα,  σπούδασε δι’ αλληλογραφίας σε μια ιδιωτική σχολή μόδας, τύπου Ελευθέρων, (ότι να’ ναι), Σπουδών και ο Τεό, ‘’ελεύθερη’’ κι αυτός, κάτι αντίστοιχο αλλά σε γαστρονομία. Ουσιαστικά το μαγείρεμα μοιάζει πολύ με την ραπτική. Ανακατεύεις διάφορα ετερογενή υλικά για να κάνεις πχ. μια σούπα. Μόνο που τη σούπα δεν μπορείς να την χρεώσεις στον πελάτη εκατό φορές ακριβότερα, ενώ το νυφικό στο οποίο έχεις προσθέσει μερικά τούλια, λίγες χάντρες και κάνα φιόγκο, μπορείς. Αυτός λοιπόν ήταν ο λόγος που και ο Τεό το γύρισε στη ραπτική. Πρακτικός ο Τεό. Οι δουλειές τους πάνε τόσο καλά που αν δεν υπήρχε κρίση, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα του  Ντέμη, η επιχείρηση θα είχε εισαχθεί στο χρηματιστήριο. Τέτοια μπούρδα είχα να ακούσω πολύ καιρό. Ο Ντέμης, είναι γκόλντεν μπόι, προϊστάμενος στην Τράπεζα Κύπρου, κρυφός[2] γκόμενος του Τεό και οικονομικός σύμβουλος όλης της παρέας. Όταν κάποιος Πάγκαλος είπε ότι: όλοι μαζί τα φάγαμε, είναι προφανές ότι εννοούσε κι αυτή την παρέα. Είναι δύσκολο να πιστέψεις, αυτό που στο Τεό είναι ηλίου φαεινότερο, ότι ο Ντέμης είναι ‘’γκαίυ’’. Αν και το καλό γούστο του στο ντύσιμο υπερβαίνει σε σχολαστικότητα, είναι αρρενωπός, ψύχραιμος εως ψυχρός και γενικά η όλη εικόνα του θυμίζει εγγλέζο δανδή.
–         Νίκο μας, τι γνώμη έχεις περί αυτού; μου απευθύνει ευγενικά το λόγο η Ντόρα.
–         Η αναζήτηση μεθόδου, που θα μας χάριζε την αθανασία νομίζω ότι είναι τόσο παλιά όσο και η ανθρωπότητα. Θα πρέπει να ήταν το πρώτο πράγμα που επινόησε ο άνθρωπος όταν συνειδητοποίησε ότι θα πεθάνει. Πιθανόν σ’ αυτή την αγωνία να οφείλεται κι η γέννηση των θρησκειών…περί ‘’μετά θανάτου – ζωής’’, ‘’μετεμψύχωσης’’, ‘’ανάστασης’’, ‘’αθανασίας της ψυχής’’, ……
–         Καλά όλα αυτά τα θεωρητικοφιλοσοφικοθρησκευτικά…αλλά εδώ μιλάμε για το πώς μπορούμε να γίνουμε αθάνατοι….. με διακόπτει ο Δημήτρης.
–         Οκ…απαντώ…..αλλά πρέπει να συμφωνήσουμε σε δυο πράγματα πριν….Όλοι μας θέλουμε να παρατείνουμε την νεότητα μας…ε;…όχι τα γηρατειά. Τι νόημα έχει να είμαι 200 ετών γέρος αφού ήδη από τα 80, για να μην πω, από τα 60, έχω αρχίσει να έχω προβλήματα υγείας…….και…..
–         Τι καλά που τα λέτε, πετάγεται η Στέφη……Να ζήσουμε, αλλά να είμαστε νέοι….νέοι …δηλ. όσο είμαστε τώρα ….τριάντα, σαράντα ……κάπου εκεί…. ούτε νιάνιαρα, ούτε πουρά…..που λέει ο λόγος κύριε Νίκο,…συγνώμη δεν εννοούσα εσάς.…οι παρόντες άλλωστε εξαιρούνται.., δαγκώνεται λίγο αλλά όταν με βλέπει χαμογελαστό χαλαρώνει πάλι.
–         Άλλωστε εγώ, έχω μεγάλη αδυναμία στους ωρίμους άνδρες, προσθέτει ναζιάρικα και μ’ αποτελειώνει..
Ε…λοιπόν, ο Νίκος, είμαι εγώ. Από το Νικόλαος. Επειδή εκφράζομαι λίγο ειρωνικά για την παρέα μου, πιθανότατα ν’ αναρωτιέστε τι δουλειά έχω εδώ. Κατ’ αρχήν, ως ο πιο ηλικιωμένος αυτής της παρέας, και λόγω της προχωρημένης ηλικίας μου, σας ενημερώνω ότι τα σχόλια και οι παρατηρήσεις μου έχουν πια το χαρακτήρα διαπίστωσης[3] και δεν έχω καμιά πρόθεση η δικαίωμα να μεμφθώ η να κρίνω τον οποιοδήποτε. Αντίθετα, χρωστώ ευγνωμοσύνη στο Δημήτρη και στην Ντόρα που με φιλοξενούν, έστω και προσωρινά. Το θέμα με την φιλοξενία, όμως, είναι ότι χωρίς ο φιλοξενούμενος να το θέλει, συμμετέχει αναγκαστικά στις εκδηλώσεις που συμβαίνουν στον τόπο φιλοξενίας του, μόνο και μόνο επειδή είναι παρόν. Δεν μπορεί να το αποφύγει για να μην προσβάλει τους οικοδεσπότες, και αυτοί τον προσκαλούν γιατί έτσι υπαγορεύει το αίσθημα της φιλοξενίας και της ευγενείας, ακόμα κι αν μερικές φορές το κάνουν με το στανιό. Βέβαια, με τρώνε που με τρώνε στη μάπα οι άνθρωποι, να μην επωφεληθούν λίγο επιδεικνύοντας στους καλεσμένους τους ότι έχουν κι ένα φίλο καλλιτέχνη;
–         Εσύ πάντως Στέφη δεν έχεις ανάγκη από κάποιο χάπι. Έχεις βρει τον τρόπο να παραμένεις νέα από μόνη σου…..Εδώ και μερικά χρόνια έχεις κολλήσει στα τριάντα τρία.….Μη με ρωτήσεις πως το ξέρω….Μέχρι που τελειώσαμε τις σπουδές μας ήσουνα δυο χρόνια μεγαλύτερη και τώρα είσαι ένα χρόνο μικρότερη μου….χαχα…..
Γελάμε….και ο Τεό ίσα που προλαβαίνει να σκύψει για να αποφύγει το ποτήρι με το νερό που εκτοξεύει η Στέφη. Εγώ όμως δεν είχα τόσο καλά αντανακλαστικά και ….το λούζομαι.
–         Ελπίζω να είναι το αθάνατο νερό…., άλλωστε ειν’ ακόμα καλοκαίρι, λεω γελώντας στη Στέφη που πετάγεται όρθια και μου ζητάει συγνώμη.
Η Στέφη σε πρώτη ματιά δίνει την εντύπωση αφελούς  ατόμου. Δεν είμαι όμως καθόλου σίγουρος αν ισχύει κάτι τέτοιο, όπως δεν ισχύει και για τη Μενεγάκη. Εμφανισιακά είναι το ακριβώς αντίθετο της Ντόρας. Δεν έχει την πληθωρικότητα που της προσδίδουν οι καμπύλες της, είναι λεπτή κι ευλύγιστη σαν αιλουροειδές. Δεν είναι ο σωματότυπος της Αφροδίτης, αλλά της Άρτεμης. Μαλί κοντό, στεγνά αλλά αρμονικά χαρακτηριστικά και δυο ατελείωτα πόδια που αναδύονται μέσα από μια σχεδόν ανύπαρκτη φούστα. Αν πούμε ότι η Ντόρα είναι ένα χορταστικό δείπνο η Στέφη είναι σίγουρα ένα εξαιρετικό κρασί. Αυτή είναι κι η μεγάλη τους διαφορά. Το φαγητό είναι μια ανάγκη ενώ το ποτό μια ελεύθερη επιλογή.
Την στιγμή, λοιπόν, που αυτό το πλάσμα με πλησιάζει με μια πετσέτα για να με σκουπίσει, καταφτάνουν τα τέκνα της οικογένειας, ο Πέρης, από το Περικλής και η Έυα, από το Ευανθία και η προσοχή όλων, ακόμα και της Στέφης, στρέφεται αλλού. Η Έυα σπουδάζει εικαστικά στη Σχολή Καλών Τεχνών στη Φλωρεντία. Πρόκειται για μια ηθική δοκιμασία. Είναι τόσο γοητευτική που ενστικτωδώς σου γεννιούνται αμφιβολίες για την πατρότητα της. Αυτό φυσικά μόνο σ’ όσους γνωρίζουν το Δημήτρη και την Ντόρα. Όχι τόσο για το ότι ο Δημήτρης είναι ιδιαίτερα κακομούτσουνος όσο για το ότι η Ντόρα δεν είναι, ούτε ήταν, ποτέ πολύ φρόνιμηΚάθε φορά που βλέπω αυτό το κορίτσι, από τότε που αποφοίτησε απ’ το λύκειο, εύχομαι να ήμουν εκατό χρόνια νεότερος. Αυτό κι αν είναι ένα κίνητρο για την αθανασία (μου), αλλά τελικά, όλο και πιο πολλά απ’ αυτά που εξακολουθείς να θες, καθώς γερνάς, τα βλέπεις ν’ απομακρύνονται, απελπιστικά αμετάκλητα. Αντίθετα ο Πέρης μοιάζει, πέραν κάθε αμφιβολίας, στον πατέρα του. Υπολείπεται της Έυας σε ύψος, ηλικία και ευφυΐα. Σπουδάζει, Διοίκηση Επιχειρήσεων στο ΤΕΙ της Λάρισας.
Η ώρα δεν είναι ιδιαίτερα προχωρημένη. Μετά βίας περασμένα μεσάνυχτα. Τα παιδιά πεινάνε και με αφορμή αυτό η Φα, από το Φατιμά, (οικονόμος, νταντά, μαγείρισσα κλπ.), ξαναγεμίζει το τραπέζι μας με διάφορα καλούδια. Εγώ έχω ήδη βαρυστομαχιάσει και το μόνο που θέλω είναι να πιω. Ανοίγουμε λοιπόν, ακόμα ένα πανάκριβο ‘’Μικροκλίμα 2001’’, Κτήμα Παπαϊωάννου[4]. Επικρατεί ολίγη αταξία καθώς ξαναγεμίζουν τα πιάτα και τα ποτήρια και η συζήτηση επανέρχεται δριμύτερη με τον Δημήτρη να προσκαλεί τα παιδιά του να συμμετέχουν στη συζήτηση.
–         Τι γνώμη έχετε παιδιά για την αθανασία;
–         Αθανασία;… Γουστάρω,.. πολύ cool, λέει με ενθουσιασμό o Πέρης.
Έχω την ακράδαντη βεβαιότητα ότι αυτό το παιδί κάτι έχει πάρει.
–         Μάλλον εννοεί την ‘’κρυογονική’’, σπεύδει να διασαφηνίσει ο Ντέμης.
–         ‘’Ο Μπάρον και η Αιωνιότητα’’, Norman Spinrad, μεταπάνκ επιστημονική φαντασία.
Να, λοιπόν, που κάτι θυμάται κι η Ντόρα από τις σπουδές της.
–         Τι δηλ. σε βάζουν στην κατάψυξη;…και μετά τι; Εμένα μου φαίνεται πολύ αστείο να ανοίγεις στο σπίτι σου το καταψύκτη με να βλέπεις μαζί με τα κοτόπουλα και τον παππού σου…χα…χα..χα… ευθύμησε η Στέφι.
–         Η κρυογονική δεν είναι μέθοδος αθανασίας….είναι σαν να κοιμάσαι και να ξυπνάς και γω δεν ξέρω πότε…Ποιος θα ήθελε να κοιμηθεί τώρα, στα ενενήντα του, χούφταλο να πούμε, και να ξυπνήσει διακόσια χρόνια αργότερα χούφταλο κι επιπλέον να μην ξέρει και τι του γίνεται. Εδώ ένα Σαββατοκύριακο πας διακοπές κι όταν γυρίζεις τη Δευτέρα μαθαίνεις ότι η χώρα χρεοκόπησε κι ο Μητσοτάκης ειν΄ ακόμα ζωντανός.…….Άσε που όταν ξυπνήσεις μπορεί να είσαι μικρότερος κι απ’ τον εγγονό σου…
Πρακτικός ο Τεό.
–         Διάβασα κάπου στο ίντερνετ, ότι ένας Αλχημιστής σκέφτηκε να ….. πώς να το πω…  να αντιστρέψει τη ροή του υποκειμενικού μας χρόνου και ταυτόχρονα να τον κλειδώσει έτσι ώστε αυτός να πηγαινοέρχεται σαν… γιογιό…δεν είναι η πιο σωστή λέξη….Δηλαδή ας πούμε ότι όταν εγώ γίνομαι σαράντα χρονών, αντί να συνεχίσω να μεγαλώνω, αρχίζω να γίνομαι νεότερη, μέχρι που φτάνω τα εικοσιπέντε και μετά πάλι αρχίζω να μεγαλώνω μέχρι τα σαράντα και ούτω καθ’ εξής….παρεμβαίνει σοβαρά στη συζήτηση η Έυα. Ταλάντωση …είναι πιο σωστό…
–         Ωραία ιδέα….αποφαίνεται ο Ντέμης. Μετά όμως τι γίνεται;
–         Τη πατάει….Βρίσκει τον τρόπο να αντιστρέψει το χρόνο προς τη νεότητα αλλά δεν καταφέρνει να τον αναστρέψει ξανά….έτσι γίνεται έμβρυο,… σπέρμα και χάνεται…εξατμίζεται..
–         Αυτό είναι μια παραλλαγή μιας ταινίας με τον αααα….Μπραντ Πητ…να δεις πως λέγεται; …ααααα… ‘’Η απίστευτη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον’’[5] ..αναφωνεί η Ντόρα.
–         Αυτό είναι μια από τις ιστορίες του Νίκου[6], λέει ο Δημήτρης με περηφάνια. Η ταινία που γυρίστηκε καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα δεν έχει καμιά σχέση με την αθανασία.
–         Ούτε και με το Νίκο, διασαφηνίζω εγώ, χασκογελώντας.
Όλα τα βλέμματα στρέφονται προς εμένα. Νιώθω να με κοιτάζουν με μεγαλύτερο …. σεβασμό, αν και δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς μπορεί σημαίνει κάτι τέτοιο… Πάντως ο Δημήτρης το έθεσε σωστά…έτσι για να μην μπερδεύουμε το φάντη με το ρετσινόλαδο.
–         Είμαι σίγουρη ότι έχετε κάνει πολλά ωραία στη ζωή σας, κύριε Νίκο, μου λέει γλυκά η Στέφη κι ύστερα σχολιάζει σκεπτική. Εγώ πάντως θα πάθαινα ίλιγγο με κάτι τέτοιο……να πηγαίνω δηλ. όλη την ώρα πάνω – κάτω, μπρος – πίσω, ….ξέρω κι εγώ;…
–         Φυσικό το βρίσκω, την ειρωνεύεται ο Τεό. Ο εγκέφαλος σου γυρίζει σαν το μύλο του καφέ…..όλο και την αλέθεις τη μαλακία….
Η Στέφη τον κοιτάζει έξαλλη……
–         Ποτέ δεν βρίσκεις κάτι καλό θα πεις μένα, βλάκα…..Περνιέσαι για έξυπνος αλλά όλα αυτά που λες τα….εξυπνακίστικα….είναι κλεμμένα απ’ τα κολοαστυνομικά βιβλία που διαβάζεις……το λέω να το ακούσουν όλοι…..όλοι…  Αι στο διάβολο.
–         Αυτή είναι κι η δική σου διεύθυνση …..απαντάει προκλητικά ο Τεό. Τουλάχιστον εγώ ξέρω να διαβάζω…..
Η Στέφη σηκώνεται συγχυσμένη και μπαίνει στο σπίτι. Προλαβαίνω να ρίξω μια ματιά στο προκλητικό λίκνισμα των γοφών της. Η Ντόρα τρέχει πίσω της.
–         Τι συμβαίνει με σας τους δυο σήμερα;… μαλώνει δυνατά τον Τεό.
Κι όμως, η Ντόρα ξέρει πολύ καλά τι συμβαίνει. Το συζητούσαν νωρίτερα το απόγευμα με το Δημήτρη. Δηλαδή η Ντόρα το συζητούσε, με ένταση. Ο Ντέμης άπλωσε τα πλοκάμια του και στη Στέφη.  Κάτι τέτοια, όταν είσαι ερωτευμένος, σε κάνουν να νιώθεις σα σκουπίδι και ότι όλα συνωμοτούν εναντίον σου γιατί η βαρύτητα των επιθυμιών τις εγκλωβίζει στα χαμηλά όργανα του σώματος. Αυτό εξηγεί απολύτως γιατί είναι επιθετικός ο Τεό, αλλά εγείρει απορίες για την ένταση της Ντόρας.
–         Η κλωνοποίηση είναι επίσης μια ενδιαφέρουσα ιστορία, λέει ο Ντέμης σαν να μη συμβαίνει τίποτα.  Παράγουμε υγιείς απογόνους πανομοιότυπης γενετικής σύστασης και μορφής και μετακομίζουμε στα σώματα τους ότι ώρα θέλουμε.
–         Ρε συ…cool, πολύ in, ψελλίζει ξέπνοα πάλι ο Πέρης.
Τότε καταλάβανε όλοι ότι ο πιτσιρικάς είναι, εδώ και ώρα, κουρούμπελο στο μεθύσι. Ο Δημήτρης φωνάζει την Φα να φτιάξει ένα καφέ πικρό για το καμάρι του και να ρίξει και μια ματιά, τι απέγιναν τα κορίτσια.
–         Αυτό μας έλειπε τώρα, άρχισε πάλι τα δικά του ο Τεό. Να ψάχνουμε τον Ντέμη σε διάφορα σώματα…. Αλλά τι μαλακίες λεω… που τον χάνεις, που τον βρίσκεις, στο σώμα της αδελφής μου…. Εμάς βλέπεις μας έχει βαρεθεί…..
Επικρατεί σιωπή. Ο Ντέμης βάζει αργά κρασί στο ποτήρι του και συνεχίζει ατάραχος.
–         Με την κλωνοποίηση, επί πλέον, μπορούμε να διορθώσουμε και διάφορα βιολογικά και πνευματικά ελαττώματα…ε..τι λες γι΄αυτό Τεό….
–         Δηλαδή τι θες να πεις;…ότι είμαι μικροτσούτσουνος, ή ότι  η ψωλότσεπη της αδελφής μου είναι πιο γλυκιά από τη δική μου κωλοτρυπίδα; ουρλιάζει ο Τεό.
Εδώ κανονικά η ευπρέπεια επιβάλλει ηχητική λογοκρισία ή αποσιωπητικά στο κείμενο. Μην ξεχνάμε κι όλας ότι στην παρέα υπάρχουν και νεαρά παιδιά. Δεν μπαίνω όμως στον κόπο να παρέμβω για πολλούς λόγους εκ των οποίων ο κυριότερος είναι ότι δεν θα μπορέσετε να απολαύσετε την συνέχεια. Ήταν σαν να έσκασε χειροβομβίδα κρότου – λάμψης.
Ο Δημήτρης πετάγεται όρθιος, αρπάζει τον Τεό από το μπράτσο κι αρχίζει να τον τραβάει ολίγον βίαια προς την έξοδο. Ο Τεό, προσπαθώντας να αντισταθεί γραπώνεται από το τραπεζομάντιλο και θα ερχόταν η συντέλεια του κόσμου αν ο Ντέμης δεν είχε την ετοιμότητα να το συγκρατήσει από την άλλη πλευρά. Οι Ντόρα, Στέφη και η Φα πετάγονται έντρομες έξω απ΄το σπίτι για να δουν τι συμβαίνει. Ο Πέρης, στον κόσμο του, βγάζει κάτι ακαταλαβίστικα μουγκρητά και η Έυα διπλωμένη στα δυο γελάει με την καρδιά της. Έτσι πως είναι σκυμμένη, μου είναι αδύνατο να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω της. Κοιτάζω το μικρό παλμό στο μακρύ λαιμό της. Τον βλέπω να κάνει τικ-τακ σαν ένα ευαίσθητο σπάνιο ρολόι. Συντονίζεται  με την καρδιά μου που τρέχει σαν τρελή, χωρίς ανάσα και κοντεύει να σπάσει. Ιδρώνω στην ιδέα ότι μπορεί να μ’ έχουν πάρει πρέφα οι υπόλοιποι, αλλά η αναστάτωση είναι τέτοια που κανείς δεν μου δίνει την παραμικρή σημασία. Ευτυχώς που οι σκέψεις μας δεν είναι ορατές.

Τελικά ο Τεό αναχωρεί και όλοι οι υπόλοιποι μαζευόμαστε σιγά – σιγά, πάλι γύρω απ’το τραπέζι. Ευτυχώς τα εδέσματα έχουν περισωθεί και η κάβα του Δημήτρη φαίνεται να μην έχει πάτο. Σε μια ατμόσφαιρα εμφανούς αμηχανίας  κι εκνευρισμού, η αποκαθήλωση ενός ουίσκι μαλτ ‘’Ardbeg’’, 17 ετων [7], ελπίζουμε να γίνει το όχημα μιας αργής, αλλά καθολικώς, επιθυμητής επιστροφής στη προηγουμένη ευδαιμονική μας κατάσταση. Στα κεφάλια όλων υπάρχει η προφανής σκέψη του πόσο εύκολα ένας πικραμένος άνθρωπος, που έχει φάει και πιει τον αγλέουρα, μπορεί να χαλάσει, με μια μόνο κλανιά, τη διάθεση σε ένα εξαιρετικό τσιμπούσι. Ο Ντέμης πρώτος, σαν να μην συνέβη τίποτα, γίνεται ο δημόσιος εκφραστής αυτής της σκέψης.
–         Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί τέτοιος εκνευρισμός όταν δυο τρία ποτηράκια είναι αρκετά για να μας φέρουν τον ένα κοντά στον άλλο.
–         Μήπως γιατί ενώ παριστάνουμε, όλοι, τους έξυπνους η ευφυΐα μας είναι τόσο μεγάλη όσο και το τακούνι μιας παντόφλας; λεω εγώ αστειευόμενος.
Αυτό ήταν. Ένα κύμα ευθυμίας σαρώνει την παρέα μας. Αρχίζουν όλοι να γελάνε. Αρχικά δειλά κι αμέσως μετά δυνατά κι ασυγκράτητα. Σαν να ξεστόμισα το πιο σπουδαίο καλαμπούρι του κόσμου. Η Στέφη και η Έυα σχεδόν πέφτουν στο γρασίδι από νευρικό γέλιο, ενώ η Ντόρα πάρα λίγο να πνιγεί από το κρασί. Μετά το ξέσπασμα, επιστρέφει πάλι η πρώην ανέμελη ατμόσφαιρα. Η Φα μαζεύει τα χαρτομάντιλα που χρησιμοποιούν τα υπόλοιπα θυλικά μας για να σκουπίσουν τα δάκρια απ’ τα μάτια τους. Ο Ντέμης ατάραχος όπως πάντα μυρίζει το μαλτ μ΄ ευχαρίστηση.  Ο Πέρης, σα χυμένος λουκουμάς στην πολυθρόνα του μας δίνει την εσφαλμένη εντύπωση ότι κοιμάται. Στο μεταξύ ο Δημήτρης με μια έκφραση ικανοποίησης για την εξομάλυνση της βραδιάς, μας προσφέρει πούρα από ένα ξύλινο κασελάκι. Μόνο στους άνδρες. Καθώς σερβίρομαι ρίχνω μάτι στο καρτελάκι. Γράφει: ‘’CohibaSigloVI’’[8]. Εγώ έχω μαύρα μεσάνυχτα απ’ αυτά. Τα πουράκια που καπνίζω με τη σέσουλα, ως βαριά εξαρτημένος καπνιστής, είναι φτηνιάρικα. Ο Δημήτρης όμως σπεύδει να μας διαφωτίσει.
–         Απ΄τα καλύτερα κουβανέζικα… Ταιριάζει απόλυτα με το ουίσκι μας… Λίγο ακριβά, αλλά σήμερα…πώς να το πούμε… έχουμε πανσέληνο. Ρουφάτε αργά κι αφήστε τον ουρανίσκο σας να απολαύσει την υπέροχη γεύση του, μας συμβουλεύει. Εγώ όταν πρωτοδοκίμασα αυτό τοπούρο, μπορώ να πω ότι με πήρε μαζί του σε ένα ταξίδι που δε θα έπρεπε να είναι νόμιμο…..χαχα…
Όσο γι’ αυτό το τελευταίο, ήμουνα σίγουρος. Τα προμηθεύεται οπωσδήποτε απ’ τους μαφιόζους μαζί με τα λαθραία απαγορευμένα λιπάσματα που εισάγει.
–         Τώρα δηλαδή θα καπνίσετε; διαμαρτύρεται ξαφνικά ο Πέρης.
–         Ναι γιατί; Φοβάσαι μην βάλουμε φωτιά στα δάση η μην μολύνουμε το περιβάλλον; του απαντάει ο Δημήτρης
–         Έλα ρε ντάντυ, μη κάνεις τον κινέζο.
Απευθύνεται σε όλους μας.
–         Φρικάρω…. πως μπορεί κάποιος να πληρώνει τόσα λεφτά για να γεμίσει με καπνό τα πνευμόνια του; Φτηνότερο είναι να χωσετε τις μούρες σας στην εξάτμιση ενός αυτοκινήτου και να πληρώνετε στον τύπο τη βενζίνη…
Μένουμε κόκαλο. Ο μικρός, που μέχρι πριν λίγο έμοιαζε ράκος τώρα σφύζει από ζωή και μας τη λέει κι από πάνω. Αυτό θα πει όμως να’ σαι εικοσάρης. Δεν φαντασιώνεις την αθανασία. Είσαι αθάνατος. Ότι σκατά κι αν καταβροχθίσεις το σώμα σου θεραπεύεται πριν να το πάρεις καν χαμπάρι. Απ’ αυτό ορμώμενος και από το μαλτ που τρέχει ευεργετικά στις φλέβες μου, προσπαθώ ν’ αναθερμάνω τη συζήτηση.
–         Τι γνώμη έχετε για την νανοιατρική…την νανοτεχνολογία. Τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχτεί πολύ. Ένας τύπος, ονόματι Robert Freitas, θεωρητικός νανορομποτικής, ισχυρίζεται ότι είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε μικροσκοπικά ιατρικά νανορομπότ που θα περνούν στην κυκλοφορία του αίματος, θα βρίσκουν τις επικίνδυνες ουσίες,  όπως… καρκινικά κύτταρα… βακτηρίδια, κλπ, και θα τα καταστρέφουν.
–         ‘’I, Robot’’[9], με τον Γουίλ Σμιθ….σχολιάζει η Ντόρα. Από ένα βιβλίο του Ισαάκ Ασίμοβ…πολύ σέξι όμως ο Γουίλ Σμιθ…ε… τι λέτε….σκουντάει ελαφρά τη Στέφη και κρυφοχαχανίζουν.
Ο Δημήτρης της ρίχνει μια περίεργη ματιά που όμως δεν περνάει απαρατήρητη.
–         Τώρα… να τρέχουν μέσα στις φλέβες σου διάφορα ζουζούνια …ανατριχιαστικό δεν είναι; απορεί η Στέφη. Εγώ πάντως το βρίσκω ανατριχιαστικό…
Ο Ντέμης, που μέχρι τώρα έπαιζε με τον καπνό απ’ το πούρο του κάνοντας δαχτυλίδια στον αέρα, άνοιξε πάλι το στόμα του.
–         Το ‘’ I, Robot’’, έχει σχέση περισσότερο με τη Κυβερνοποίηση, τα cyborgs…. Ο μετασχηματισμός ενός ανθρώπου σε cyborg μπορεί να περιλάβει τα μοσχεύματα ή την εξαγωγή ενός ανθρώπινου εγκεφάλου και την τοποθέτηση του σε ένα ρομποτικό σύστημα βίο-υποστήριξης. Κάποιος θα ήταν έτσι άτρωτος στη γήρανση και την ασθένεια και θεωρητικά αθάνατος εκτός αν σκοτωθεί ή καταστραφεί.
Ο Δημήτρης γελάει.
–         Όλα αυτά είναι λίγο τρομαχτικά. Συμφωνώ με τη Στέφη…Δεν ταιριάζουν τόσο στους άντρες…. Ταιριάζουν περισσότερο στις γυναίκες. Αυτές είναι πιο εξικιωμένες με εγχειρήσεις…. Πλαστικές ….
–         Ο Μάικλ Τζάκσον, που έγινε σαν το τέρας του Φρανκεστάιν, δεν σας λέει προφανώς τίποτα; Οι πλαστικές των γυναικών σας μάραναν. Σε τι σας ενοχλούν οι πλαστικές μας Δημήτρη μου, τον προκαλεί η Ντόρα.
–         Α μπα….τίποτα δεν έχουν οι πλαστικές. Μόνο που καμιά φορά που θες να πιάσεις βυζί νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε γήπεδο του μπάσκετ.
–         Μακάρι να μπορούσες να παίξεις μπάσκετ….μουρμουρίζει προσβεβλημένη η Ντόρα.
Σήμερα κάτι μολυσμένο πλανιέται στον αέρα. Κάποιοι το πάνε φιρί – φιρί για καυγά. Κι όχι τίποτα άλλο. Το μπουκάλι με το εξαίσιο μαλτ δεν έχει φτάσει ούτε καν στη μέση.
Ο Δημήτρης μορφάζει απαξιωτικά και ευτυχώς, για κάποιο άγνωστο λόγο, δεν ανταποδίδει τα πυρά. Έχει ένα βλέμμα όμως…σαν να λέει: θα τα πούμε όταν πάμε στο κρεβάτι. Αλλά τι λεω. Κοιμούνται σε ξεχωριστές κρεβατοκάμαρες. Το πιο πιθανό είναι να λέει: θα τα πούμε όταν θα φύγουν οι καλεσμένοι μας.
–         Το βρήκα… Ταξίδια στο χρόνο….Μπαίνεις στη μηχανή του χρόνου και ταξιδεύεις στο παρελθόν…λέει η Έυα.
Πριν ανοίξει η Ντόρα το στόμα της, την προλαβαίνει ο Δημήτρης.
–         Ντόρα γλυκιά μου, …μην αρχίσεις να μας αραδιάζεις πάλι ονόματα όπως Ουέλς, Χόκινς και τα συμπαραμαρτούντα….. Δεν είμαστε τμήμα φιλολογίας εδώ…κράτα τις παπαγαλίες σου για αλλού.
Η Ντόρα για να τον εκδικηθεί παίρνει απ’ το κουτί ένα πούρο και το ανάβει.
–         Όπου και να ταξιδέψεις την ίδια ηλικία θα έχεις. Αυτό είναι κάτι σαν την κρυογονική, σχολιάζω.
–         Ας υποθέσουμε όμως ότι, βρίσκουμε τον τρόπο ώστε, κάθε φορά που γυρίζουμε στο παρελθόν, πχ για μια δεκαετία, γινόμαστε νεότεροι κατά δέκα χρόνια;… επιμένει η Έυα.
–         Θα ζούμε συνεχώς τα ίδια πράγματα, θα ακούμε την ίδια μουσική, θα έχουμε την ίδια μόδα…θα ζούμε ξανά και ξανά…πώς να το πω…κάτι σαν ….τη δεκαετία της Μαρμότας, λέει η Στέφη.
–         Την είδα αυτή την ταινία στο ίντερνετ, χώνεται στη μέση ο Πέρης. Μόνο που δεν κατάλαβα τι είναι η Μαρμότα. Ψάρι είναι;…..
Εδώ γελάμε. Η Φα αεικίνητη μας σερβίρει προσεκτικά μαλτ στ’ αρσενικά και κρασί στα θυλικά. Ο Πέρης απλώνει κι αυτός το ποτήρι του αλλά η Φα προς μεγάλη του δυσαρέσκεια του το γεμίζει με κόκα κόλα. Απολαμβάνω το μαλτ με τη ματιά μου να ταξιδεύει μια στον ουρανό και μια στη γη  Μια στο πρόσωπο της Έυας και μια στα πόδια της Στέφης. Αυτός που φαίνεται να με ψυχογραφεί είναι ο Ντέμης. Από την αρχή της βραδιάς με παρακολουθεί όπως ο κυνηγός το θήραμα του. Διακρίνω μια καχυποψία στο πρόσωπο του καθώς τα βλέμματα μας διασταυρώνονται για πολλοστή φορά.
–         Σε μια ταινία, όχι ιδιαιτέρα πετυχημένη, οι άνθρωποι πληρώνονταν με χρόνο. Μετά τα είκοσι η εικοσιπέντε, δεν θυμάμαι καλα, σταματούσε η γήρανση και για να ζήσουν περισσότερο, πάντοτε ως νέοι, έπρεπε να ξοδεύουν χρόνο. Ο χρόνος ήταν η μονάδα κάθε συναλλαγής, ακριβώς όπως  γίνεται σήμερα με το χρήμα. Πέθαινες όταν σου τελείωνε ο χρόνος. Γνωρίζεται τον τίτλο Νίκο;
–         ‘’InTime’’[10], απαντώ. Έτσι λέγεται η ταινία. Ενδιαφέρουσα ιδέα, αφ΄ ενός γιατί ΄΄ο χρόνος είναι χρήμα’’ κι αφ’ετέρου γιατί  ‘’τέλος χρόνου ίσον θάνατος’’. Θα μπορούσε να είναι μια καλή ιστορία κοινωνικής κριτικής αλλά εξελίχτηκε σε μια μέτρια περιπέτεια. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι αυτό συμβαίνει σε μια κοινωνία νέων, όλα τα υπόλοιπα που θα είχε τη δυνατότητα να περιγράψει τα ξέρεις εσύ καλύτερα ως τραπεζίτης,…. δεν τα ξέρεις;
Όλοι κοιτάζουν πια εμάς τους δυο. Είναι σα μια μονομαχία. Μόνο που δεν καταλαβαίνω ακόμα γιατί.
–         Αναρωτιέμαι τι θα ‘κανες εσύ αν τα πράγματα ήταν έτσι…συνεχίζει την επίθεση ο Ντέμης.
Τώρα εγώ πως να τους πω ότι δεν έχω πια τίποτα. Ότι τα έχασα όλα. Ότι είμαι χρεοκοπημένος. Κάτι σαν μετά από πόλεμο.. πυρκαγιά… σεισμό. Η ικανότητα μου να αγοράζω χρόνο όσο πάει και μειώνεται. Ήδη ζω με μικροδουλειές και χαρτζιλίκι φίλων. Κι αυτό πόσο ακόμα μπορεί να διαρκέσει; Όσο πάει κι εξαντλείται η υπομονή των ευγενικών χορηγών μου. Το αστείο είναι ότι κάποιοι απ΄ αυτούς δείχνουν να μ΄ αγαπούν. Τόσο που αν ήμουν σε κώμα θα ξόδευαν να με κρατήσουν ζωντανό για κάποια χρόνια αλλά τώρα που δυσκολεύομαι να ζήσω, δεν φαίνεται να επιδεικνύουν την ιδία διάθεση. Έτσι είναι οι πλούσιοι. Αν τους πεις ότι τα οικονομικά σου αυτοκτόνησαν, καταλαβαίνουν ότι δεν έχεις αρκετά ώστε να αντικαταστήσεις την BMW με Μερσεντές. Δεν μπορούν καν να φανταστούν ότι όχι μόνο δεν έχεις αυτοκίνητο αλλά συχνά πυκνά ούτε ψιλά για εισιτήριο λεωφορείου.
–         Νομίζω ότι θα είχα πρόβλημα,.. αυτή την εποχή…
–         Μα τι λέτε κύριε Νίκο, με ενθαρρύνει η Στέφη. Εσείς έχετε κάνει τόσα πολλά….Έχετε αποταμιεύσεις,… δεν έχετε;
–         Ε, ναι,… αλίμονο, απαντώ. Και μακάρι να μπορούσε κανείς ν’ αγοράσει νιάτα με λεφτά.
Έτσι κι αλλιώς δεν γνωρίζουν ότι φιλοξενούμαι στο Δημήτρη γιατί δεν έχω που να μείνω. Νομίζουν ότι είμαι στην Αθήνα προσωρινά για δουλειά. Ο Ντέμης όμως είναι λαγωνικό. Κι εγώ ανήκω σ΄ότι μισεί πιο πολύ: τους αποτυχημένους, τους φτωχούς, αυτούς που δεν μπορούν να πληρώσουν τη δόση τους στη τράπεζα, όσο χαμηλή κι αν είναι. Γιατί να θέλω να γίνω αθάνατος; Αυτό που δεν είπα, γιατί με διέκοψαν, στην αρχή της βραδιάς είναι ότι η αθανασία αξίζει όχι μόνο όταν διατηρείς τη νεότητα σου αλλά κι όταν έχεις διασφαλίσει μια καλή και εύπορη ζωή που εγώ πια δυστυχώς δεν διαθέτω.
–         Τι κρίμα να μην είναι έτσι; μονολογεί η Στέφη. Και τι δεν θα ‘δινα να μείνω για πάντα νέα. Αυτή είναι η καλύτερη ιδέα που ειπώθηκε σήμερα εδώ….…
–         Έχω κι εγώ μια καλή ιδέα πετάγεται ο Πέρης. Να γίνουμε όλοι βρικόλακες…. Αυτοί είναι αθάνατοι…..
–         Η ώρα κοντεύει 4ρεις…λέει ο Δημήτρης. Βρικολακιάσαμε….Δεν σας διώχνω αλλά εγώ πάω για ύπνο.
Σηκωνόμαστε όλοι και η Φα άρχιζει να μαζεύει το τραπέζι. Ίσα που πρόλαβα να περισώσω το ποτήρι μου με το μαλτ. Η Έυα τραβάει τον Πέρη να σηκωθεί κι η Ντόρα περιμένει να ξεπροβοδίσει τους καλεσμένους. Πριν φύγει η Στέφη σφίγγεται στην αγκαλιά μου και  μου δίνει ένα σταυρωτό φιλί. Η ζεστασιά του κορμιού της προστέθηκε ευεργετικά (και διεγερτικά) σ’ αυτήν του αλκοόλ.
–         Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία κύριε Νίκο….να σας ξαναδούμε….Ελπίζω να μην παρεξηγήσατε τον Τεό. Δεν είναι πάντα έτσι…μόνο όταν πίνει λίγο παραπάνω…ξέρετε εσείς….
Ο Ντέμης μου δίνει το χέρι του συγκρατημένα και καθώς απομακρύνονται προς την έξοδο, χουφτώνει προκλητικά τα οπίσθια της Ντόρας έτσι που να μπορώ να το δω. Στο παράθυρο του πρώτου ορόφου ο Δημήτρης τραβάει διακριτικά την κουρτίνα. Ειρωνικό να συζητάς με βρικόλακες για την αθανασία, σκέφτομαι καθώς πηγαίνω για ύπνο. Όταν μπορείς να γαμάς τόσο εύκολα τόσο πολύ κόσμο είσαι έτσι κι αλλιώς αθάνατος.
Κοιμήθηκα με τα παράθυρα ανοιχτά, συντροφιά με το θρόισμα του νερού απ΄ τους αυτομάτους κρουνούς που πότιζαν το γρασίδι. Ήταν μια ενδιαφέρουσα βραδιά. Δεν ξέρω όμως αν έφτασε στο σωστό τέλος.

Νίκος Γιαννόπουλος / Αθήνα / 2012


[1] ΄΄Υποθετική ατέρμονη παράταση της ζωής των εμβίων οργανισμών’’. Τα λεω καλα;
[2] ‘’Κρυφός’’, σημαίνει ότι όλοι το έχουν βούκινο αλλά δεν γίνονται ποτέ σχόλια όταν οι εμπλεκόμενοι είναι παρόντες γιατί δεν είναι Politically Correct, που λένε κι οι Αμερικανοί.
[3] Μετά από μια ηλικία γίνεσαι κυνικός. Η διπλωματία και η διακριτικότητα δεν είναι πια τόσο αναγκαία μια και ουσιαστικά δεν έχεις να χάσεις και πολλά πράγματα πλέον. Έτσι χωρίς καν να το καταλάβεις αρχίζεις να λες ή τουλάχιστον να σκέφτεσαι τα πράγματα με το όνομα τους. Αποστασιοποιείσαι από την πραγματικότητα σαν να μην ανήκεις ούτε εσύ σ’ αυτή, γίνεσαι παρατηρητής, και τότε όλα γίνονται γεγονότα και ως γνωστόν τα γεγονότα στερούνται συναισθήματος και ηθικής. Έτσι οι παρατηρήσεις  μετατρέπονται σε διαπιστώσεις.
[4] Βαθύ κόκκινο χρώμα. Σύνθετα και ευδιάκριτα αρώματα από λικέρ καφέ, μαρμέλαδες κόκκινων φρούτων, κουτί πούρων, σβησμένο τζάκι, κέδρο και γραφίτη. Στο πλούσιο στόμα το φρούτο γίνεται ακόμη πιο ευδιάκριτο και συμπυκνωμένο. Νόστιμες, ισχυρές και κλασάτες ταννίνες, εξαιρετική επίγευση και μεγάλη αρωματική διάρκεια. Μη με παρεξηγησετε, δεν κανω γκριζα διαφημηση.
[5]THE CURIOUS CASE OF BENJAMIN BUTTON,του Ντέιβιντ Φίντσερμε τους Μπραντ Πιτ, Κέιτ Μπλάνσετ, Τίλντα Σουίντον
[6] Ιστορια 8η, H ΛΙΘΟΣ, ΤΟ ΠΡΟΖΥΜΙ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ από το ‘’ TO ΈΓΚΛΗΜΑ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΡΟΥΤΊΝΑ’’.
[7] Η Ardberg είναι μία παλιά ποτοποιία. Το μαλτ αυτό εχει καθαρό χρώμα και κάπως ελαφριά καπνώδη, αλλα υπεροχη, γεύση
[8] Η έκτη και τελευταία προσθήκη της σειράς Cohiba La Linea 1492, για τον εορτασμό της άφιξης του Χριστόφορου Κολόμβου στην Αμερική, πήρε το ψευδώνυμο «κανόνι». Το Singlo VI, της κατηγορίας toro, διαθέτει έναν από τους πιο φίνους καπνούς στην κουβανέζικη αγορά. Ο βαρύς καπνός του εμπλουτισμένος με ένα μείγμα υπέροχων γεύσεων, εξηγεί τον τεράστιο αριθμό πιστών οπαδών του.
[9] «Εγώ, Το Ρομπότ», του Άλεξ Πρόγιας / 2004
[10] ‘’In Time’’, του Άντριου Νικόλ / 2011

Ο ΑΝΑΠΟΦΑΣΙΣΤΑΣ

Ο ΑΝΑΠΟΦΑΣΙΣΤΑΣ

Τώρα που τα πράγματα ηρέμησαν, τρόπος του λέγειν να πούμε, λόγω του ότι οι εκλογές τερμάτισαν για τα καλά, νιώθω την ανάγκη να εξηγήσω το πως και το γιατί μου κόλλησαν αυτό το παρατσούκλι. Δεν είναι ότι μ’ ενοχλεί ιδιαίτερα, το βρίσκω μάλιστα αρκετά πρωτότυπο, αλλά να….πως να το πω…εντάξει;…..έχει να κάνει με τη Χρυσή Αυγή. Το είπα, ..δεν το είπα;…..
Τη πρώτη φορά που άκουσα για τη Χρυσή Αυγή, ήταν όταν χάθηκε η γιαγιά μου. Κάποιος χρυσαυγίτης την πέρασε στο απέναντι πεζοδρόμιο, στη πάνω μεριά της Αχαρνών, (παρ’ όλο που η γιαγιά μου είχε σοβαρές ενστάσεις επ’ αυτού,) γιατί νόμιζε ότι πηγαίνει στη τράπεζα να πάρει τη σύνταξη της. Τη βρήκαμε οχτώ ώρες αργότερα, αφού προηγουμένως είχαμε τηλεφωνήσει σε όλα τα νοσοκομεία της Αττικής και στην Αστυνομία, που μας είπαν ότι δεν μπορούμε να την δηλώσουμε ως αγνοούμενη αν δεν περάσουν 24ρεις ώρες, ( έτσι πήγαν χαμένες οι 300 αφίσες που τυπώσαμε για να κολλήσουμε στις κολόνες και στις βιτρίνες των κλειστών καταστημάτων της γειτονιάς ) να κάθεται εξαντλημένη στα εξωτερικά σκαλιά ενός νεοκλασικού, διπλά ακριβώς από την Τράπεζα. Έδειχνε τόσο πεσμένη που οι περαστικοί τη λυπόντουσαν και της έριχναν διάφορα κέρματα. Δεν φανταζόμουν ότι σε τόση ώρα θα μάζευε 25 ευρώ, 4 κουμπιά και δυο τσίχλες. Δεν αρνούμαι τη σκέψη ότι αν την αφήναμε εκεί λίγες ώρες κάθε μέρα θα έβγαζε πολύ περισσότερα χρήματα απ’ τη σύνταξη της, όπως έκαναν άλλωστε και κάτι γείτονες μας με το παππού τους. Η μάνα μου όμως διαφώνησε καθέτως.
Πάντως εγώ, με τον ένα η τον άλλο τρόπο, εκτίμησα αυτή τη χειρονομία του χρυσαυγίτη. Άσχετα με το αποτέλεσμα, έκρινα ότι το έκανε από καλή πρόθεση. Και κάτι τέτοια εγώ τα εκτιμώ. Αυτά άλλωστε δεν μαθαίναμε και στους πρόσκοπους, όταν ήμασταν πιτσιρικάδες; Θα μου πείτε: γιατί δεν γύρισε τη γιαγιά μου πάλι πίσω; Γιατί απλούστατα, τα γραφεία της Χρυσής Αυγής είναι από την κάτω μεριά της Αχαρνών. Αυτό λέει η λογική. Άλλος λόγος είναι ότι την ξέχασε. Μπορεί ο χρυσαυγίτης να είχε πολλές σκοτούρες στο μυαλό του.
Κατόπιν τούτου, αποφάσισα να μάθω για τη Χρυσή Αυγή περισσότερα. Έτσι άρχισα να πηγαίνω στις συγκεντρώσεις τους, με τις καλύτερες προθέσεις. Εκεί γνώρισα και τον παιδοβούβαλο που πέρασε τη γιαγιά μου απέναντι. Ήταν 1 και 90, πάνω από 130 κιλά και τα βράδια έκανε πόρτα σε ένα σκυλάδικο κάπου στην Ιερά Οδό. Την ημέρα περνούσε ηλικιωμένους απέναντι. Καυχιόταν δημοσίως ότι το τελευταίο εξάμηνο κανένας ηλικιωμένος δεν κατάφερε να του αντισταθεί. Δεν του συστήθηκα γιατί μου φάνηκε λίγο ακατοίκητο κεφάλι. Αλλά ούτε κι αυτός με αναγνώρισε γιατί δεν μοιάζω καθόλου στη γιαγιά μου. Αυτά που σας λεω συνέβησαν λίγο πριν τις εκλογές της 6ης Μαΐου. Έτρεχα μαζί τους στις προεκλογικές συγκεντρώσεις. Μου δώσανε να φοράω μια μαύρη μπλούζα και να κρατάω μια σημαία με το λογότυπο τους, (το σήμα κατατεθέν να πούμε), δεμένη στην άκρη από ένα ρόπαλο. Όλοι είχαν στρατιωτικούς βαθμούς. Λοχαγοί, λοχίες, δεκανείς, συνταγματάρχες κλπ. Εγώ όμως ήμουν ακόμα στρατιώτης. Δεν έλαβαν καθόλου υπ’ όψιν τους, το γεγονός ότι όταν υπηρέτησα στο στρατό είχα φτάσει μέχρι το βαθμό του επιλοχία. Το εξήγησα…., δεν το εξήγησα;…..Όταν εμφανιζόταν ο μεγάλος αρχηγός έπρεπε να σηκωνόμαστε όλοι όρθιοι, όπως κάναμε στο δημοτικό όταν έμπαινε στην τάξη ο δάσκαλος.. Ρώτησα γιατί και μου είπαν ότι έτσι πρέπει, γιατί ο Αρχηγός είναι ο Αρχιστράτηγος, ο Στρατηλάτης που θα μας οδηγήσει στη νίκη. Κάτι δηλαδή σαν το Μέγα Αλέξανδρο, κάτι σαν αυτοκράτορας, (στο πιο μπασμένο να πούμε) ‘’Σ’ αυτή τη περίπτωση’’, επεσήμανα ορθώς, ‘’μου φαίνεται πιο σωστό να προσκυνάμε κι όχι να συκονόμαστε όρθιοι. Έτσι αρμόζει σε έναν αυτοκράτορα.’’ Δεν είπα και κάτι δύσκολο. Αυτά μάθαμε στο σχολείο. Μου είπαν ‘’να αφήσω τις μαλακίες. Ο Αρχηγός μας διακατέχεται από δημοκρατικά αισθήματα.’’ Εμένα πάντως, (αυτό μεταξύ μας να πούμε,) μου φάνηκε ότι ενώ το επιθυμούσε δεν γνώριζε και πολλά από αυτοκρτοριλίκια γι΄αυτό και συμπεριφερόταν σαν δάσκαλος. Και δεν έμοιαζε καθόλου με αυτοκράτορα. Προφίλ έμοιαζε με ρωμαίο βετερινάριο και αν-φας με νηστικό. Είχε όμως σπουδαίο λέγειν. Η αλήθεια να λέγεται. Αν δεν τον δείτε να μιλάει ζωντανά ότι και να σας πω είναι σαν ένα κτίριο χωρίς το σύνολο τους, σαν τη ζωγραφιά ενός αυγού που απεικονίζει το σχήμα και το χρώμα του, αλλά όχι τη γεύση και τη μυρουδιά του…και εδώ μιλάμε για πολύ έντονη μυρουδιά…….
Κάτι άλλο που μου έκανε, εν πρωτοις, επίσης πολύ εντύπωση, είναι που σε μια συγκέντρωση, ένας τύπος, πήρε αυθόρμητα το μικρόφωνο και είπε ότι μέχρι τότε το μόνο κόμμα που ψήφιζε ήταν το ΠΑΣΟΚ, αλλά μετά τη προδοσία του Γιωργάκη με το μνημόνιο, αποφάσισε να ψηφίσει Χρυσή Αυγή, το μοναδικό πατριωτικό κώμα. Να δείτε όμως έκπληξη, όταν αυτός ο τύπος, ξαναεμφανίστηκε και σε μια άλλη συγκέντρωση, εξίσου αυθόρμητα. Αυτή τη φορά είπε ότι σ’ όλη του τη ζωή ψήφιζε ΝΔ, αλλά μετά την προδοσία του Κωστακη και του Σαμαρά που σιγοντάρισαν τον Γιωργάκη με το μνημόνιο, αποφάσισε να ψηφίσει Χρυσή Αυγή, το μοναδικό πατριωτικό κώμα. Η πλάκα ήταν ότι τον ξαναείδα σε άλλη προεκλογική συγκέντρωση, όπου ισχυρίστηκε αυθορμήτως, ότι από πάντα ψήφιζε ΚΚΕ, αλλά όταν έμαθε για τα αίσχη του Στάλιν στη Σοβιετική Ένωση και πόσο πολύ υποφέρουν οι μαύροι στην Αμερική από τον Ομπάμα, αποφάσισε να ψηφίσει Χρυσή Αυγή, που είναι το μόνο κώμα που ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο αν εξαιρέσουμε τους Εβραίους, (όσους φυσικά δεν πρόλαβε να ξεκάνει ο Χίτλερ), τους Ομοφυλόφιλους, (αυτούς που δεν έφυγαν ακόμα για διακοπές στη Μύκονο), τους Ξένους, (όχι τους Ευρωπαίους και τους Αμερικανούς. Μόνο τους Ασιάτες, τους Αφρικανούς και τους Βαλκάνιους. Δεν συμπεριλαμβάνονται επίσης οι Ρώσοι, οι Αβορίγινας και οι Εσκιμώοι, για εντελώς διαφορετικούς λόγους να πούμε. Για άλλες εθνικότητες δεν έγινε κουβέντα), τους Νάνους ( μάλλον εννοούσε αυτούς που παίζουν στο τσίρκο Μεντράνο) και τους Κομμουνιστές. Αναρωτήθηκα που μπορεί να βρει κανείς κομμουνιστές αυτή την εποχή. Εμένα η λέξη ‘’κομμουνιστής’’ μου θυμίζει σύντομο ανέκδοτο. Κάτι σαν το ‘’Σουηδός αθλητής’’ το ‘’Αλβανός Επιχειρηματίας’’ η το Πακιστανός Τουρίστας’’. Εν πασει περιπτώσει. Αυτά συμβαίνουν. Ας μην κρυβόμαστε υποκριτικά πίσω από το δάχτυλο μας. Κάθε κώμα κάτι θέλει, ακόμα κι αν δεν το διατυμπανίζει. Π.χ. το ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να αντλήσει κεφάλαιο από την εκκλησιαστική περιουσία. Η ΝΔ επιδιώκει να αντλήσει κεφάλαιο από τους συνταξιούχους. Και το ΚΚΕ θέλει να καταργήσει εντελώς το κεφάλαιο.
Εμείς, στη Χρυσή Αυγή πάντως, πιο εύκολα εντοπίζαμε τους Πακιστανούς και τους μαύρους παρά τους Εβραίους και τους κομμουνιστές να πούμε, κι έτσι διασκεδάζαμε τα βράδια. Τους παίρναμε από πίσω και τους μπαστακώναμε με τα ρόπαλα χωρίς τις σημαίες στην άκρη. Διατηρώ ωραίες αναμνήσεις από αυτές τις νυχτερινές εξορμήσεις. Δεν ένιωθα μόνο δυνατός αλλά και κοινωνικά χρήσιμος, κυρίως γιατί όλοι αυτοί οι ξένοι μας παίρνουν τις δουλειές. Βεβαία διατηρούσα και κάποιες αμφιβολίες γιατί δεν γνώριζα αρκετούς Έλληνες που θα ήθελαν να σκουπίζουν δρόμους, να μαζεύουν σκουπίδια, να μερεμετίζουν σπίτια με κοψοχρονιάτικο μεροκάματο και να κάνουν ντελίβερι πίτσες. Για την ακρίβεια, δεν γνώριζα κανένα που να ήθελε να κάνει τις δουλειές των αλλοδαπών, αλλά φυσικά δεν το συζητούσα. Μερικά ζητήματα είναι πιο πολύπλοκα απ΄ότι μας περνάει από το μυαλό. Εγώ πχ. έχω σπουδάσει νοσοκόμος. Είναι μια δουλειά με ειδίκευση αν και όχι πολύ ευχάριστη. Είμαι άνεργος εδώ και ένα χρόνο, θύμα των περικοπών εργασίας λόγω μνημονίου. Εξακολουθώ να ψάχνω δουλειά και ομολογώ ότι στα νοσοκομεία που πάω και κάνω αιτήσεις δεν είδα να εργάζονται ως νοσοκόμοι αλλοδαποί. Αντίθετα είδα πολλές νοσοκόμες αλλοδαπές. Το βασάνισα λίγο το πράγμα στο κεφάλι μου και κατόπιν επεξεργασίας, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι κανένας Έλληνας εγχειρισμένος δεν θα ήθελε να του καθαρίσει τον κωλο ένας Πακιστανός η ένας έστω Αλβανός, κάτι που δεν ισχύει φυσικά για τις μικροκαμωμένες Φιλιππινέζες η τις μπαλκονάτες Ρουμάνες. Εκεί αντίθετα υπάρχει ιδιαίτερα μεγάλη ζήτηση να πούμε.
Ένα άλλο, από τα αγαπημένα μας κόλπα, ήταν να σταματάμε τα τρόλεϊ στο κέντρο της Αθήνας και να κατεβάζουμε κάτω όλους τους αλλοδαπούς. Δεν λέω. Είναι άκρως διασκεδαστικό, ιδίως όταν επρόκειτο για το τελευταίο τρόλεϊ, γιατί οι περισσότεροι αλλοδαποί δεν έχουν λεφτά για ταξί κι πρέπει να πάνε σπίτι τους με τα πόδια, συχνά στην άλλη άκρη. Μερικές φορές όμως αυτό δεν το έβρισκα σωστό γιατί όπως σε όλα τα πράγματα υπάρχει κι εδώ μια καλή πλευρά. Κι εμένα αρέσει να βλέπω τα καλά…. Τυχαίνει να παίρνω συχνά το τρόλεϊ παρ’ όλο που έχω ένα παπάκι, ειδικά όταν δεν έχω ευρώ για τη βενζίνη. Εδώ δώστε βάση…Ένα τρόλεϊ γεμάτο αλλοδαπούς είναι σαν ένα κινούμενο ινστιτούτο ξένων γλωσσών και μάλιστα χωρίς εγγραφή. Έμαθα έτσι ένα σωρό ξένες λέξεις. Εντάξει…οκ…κυρίως βρισιές ..αλλά και άλλες λέξεις πιο χρήσιμες….. , κι όλα αυτά μέσα στην τιμή του ενός εισιτηρίου.

Για να μην χάσουμε τη φόρμα μας, τα Σαββατοκύριακα πηγαίναμε για προπόνηση στα γήπεδα. Ανάλογα με τα κέφια μας και από πού προέρχονταν οι εκάστοτε δωρεές για την ενίσχυση του πατριωτικού αγώνα μας, άλλοτε δέρναμε τους παναθηναϊκούς, τους ολυμπιακούς, τους αεκτζίδες και ούτω καθεξής. Φαινομενικά, με τα μαντήλια τυλιγμένα στα πρόσωπα, τις μολότοφ και τις μαγκούρες, μπορεί να μην ξεχωρίζαμε από τους χούλιγκαν, αλλά μην μας μπερδεύετε μ΄αυτούς. Οι χούλιγκαν είναι ένα μάτσο άταχτοι ταραξίες, χωρίς υψηλούς ιδεολογικούς στόχους όπως εμείς. Ασκούν βία για τη βία κι όχι βία για την Πατρίδα. Την έπεφταν ακόμα και στα αδέλφια μας τα ΜΑΤ. Μπορείτε να το φανταστείτε…όχι, πείτε μου, μπορείτε;..
Δε λεω όμως, είχαμε κι ομοιότητες. Αν οι χούλιγκαν κατέβαιναν στις εκλογές θα ήταν σίγουρα οι μόνοι με τους οποίους θα μπορούσαμε να σχηματίσουμε μαζί κυβέρνηση.
Με κάτι τέτοια και μ΄αυτά, φτάσαμε στις πρώτες εκλογές. Ψήφισα, φυσικά, Χρυσή Αυγή. Τι άλλο να ψήφιζα;… Ήταν μάλιστα η πρώτη φορά που δεν έβαλα μορταδέλα στο φάκελο. Το αποτέλεσμα ήταν ποιο εντυπωσιακό κι από πραξικόπημα. Βγήκαμε στους δρόμους μεθυσμένοι από χαρά και εθνικό οίστρο. Και τότε έγινε κάτι, που δεν μου άρεσε καθόλου και μ’ έκανε ν΄ αλλάξω άρδην γνώμη.
Το βράδυ των εκλογών, εκεί που γυρίζαμε την πόλη τραγουδώντας τον Εθνικό ύμνο, – μόνο τις δυο πρώτες στροφές ξέραμε – είδα σε μια ταβέρνα τον οδοντογιατρό μου. Πήγα να τον χαιρετίσω αλλά ίσα που πρόλαβα να πω μια καλησπέρα. Οι συναγωνιστές μου όρμηξαν, τον έριξαν κάτω, κι άρχισαν να τον κλωτσάνε. Έγινα Τούρκος. Άρχισα να φωνάζω βοήθεια και να προσπαθώ να τον προστατέψω… Με τα πολλά, όταν ακούστηκαν σειρήνες περιπολικών, προφανώς γιατί κάποιος άλλος πελάτης κάλεσε την αστυνομία, τον άφησαν πτώμα και έφυγαν. Βοήθησα να τον πάμε στο νοσοκομείο. Μερικά πλευρά σπασμένα και μώλωπες σε όλο του το σώμα. Πολύ φτηνά τη γλύτωσε ο φουκαράς.
Την άλλη μέρα πήγα ντουγρού στα γραφεία και ζήτησα εξηγήσεις. Μου είπαν ότι, ‘’ότι έγινε, έγινε γιατί ήταν αλλοδαπός’’. ‘’Μα δεν ήταν Πακιστανός η μαύρος’’, είπα εγώ. ‘’Ήταν Κούρδος. που ζει στην Ελλάδα 30 χρόνια, και σπούδασε Πανεπιστήμιο, και πληρώνει και φόρους, και είναι και παντρεμένος με Ελληνίδα, και είναι κι ο οδοντογιατρός μου…’’ ΄΄Ναι, γεια σας…. γι’ αυτό τον πλακώσαμε’’, μου είπαν. ‘’Κάτι τέτοιοι τύποι παίρνουν τις δουλειές από τους Έλληνες. Αλλά το χειρότερο δεν είναι αυτό. Το χειρότερο είναι που παντρεύτηκε Ελληνίδα και μαγάρισε την ελληνική φυλή.’’ ‘’Δηλαδή τι σημαίνει αυτό’’, τα πήρα στο κρανίο. ‘’Η Ελλάδα πάντα είχε ξένους. Ακόμα και στην Αρχαία Ελλάδα οι Σπαρτιάτες δεν ήταν ίδιο φύλο με τους Αθηναίους, ούτε με τους Μακεδόνες, ούτε με τους Κρήτες. Άσε που λόγω της γεωγραφικής της θέσης όλοι πέρασαν απ’ την Ελλάδα και φυσικά όλοι, γάμησαν στην Ελλάδα. Αν ψάξετε από που κρατάει η σκούφια σας, θα βρείτε σίγουρα κάποιο Τρώα, Πέρση, η κάποιο Ρωμαίο, η Σταυροφόρο, η Άραβα, η Οθωμανό, η Αρβανίτη, η Γερμανό, η πόντιο, η έστω κάποια Σουηδέζα. Το μέγα λάθος είναι που οι αρχαίοι δεν είχαν μηχανογραφημένα αρχεία, ανιστόρητοι μαλάκες…Παράδειγμα ο Αρχηγός σας. Μοιάζει με διασταύρωση πουλόβερ με καυτό νερό. Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο στη ζωή μου, που να τον στενεύει τόσο πολύ το σώμα του…..άσε που περπατάει σαν συγκαμένος.’’
Ναι… Εγώ τα είπα όλα αυτά….Και να σκεφτείτε ότι ήμουν μαθητής του 10 στη Λεόντειο.
Μετά απ’ αυτό;… Με σούταραν απ’ τη Χρυσή Αυγή. Με σχόλασαν. Με τζάσανε, με έκαναν πέρα, με φτύσανε, με πέταξαν έξω.
Φτηνά τη γλύτωσα ο φουκαράς. Μερικά πλευρά σπασμένα και μώλωπες σ΄όλο το σώμα.
Από την άλλη μέρα ένιωθα σα μια χαμένη ψυχή. Κι από πάνω πονούσα κιόλας.
Μέχρι τις εκλογές του Ιούνη δεν ήξερα ποιο κώμα να ψηφίσω. Κι έτσι μου κόλλησαν το ‘’αναποφασίστας΄΄.
Στις δεκαεφτά, των επαναληπτικών εκλογών, αγόρασα σαλάμι Ουγγαρίας και πήγα στο εκλογικό μου κέντρο αποφασισμένος για το χειρότερο. Έμεινα ώρα πίσω απ΄το παραβάν. Σκέφτηκα τη ζωή μου ανάποδα. Κοίταξα και το μέλλον. Όχι ότι είδα και πολλά μες τα σκοτάδια. Μετά έκανα ένα γρήγορο μπάσιμο στην κάλπη και τό ΄ριξα στο ……… Ντρέπομαι να σας το πω……Πάντως όχι Χρυσή Αυγή.
Βρήκα στο προαύλιο του εκλογικού κέντρου, την άραξα στο πεζούλι της αυλής κι απόλαυσα τον ήλιο και το σάντουιτς που ετοίμασα. Ψωμί πολύσπορο από προζύμι, ψιλοκομμένες φέτες φρέσκιας ντοματούλας, σπιτικό αγγουράκι τουρσί και το σαλάμι Ουγγαρίας που αγόρασα το πρωί και δεν το έριξα στην κάλπη.
Τελικά, σκέφτηκα, ‘’τίποτα δεν είναι τόσο όμορφο, που να μην είναι άσχημο αν το κοιτάξεις από κοντά….’’. Μόνο που δεν θυμάμαι ούτε που το διάβασα, ούτε τι σχέση έχει μ΄όλα αυτά. Αλλά σαν ιδέα δεν είναι εξαιρετική, να πούμε;

Αυτό το κείμενο γράφτηκε την 17 Ιουλίου, στην αυλή του σπιτιού μου, 2η και 30’ το πρωί.
Θερμοκρασία 32°C / Τρέχων: Καθαρός / Άνεμος: Β σε 39 χμ/ώ / Υγρασία: 45%
Νίκαια 2012
Πινόκιο Δ.

Δυο χρόνια αργότερα, δυο χρόνια νωρίτερα.

Όταν προσπαθείς να θυμηθείς γεγονότα από το παρελθόν, διαπιστώνεις ότι όλα καλύπτονται από μια πυκνή ομίχλη. Αυτό που βλέπεις είναι μόνο κάποιες αδρές πινελιές. Ο χρόνος, σαν το νερό, εξαφανίζει τις ασήμαντες λεπτομέρειες κι αφήνει πίσω του μόνο όσα γεγονότα είναι πιο ανθεκτικά. Αυτό όσον αφορά προσωπικές σε μας εμπειρίες. Πόσο μάλλον όταν αφορά σε πράγματα που κι εμείς μάθαμε μέσα από διηγήσεις και μισόλογα τρίτων. Μια τέτοια ιστορία θα σας πω σήμερα για κάποιον που έζησε και πέθανε άγνωστος σε σας αλλά ξεχωριστός για μένα. Γεννήθηκε το 1909 η το 1910, στην Αντράνοβα της Ευρυτανίας, σε μια τοποθεσία που την έλεγαν Μπαργόρι. Σήμερα το χωριό λέγεται Ασπρόπυργος. Ο Γιάννης ήταν ο πρωτότοκος από τέσσερα αδέλφια και απ’ ότι έλεγε, έφτασε μόνο μέχρι τη πρώτη γυμνασίου. Τα χρόνια δύσκολα κι η φτώχια μεγάλη. Πολλοί μετανάστευαν τότε παντού , αλλά κυρίως στην Αμερική. Στα δεκατρία του, η έτσι νόμιζε, ο πατέρας του τον έστειλε πακέτο στη Θεσσαλονίκη να δουλέψει σαν μπακαλόγατος στο κυριλέ μπακάλικο που είχε ένας κοντοχωριανός, συχωρεμένος εδώ και πολλά χρόνια, ο Βαγγέλης. Μπακαλόγατος ήταν το παραπαίδι που δούλευε στο μπακάλικο και κοιμόταν εκεί, στο πατάρι, τις περισσότερες φορές μαζί με αλλά παραπαίδια. Το μπακάλικο που ονομάζονταν ‘’Ευρυτανία’’ ήταν στην Τσιμισκή, στον εμπορικότερο δρόμο της πόλης. Τσιμισκή, Μητροπόλεως, Παλιά παραλία και στα κάθετα στενά ζούσαν οι πλουσιότερες οικογένειες της Θεσσαλονίκης. Τότε, αλλά και για πολλά χρονιά αργότερα, μέχρι και το τέλος του ’60, οι μόνοι που επισκέπτονταν το μπακάλη και τον μανάβη ήταν οι υπηρέτριες, αλλά κι αυτές δεν έμπαιναν στον κόπο να παραλάβουν τις παραγγελίες. Την μεταφορά την έκαναν τα μπακαλόπαιδα με ποδήλατα. Οι λογαριασμοί γράφονταν από τον καταστηματάρχη σε ένα μεγάλο τεφτέρι, σε ξεχωριστή σελίδα για κάθε πελάτη, και στο τέλος του μήνα εισέπραττε το σύνολο της μηνιαίας κατανάλωσης,

Τα χρόνια εκείνα, στα χωριά, η φτώχεια ήταν τόσο μεγάλη, που τα παιδιά δεν γνώριζαν τι είναι τα εσώρουχα. Έτσι, το πρώτο πράγμα που έκανε ο Βαγγέλης, ήταν να τους αγοράσει εσώρουχα και να τους πιέζει να πλένονται τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα.

Ο Γιάννης προσαρμόστηκε γρήγορα. Άρχισε να γαμπρίζει και φρόντιζε πάντα να είναι καθαρός και καλοντυμένος. Εκτός δουλειάς, αν και οι ώρες εργασίας τότε ήταν πολλές, κυκλοφορούσε με κοστούμι, ώστε να δημιουργεί καλή εντύπωση.. Το παντελόνι, με καλοσιδερωμένη τσάκιση. Για να το πετύχει αυτό το δίπλωνε και το ‘βαζε κάτω απ’ το στρώμα του κρεβατιού. Το σακκάκι, σταυρωτό και με φαρδύ πέτο, συμφωνά με τις επιταγές της μόδας της εποχής. Κατά τα άλλα ήταν μάλλον φρόνιμος τύπος, δουλευταράς και οικονόμος, προσόντα που εκτίμησε τ’ αφεντικό του και το’38, όχι μόνο τον έκανε συνεταίρο αλλά του προξένεψε και μια ανιψιά του.

Η Στεφανία ήταν από το Μικρό Χωριό Ευρυτανίας, το τρίτο κορίτσι από 4 συνολικά αδέλφια. Τ’ αλλά δυο κορίτσια ήδη παντρευτήκαν και πήγαν στην Αμερική ενώ το αγόρι σπούδασε αργότερα ιατρική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Η Στεφανία δεν τελείωσε το δημοτικό. Την σταματήσανε στην πέμπτη. Τότε η παντρειά ήταν σημαντικότερη από τα γράμματα για μια γυναίκα. Το προξενιό έγινε με μια φωτογραφία που έστειλαν απ’ το χωριό. Του γυάλισε του Γιάννη και την ερωτεύτηκε και με τη φωτογραφία αυτή την αναγνώρισε όταν η Στεφανία έφτασε στο σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης. Η Στεφανία έδειχνε ωραία στα νιάτα της, με κείνο το φόρεμα του μεσοπολέμου, κι ας ήταν φτηνό, δώδεκα χρόνια μικρότερη από τον Γιάννη, η έτσι νόμιζε, αλλά ένα κεφάλι πιο ψηλή και μάλιστα χωρίς τακούνια. Ίσα που πρόλαβαν να παντρευτούν όταν τον επιστρατεύσαν το ’39.

Ο Γιάννης πολέμησε ηρωικά τους Ιταλούς, με το βαθμό του λοχία, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι Έλληνες στρατιώτες, κι όταν οι Γερμανοί εισέβαλαν στην Ελλάδα από τη Βουλγαρία, παρέδωσε το όπλο του, υπακούοντας στις επίσημες διαταγές του Ελληνικού Αρχηγείου Στρατού, όπως άλλωστε και πολλοί άλλοι Έλληνες στρατιώτες, και γύρισε στη Θεσσαλονίκη από την Ήπειρο, με τα πόδια. Τρεις ολόκληρες εβδομάδες ποδαρόδρομο μέσα στον κρύο χειμώνα. Έζησε αρμονικά με τη Στεφανία, σχεδόν σαράντα χρόνια, προφανώς γιατί τότε οι κοινωνικοί ρολόι ήταν πιο σαφείς απ’ ότι σήμερα, κι απέκτησε μαζί της τρία παιδιά. Οι δουλειές στο μαγαζί πήγαιναν καλά και το μπακάλικο εκσυγχρονίστηκε αργότερα σε ντελικατέσεν παντοπωλείο και μετονομάστηκε ‘’Ευρώπη’’. Πάντα στο κέντρο της πόλης, με τις παραγγελίες να γίνονται πλέον τηλεφωνικά και τα μπακαλόπαιδα να μεταφέρουν με τα ποδήλατα, όπως και πριν, τις παραγγελίες κατ’ οικον.

Σ’ όλη του τη ζωή δεν ήξερε άλλο από δουλειά. Ακόμα και τις Κυριακές, μετά την εκκλησία, πήγαινε στο μαγαζί για να ταχτοποιήσει, να σημειώσει τις ελείψεις, να τσεκάρει τις παραγγελίες και να βάλει σε τάξη τους λογαριασμούς. Αν και λιγότερο εκδηλωτικός από τη Στεφανία, υπήρξαν, παρ’ όλες τις αντιξοότητες της ζωής, ακατανόητο για τα δικά μας μάτια, αισιόδοξοι. Αντιμετώπιζαν τη ζωή με μια γενναιοδωρία που σπάνια συναντά κανείς στις μέρες μας, χωρίς μεμψιμοιρία και ανεξάρτητα από την περιορισμένη οικονομική τους κατάσταση. Εγώ και τ’ αδέλφια μου, μεγαλώσαμε σ΄ένα σπίτι όπου σχεδόν πάντα υπήρχε κάποιος φιλοξενούμενος, συγγενής, συγχωριανός η ακόμα και κοντοχωριανός. Λες κι ήταν οικογένεια μας όλη η Ευρυτανία. Αυτός είναι κι ο λόγος που δεν μπορώ έκτοτε να ζήσω σε σπίτι που να μην περισσεύει ένα δωμάτιο για φιλοξενία, κι ας μένει άδειο τον περισσότερο καιρό. Δεν τον θυμάμαι να φοβάται για κάτι, εκτός από τα αεροπορικά ταξίδια. Δεν ταξιδέψε ποτέ μ’ αεροπλάνο.
Πέθανε τη δεκαετία του ’80, σε ηλικία 75 χρονών, η έτσι τουλάχιστον νόμιζε, και το τελευταίο πράγμα που μας είπε πριν πεθάνει, ήταν: ‘’Να προσέχετε τη μητέρα σας’’.

Εγώ ήμουν το μεγαλύτερο αγόρι, από τρία αδέλφια, με την αδελφή μας μεγαλύτερη. Ομολογώ ότι δεν ήμουν και πολύ φρόνιμος μικρός, αλλά εκείνη την εποχή μας ‘’χειροτονούσαν’’ ταχτικά και πολλές φορές δι’ ασήμαντο αφορμή. Τις τρώγαμε δηλ. και στο σχολείο και στο σπίτι. Μην φανταστείτε κάτι κακό. Δεν επρόκειτο για κακοποίηση, αλλά για μια παιδαγωγική μέθοδο με ευρύτερη κοινωνική αποδοχή. Κάτι σαν την εξομολόγηση, μόνο που έφερνε δάκρυα στα μάτια γιατί πονούσε λίγο περισσότερο. Κάθε αταξία πληρωνόταν με χαστουκάκια στα μάγουλα η με μπάτσες στα οπίσθια, στο σπίτι και με ξυλιές στις παλάμες των χεριών με το χάρακα, στο σχολείο. Ίσχυε ο νόμος του όταν ‘’Σφάλω – Πληρώνω’’ αμέσως, με στόχο να γίνουμε καλοί άνθρωποι, και μετά, όλα γίνονταν πάλι όπως και πριν.

Όταν γράφτηκα στην 1η Γυμνασίου, ο πατέρας μου με πήρε παράμερα και μου έκανε την εξής δήλωση ‘’ Από σήμερα δεν θα ξανασηκώσω χέρι επάνω σου, γιατί μεγάλωσες πια. Είσαι δεκατριών χρονών. Να ξέρεις ότι κι εγώ τόσο ήμουν όταν έφυγα από το χωριό για να δουλέψω στη Σαλονίκη. Από δω και πέρα, είσαι υπεύθυνος για τη συμπεριφορά και τις πράξεις σου’’.
Τήρησε το λόγο του, δεν λεω, έτσι κι αλλιώς ανήκε σε μια γενιά που κρατούσε το λόγο της, κάτι πολύ σπάνιο στις μέρες μας, κι εγώ κάθε φορά που έκανα κάτι απρεπές, κι έκανα πολλά μέχρι να τελειώσω το γυμνάσιο, έπρεπε να τα βρω με τη συνείδηση μου και ν’ αντιμετωπίσω ολομόναχος τις τύψεις μου.

Αμέσως μετά την κηδεία του πατέρα μου, στο τραπέζι που ακολούθησε, με ψάρι πλακί στο φούρνο, κατά το έθιμο, κι άφθονο τσίπουρο και κρασί, όπου όλοι οι συγγενείς και φίλοι διασκεδάζουν διηγούμενοι ιστορίες κι ανέκδοτα από το παρελθόν του νεκρού, έμαθα από μια θεία, ότι ο παππούς μου κλέφτηκε με τη γιαγιά μου, κι οι δυο οικογένειες τους αποκλήρωσαν. Μέχρι να λειάνει ο χρόνος τα πάθη και να ξαναγίνουν αποδεχτοί από τις οικογένειες τους, πριν μεσολαβήσει γάμος, προέκυψε μια εγκυμοσύνη. Για να αποφύγουν την ντροπή, τότε εκτός από φτώχια υπήρχε και προκατάληψη στα χωριά, ο πατέρας μου δηλώθηκε στα ληξιαρχικά αρχεία ότι γεννήθηκε δυο χρόνια αργότερα. Δεν ξερώ αν αντιλαμβάνεστε τι σημαίνει κάτι τέτοιο. Εγώ πάντως, έβγαλα δυο συμπεράσματα. Ένα ευχάριστο κι ένα δυσάρεστο. Το δυσάρεστο ήταν ότι ο πατέρας μου έζησε όλη του τη ζωή νομίζοντας ότι είναι δυο χρόνια νεότερος και πέθανε κατά δυο χρόνια αργότερα απ’ ότι νόμιζε. Το ευχάριστο ήταν ότι σταμάτησε να μου τις βρέχει δυο χρόνια νωρίτερα, γιατί στην πραγματικότητα ο πατέρας μου έφυγε απ’ το χωριό του στα δεκαπέντε του χρόνια κι όχι στα δεκατρία.

Αυτή είναι η ιστορία σε αδρές γραμμές. Διαφορετικά, για να γραφτεί, μ’ όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες. θα χρειαζόταν εβδομηνταπέντε συν δυο χρόνια κι ένας θεός ξέρει πόσο χαρτί.

Νικος Γιαννοπουλος
Αθηνα, 2012

Περί θανάτου κι άλλων ασθενειών

Περί θανάτου κι άλλων ασθενειών
(Εξομολογήσεις ενός πρώην αριστεριστή.)

Η ένωση της ψυχής με το σώμα
δεν είναι με κανένα τρόπο ανώτερη
απ’ το χωρισμό τους.
ΠΛΑΤΩΝΑ(Νόμοι,828D).

Θα σου φανεί παράξενο, αλλά ποτέ δεν φοβήθηκα το θάνατο. Αντίθετα, τρέμω τα γερατειά. Πρόκειται για την ασθένεια με τους περισσοτέρους θανάτους στην ιστορία της ανθρωπότητας. Καμιά άλλη ασθένεια, ούτε πόλεμος, ούτε φυσική καταστροφή δεν αφάνισε τόσες ζωές. Η ιατρική, δεν κατάφερε να βρει ένα φάρμακο, ένα εμβόλιο, μια θεραπεία, όπως για τόσες άλλες θανατηφόρες ασθένειες. Αυτό που ισχυρίζεται ότι πέτυχε η Γηριατρική είναι να παρατείνει τα γηρατειά. Ας μη γελιόμαστε όμως. Κανείς δεν θέλει να ζήσει περισσότερα χρόνια ως γέρος, αλλά όλοι θέλουν να ζήσουν περισσότερο ως νέοι η, έστω, ως μεσήλικες. Όλα τα πειράματα και οι έρευνες περί αθανασίας είναι μπούρδες. Ας πάρουμε για παράδειγμα την κρυογονική. Ποιος λογικός άνθρωπος θέλει να καταψυχτεί γέρος και να αποψυχτεί εκατό χρόνια αργότερα γέρος. Εκτός από την φυσιολογική άνοια, θα έχει και μια ιστορική τρύπα εκατό ετών. Άσε που δεν θα μπορεί να καταλάβει τι του γίνεται. Θα πάθει πολιτισμικό σοκ. Σαν τη μάνα μου, που όταν πρωτάκουσε για τις ηλεκτρικές σκούπες από την αδελφή της που ζούσε στην Αμερική, τη δεκαετία του ’50, νόμιζε ότι πρόκειται για σκούπες που σκουπίζουν από μόνες τους. Και να σκεφτείς ότι ζούσε στον καιρό της. Αλλά σε άλλο τόπο. (γέλιο)

Την πρώτη φορά που με απασχόλησε το θέμα του θανάτου ήταν στα δεκαεπτά μου, όταν μια ξαδέλφη μου, μεγαλύτερη κατά πέντε χρόνια, μου έκανε στοματικό έρωτα. Ήταν η πρώτη μου φορά. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά την ώρα του οργασμού που αναρωτήθηκα πως είναι δυνατόν να μην πεθαίνουν οι άνθρωποι αυτή ακριβώς τη στιγμή. Αργότερα, έμαθα ότι πεθαίνουν. Όχι όλοι. Μερικοί τυχεροί…(γέλιο). Πάντως η λίστα δεν είναι μικρή. Μιλάω για τον περίφημο »Γλυκό Θάνατο»……. Θες ονόματα;…..

Για κάποιο λόγο, που δεν θυμάμαι πια, από μικρός την έβρισκα να συχνάζω στα νεκροταφεία. Στην Ευαγγελίστρια, στη Θεσσαλονίκη, στο Α’ νεκροταφείο, στην Αθήνα, στο Père Lachaise, στο Παρίσι. Ένιωθα μια αγαλλίαση ανάμεσα στους νεκρούς. Μια ηρεμία. Περνούσα ώρες πολλές κάνοντας διάφορα πράγματα, όπως κάνουμε στα δημόσια πάρκα, αλλά κυρίως διαβάζοντας. Τα δυο πρώτα μου χρόνια στο Παρίσι μελετούσα για το πανεπιστήμιο στο νεκροταφείο. Ένιωθα σα να είμαι σε υπαίθρια γκαλερί. Έπαιρνα το κολατσιό μου και τον καφέ και πήγαινα πικ-νικ. Περπατούσα και διάβαζα τις επιτύμβιες πλάκες στους τάφους, χάζευα τις φωτογραφίες των πεθαμένων. Θαύμαζα τα ωραία αγάλματα και καμιά φορά διάβαζα δυνατά Καρυωτάκη. Και Καβάφη. Υπάρχει ερωτική ατμόσφαιρα στα νεκροταφεία. Φανταζόμουν και τον τάφο μου. Ένα μεγάλο λευκό αυγό. Σαν το Κοσμικό Αυγό πριν τη δημιουργία του κόσμου. Πόσο κράτησε αυτή η εμμονή; Μέχρι τα είκοσιδυό μου. Μετά άρχισα να συχνάζω σε καφενεία και σε μπαρ. Άφησα τους χώρους των πεθαμένων κι άρχισα να συχνάζω στους χώρους των μελλοθάνατων. (γέλιο)
Τότε ήταν που η καύση άρχισε να φαντάζει ελκυστικότερη από την ταφή. ‘’Et vogue le navire…’’. Τι ωραία αυτή η ταινία του Φελλίνι.

Αυτό που μισώ επίσης είναι οι χρόνιες αρρώστιες και η αναπηρία, που σε ρίχνουν στο κρεβάτι για καιρό και σε ταπεινώνουν με πόνο και αδυναμία αυτοεξυπηρέτησης, που σε παραμορφώνουν, που σου στερούν την ικανότητα να σκέφτεσαι η να έχεις ερωτική ζωή, που προκαλούν τον οίκτο των άλλων συνανθρώπων σου. Είναι εξευτελιστικό να σε λυπούνται οι άλλοι. Θυμάμαι τον πατέρα μου, στο τέλος του ’80, που τον έλιωσε ο καρκίνος σαν οδοστρωτήρας. Το παραμόρφωσε. Όταν τον είδα άρχισα να κλαίω, όχι γιατί επρόκειτο να πεθάνει αλλά γιατί δεν μπορείς ν’ αφήνεις τον κόσμο αυτό χωρίς μια αξιοπρεπή εικόνα. Το ήξερε αυτό. Ήταν περήφανος άνθρωπος. Κάθε φορά που χτυπούσε το κουδούνι του πατρικού μας, μου έλεγε να πω ότι κοιμάται. Δεν ήθελε οι συγγενείς και οι φίλοι να τον λυπούνται έτσι, άσχημο και σκελετωμένο, χωρίς τα ωραία καλοχτενισμένα κατσαρά του μαλλιά. Υπήρξε ωραίος άντρας ο πατέρας μου στα νιάτα του. Σε μια παλιά φωτογραφία, μπροστά στο Λευκό Πύργο, στη Θεσσαλονίκη, με μαύρα γυαλιά ηλίου, αλά Ωνάσης, και μια ωραία κουστουμιά με σταυρωτό σακάκι, κρατούσε μ’ αυτοπεποίθηση αγκαζέ, την κατά 20 πόντους ψηλότερη μητέρα μου, σαν τρόπαιο. (γέλιο)

Τελικά, ο καλός θάνατος, είναι ο απροσδόκητος θάνατος, ο ξαφνικός.
Τη δεκαετία του ’60 μέναμε σε μια πολυκατοικία στη οδό Φιλίππου, στη Θεσσαλονίκη, δίπλα στην Αρχαία Αγορά. Αριστοτέλους. Τότε οι πολυκατοικίες ήταν σαν μικρά χωριά. Δεν υπήρχε φόβος για τίποτα και τα κλειδιά ήταν επάνω στις εξώπορτες όλη μέρα. Θυμάμαι τις γειτόνισσες να μπαινοβγαίνουν στο σπίτι μας για να δανειστούν ζάχαρη η καφέ, αλλά και να μας αφήσουν κάποιο κομμάτι γλυκού η κάποιο πιάτο φαγητού που ετοίμασαν νωρίτερα. Ο αδελφός μου κι εγώ πηγαίναμε στο γυμνάσιο. Η αδελφή μου ήταν μεγαλύτερη κατά έξι χρόνια και φοιτούσε στο νομικό τμήμα του Αριστοτέλειου. Είχε μια κολλητή φίλη και συνφοιτήτρια, που έμενε κι αυτή με την οικογένεια της στη ίδια πολυκατοικία. Ο πατέρας της ήταν στρατιωτικός κι όταν έγινε το πραξικόπημα το ’67, τον αποστράτευσαν ως ‘’δημοκρατικό’’. (γέλιο) Άκου εκεί…δημοκρατικός. Σοβαρό παράπτωμα την εποχή εκείνη. Το όνειρο του στρατηγού ήταν να κάνει το γύρο του κόσμου. Μόλις εισέπραξε το παχυλό εφάπαξ, έφυγε με την σύζυγο του ταξίδι. Από τις καρτ- ποστάλ που έστελναν στη κόρη τους μαθαίναμε που βρίσκονται. Κων/πολη, Μόσχα, Τόκιο, Ρίο ντε Τζανέιρο, Λος Άντζελες, Λονδίνο, Παρίσι, Μαδρίτη, Ρώμη, Καζαμπλάνκα, Κάιρο κλπ. Κάτι μήνες μετά η φίλη της αδελφής μου μας πληροφόρησε ότι οι γονείς της είναι στη Λευκωσία κι επιστρέφουν επιτέλους σε τρεις μέρες. Ετοιμαστήκαμε όλοι για την υποδοχή και την ημέρα που έφτασαν έγινε μια γιορτή στη πολυκατοικία που κράτησε μέχρι το πρωί. Εμείς, τα πιτσιρίκια παίζαμε έξω στις σκάλες γιατί το διαμέρισμα τους ήταν ασφυχτικά γεμάτο με φίλους, συγγενείς, γείτονες και ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Όταν ξύπνησα την άλλη μέρα το μεσημέρι η πολυκατοικία ήταν βουτηγμένη στο πένθος. Ο απόστρατος στρατηγός κοιμήθηκε αλλά δεν ξύπνησε. Δεν ένιωσα λύπη. Η αδελφή μου ντυμένη στα μαύρα μου είπε ότι είμαι αναίσθητος. Εγώ όμως, κι ήμουν ο μόνος, έβλεπα στο γεγονός αυτό κάτι εξαιρετικό, κάτι μεγαλειώδες. Έτσι θα ήθελα να πεθάνω. Από τότε μπορώ να πω ότι έγινα οπαδός της αυτοκτονίας. Μην φαντάζεστε κάτι δραματικό. Δεν είμαι βίαιος τύπος. Απλά αποφάσισα ότι αν ποτέ πάθω κάποια ανίατη ασθένεια, απ’ αυτές που προκύπτουν σαν πολύ αυστηρές τιμωρίες, θα πρέπει να ξέρω πώς να τερματίσω τη ζωή μου, ακυρώνοντας τα σχέδια αυτού που αποφάσισε κάτι τέτοιο για λογαριασμό μου.

Άρχισα να διαβάζω. Τότε αυτό, δεν ήταν τόσο εύκολο. Βλέπεις δεν υπήρχε το ίντερνετ. Ξημεροβραδιαζόμουνα σε διάφορες βιβλιοθήκες. Σε ηλικία 25 ετών ήξερα ήδη μερικές δεκάδες τρόπους ανώδυνου οικειοθελούς θανάτου. Ανώδυνου και μη αιματηρού. Όχι πτώση από ψηλά, όχι πήδημα στις ράγες του τραίνου, όχι κρέμασμα, όχι αυτοπυρπολισμό κι άλλες τέτοιες αγριότητες. Όπως σου είπα ήδη, έχει σημασία τι εικόνα θα αφήσουμε πίσω μας. Κατά τα άλλα, ίσως δεν μπορείς να φανταστείς πόσο εύκολο είναι να πεθάνεις. Τα σπίτια μας είναι γεμάτα από θανατηφόρες ουσίες που αγοράζουμε από το σούπερ μάρκετ. Διαβάζοντας, ανακάλυψα επίσης μια εντυπωσιακή σε έκταση λίστα πολύ σπουδαίων ανθρώπων που αυτοκτόνησαν. Γιατί άραγε πρόσωπα μορφωμένα, ταλαντούχα κι ευφυή, αυτοκτόνησαν κι εξακολουθούν να αυτοκτονούν; Είναι μήπως άρρωστα, πάσχουν από κατάθλιψη, η, το κάνουν για να μας εκνευρίσουν; (γέλιο)
Μεταξύ τους κι ο συνοματεπώνυμος Περικλής Γιαννόπουλος. Στεφανωμένος, καβάλησε το άσπρο άλογό του και μπήκε μαζί του στην θάλασσα. ‘’Με μία σφαίρα στο κεφάλι, ενώθηκε για πάντα με την ελληνική φύση που τόσο είχε αγαπήσει. Προηγουμένως είχε κάψει πολλά ανέκδοτα έργα του (κατά μαρτυρίες μια εργασία περί της αρχιτεκτονικής, καθώς και διηγήματα φαντασίας), σημειώνοντας ότι αφού η Ελληνική Φύση τα ενέπνευσε στον ίδιο, θα τα ενέπνεε και σε άλλους στο μέλλον’’. Στον κόλπο του Σκαραμαγκά……Ουάου… Αυτός δεν ήταν ‘’ένας θάνατος’’. Αυτός ήταν ‘’ο έξοχος θάνατος’’. Αν είναι να πεθάνεις, είπα στον εαυτό μου, τουλάχιστον να πεθάνεις ένδοξα η έστω πρωτότυπα. Δεν είναι μόνο θέμα αξιοπρέπειας, αλλά και θέμα αισθητικής.
Πάντως όχι στο Σκαραμαγκά….. Σήμερα δεν χρειάζεται να αυτοπυροβοληθείς …. πεθαίνεις αμέσως από τη μόλυνση. (γέλιο)

Αστειευόμενος έλεγα, σε φίλους μου, ότι θα κάνω μια ταινία και στην πρεμιέρα της θα πεθάνω όπως κι ο ήρωάς μου στο τέλος της ταινίας. Αυτό στα 33α μου. Συμβολικός αριθμός το 33.
Αν δεν πεθάνεις στα τριάντα τρία, η επόμενη καλύτερη ημερομηνία είναι τα γενέθλια σου. Παρένθεση…….Ύστερα μου φάνηκε καλύτερο αν πέθαινε ο ηθοποιός όπως ακριβώς στη ταινία. Αυτό μου έδωσε μια πολύ καλή ιδέα κι έγραψα ένα ολόκληρο σενάριο για μια ταινία όπου δεν πεθαίνει κανένας. Ο μοναδικός θάνατος που υπάρχει είναι τελικά απάτη. Δυστυχώς η ευτυχώς, (γέλιο) ακόμα δεν κατάφερα να την γυρίσω.

Τη δεκαετία του ’80, για να γλιτώσω το στρατιωτικό, έκανα δυο απόπειρες μέσα σε δυο χρόνια. Ψευδοαπόπειρες για την ακρίβεια, γιατί ήξερα ότι αυτά που πήρα όχι μόνο δεν θα με σκότωναν αλλά ούτε το στομάχι μου δεν θα ενοχλούσαν. Πήρα απαλλαγή. Αφελώς νόμισα ότι αυτό ήταν όλο. Και όντως. Όσο αφορά στο στρατό, αυτό ήταν όλο. Μόνο που κάνα χρόνο αργότερα ξύπνησα με την αίσθηση ότι ξεκίνησα να πάω κάπου και γύρισα πίσω. Είμαι από τους ανθρώπους που δεν μου αρέσει να αφήνω πράγματα στη μέση, κι αυτό το αίσθημα ήταν πολύ δυνατό, βασανιστικό. Και κράτησε αρκετούς μήνες. Σ’ αυτό το διάστημα προσπάθησα να κάνω ένα ντοκιμαντέρ για την αυτοκτονία και τους αυτόχειρες, αλλά το θέμα είναι πολύ σημαντικό για να χωρέσει σ΄ένα φιλμ μιας ώρας. Μετά, ως δια μαγείας αυτό το συναίσθημα εξαφανίστηκε, όπως γίνεται μ’ όλα τα πράγματα που αναβάλουμε για καιρό. Έμεινε όμως το ερώτημα. Τι υπάρχει μετά το θάνατο; Τι θα συναντούσα αν έφτανα στο τέλος της διαδρομής; Τι θα γινόμουν μετά το θάνατο; ….Ο Αϊνστάιν διατύπωσε την θεωρία διατήρησης ύλης και ενέργειας. Τίποτε δεν γεννιέται από το μηδέν και τίποτα δεν καταλήγει στο μηδέν. Ανατολικές θρησκείες λένε το ίδιο πράγμα πολλούς αιώνες πριν το διαπιστώσει η επιστήμη. Ο Μάρκος Αυρήλιος γραφεί στα ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ » `Εξω του κόσμου το αποθανόν ου πίπτει’’. Τουτέστιν, στα νεοελληνικά: ‘’Ο, τι πεθαίνει δε χάνεται, αλλά μένει μέσα στη φύση’’. Ακόμα και στο Κοράνι και στη Βίβλο αναφέρονται ο Παράδεισος και η Κόλαση. Όχι ότι αυτά μπορεί να έχουν κάποια σοβαρή σημασία. Μαρτυρούν όμως ότι κάτι υπάρχει. Κι αν κάποιοι γνωρίζουν…… δεν ξέρω πως….. πώς να το εκφράσουν με ανθρώπινο λόγο; Είμαστε σαν τους ιθαγενείς που μιλούσαν για σιδερένια πουλιά κι εννοούσαν τα αεροπλάνα. Η μυθολογίες όλου του κόσμου είναι γεμάτες από τέτοιες παρανοήσεις. Ε, λοιπόν, πιστεύω ότι κάτι υπάρχει. Ότι ο θάνατος δεν είναι ένα τέλος αλλά μια ‘’μετάβαση’’ σε κάτι άλλο. Σε κάτι για το οποίο δεν διαθέτουμε τους κώδικες για να το εκφράσουμε ούτε την εμπειρία για να το κατανοήσουμε. Αυτό όμως και μόνο, ότι κάτι υπάρχει, κάνει την ιδέα του θανάτου ακόμα περισσότερο φιλική. ‘’ Όταν αποκλείσεις όλους τους παράδοξους τρόπους για να εξηγήσεις κάτι, τότε ο πιο απλός είναι ο πιο πιθανός’’, έλεγε ο αγαπητος μου Sherlock Holmes…(γέλιο)

Όπως έχεις καταλάβει μ’ αρέσει να μιλάω για το θάνατο ενώ οι περισσότεροι νιώθουν δυσφορία και κάποιοι φρικάρουν τελείως. ‘’Τους ανθρώπους ταράζουν όχι οι καταστάσεις που περνούν, αλλά οι ιδέες που έχουν γι’ αυτές. …….Το θάνατο τον κάνει φοβερό η ιδέα ότι είναι φοβερός.’’ Άκου τι λέει ο Επίκτητος. (Εγχειρίδιο,V).
Δεν είμαι μανιακός. Δεν μου αρέσουν τα σπλάτερ, ούτε να βλέπω πτώματα. Ο θάνατος είναι συναρπαστικός όταν δεν συμβαίνει επί σκηνής αλλά κάπου αλλού, όπως στην Αρχαία Τραγωδία. Έτσι κι εγώ. Όταν μιλάω για το θάνατο στην πραγματικότητα μιλάω για το δικό μου θάνατο. Αυτόν που δεν θα δω εγώ, αλλά κάποιοι άλλοι. Αυτόν που θα συμβεί εκτός του δικού μου πεδίου αντίληψης. Η αδελφή μου έλεγε ότι ο τρόπος που μιλάω για τον θάνατο είναι σαν να φλερτάρω και όπως συμβαίνει και στο φλερτ από τη μια υπάρχει επιθυμία κι απ΄την άλλη φόβος. Επιθυμία για το υποκείμενο και φόβος απόρριψης απ’ αυτό. Κάπως έτσι είναι. Σε κανένα δεν αρέσει να τον απορρίπτουν, αν και ο θάνατος δεν έχει ανάγκη να τον φλερτάρουν…… (γέλιο)

Από τότε δε ξανάκανα απόπειρα. Εξακολουθώ όμως να το θέλω. Έτσι η ζωή μου αποκτά σασπένς. Ο Χίτσκοκ έλεγε ότι το καλύτερο σασπένς σε μια ταινία είναι αυτό που οι θεατές περιμένουν να συμβεί και που δεν συμβαίνει στο τέλος…(γέλιο)…. Αστειεύομαι. Η αυτοχειρία δεν είναι πάντα μια πράξη δειλίας. Χρειάζεται γενναιότητα. Ούτε όλοι οι αυτόχειρες είναι άρρωστα άτομα. Αυτό προέκυψε μέσα από το μίσος που νιώθει ο χριστιανισμός για το θάνατο. Θεωρεί το θάνατο αμαρτία. Πως είναι κάτι τέτοιο δυνατόν; Όταν ανάβει το πράσινο για τους ζωντανούς, απλά πρέπει να περάσεις απέναντι. Το ίδιο δεν συμβαίνει και με την γέννηση; Με τη διαφορά ότι τότε δεν σε ρωτάει κανείς αν θέλεις να έρθεις σ’ αυτό τον κόσμο. Στην αρχαία Αθήνα τους αυτόχειρες τους θάβανε με τιμές ηρώων. Γιατί η ώρα, ο τρόπος και ο τόπος που θα διάλεγαν να πεθάνουν ήταν η ύστατη ελεύθερη επιλογή του ελεύθερου πολίτη. Και είναι η ύστατη επιλογή. Είναι μύθος ότι όλοι οι αυτόχειρες αφήνουν σημειώματα συγνώμης. Ο αυτόχειρας δεν αισθάνεται απαραίτητα ενοχή για την μελλούμενη πράξη του, ούτε το κάνει πάντα για να εκδικηθεί η να αποφύγει κάτι. Κι αν κάποιοι αυτόχειρες ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία τότε δεν είναι αυτοί που πρέπει να κατακριθούν αλλά η κοινωνία μας. Η ντροπή ανήκει στην κοινωνία. Άσε που η αυτοχειρία μπορεί να είναι ο τέλειος φόνος, γιατί κανείς δεν συλλαμβάνεται στο τέλος…..(γέλιο) … ακόμα ένα αστειάκι. Ο Επίκτητος λέει, – μπορεί και να μην το λέει, αλλά εγώ αυτό κατάλαβα από το δυσνόητο δοκίμιο του Τζέισον Ξενάκη για τον Επίκτητο -, ότι κάποιος αφήνει οικειοθελώς αυτή τη ζωή μόνον όταν ξυπνήσει ένα πρωί και διαπιστώσει ότι ο λόγος για τον οποίο ήρθε σ’ αυτόν το κόσμο έχει εκπληρωθεί. Καλό δεν ακούγεται;…… Δηλ. με δυο λόγια είπε, ότι για να γίνει κάποιος αυτόχειρας πρέπει να έχει ένα κίνητρο, όπως ακριβώς και στο φόνο, και προτείνει αυτό ως το πιο κατάλληλο κίνητρο. Ταυτόχρονα όμως έθεσε κι ένα αίνιγμα. Τι αντιπροσωπεύει αυτός ο σκοπός; Πως αυτοπροσδιορίζεται; Πως ανιχνεύεται; Γιατί ήρθα σ’ αυτό τον κόσμο; Ποιος είναι ο σκοπός που πρέπει ‘’εγώ’’ να εκπληρώσω; Τόσα χρόνια ζωής κι ακόμα δεν κατάφερα να απαντήσω. Το περιβόητο »νόημα της ζωής». The bright side of life…..(γέλιο). Αλλά όλα αυτά είναι λίγο θεωρητικά. Στη πράξη, άρχισα να εξοικειώνομαι με το θάνατο τα τελευταία πέντε χρόνια, όταν ο χάρος μπήκε στην αυλή μας κι άρχισε να προσκαλεί τους καλούς μου φίλους και συναδέλφους. Άλλους βίαια κι άλλους ξαφνικά και ανώδυνα. Δεν έχει σημασία. Αυτό δεν είναι κάτι που με τρομάζει. Μάλλον, πρέπει πάλι ν’ αρχίσω να συχνάζω στα νεκροταφεία, γιατί στα μπαρ συναντώ όλο και λιγότερους γνωστούς….(γέλιο)

Τελικά, τι είναι αυτό που με κρατάει ακόμα ζωντανό; Είναι το γεγονός που δεν κατάλαβα ακόμα το λόγο για τον οποίο είμαι εν ζωή; Δε νομίζω. Είναι γιατί ακόμα δεν τα έχω χάσει όλα. Δεν πρέπει όμως να σου κρύψω, ότι περιμένω με ανυπομονησία εκείνο το πρωί που θα ξυπνήσω και θα ξέρω ότι αυτό που μου αναλογεί σαν »αξιοπρεπής ζωή» έχει εξαντληθεί. Το μόνο που χρειάζεται είναι να είμαι έτοιμος για ένα ανώδυνο, αναίμακτο, γρήγορο και διακριτικό θάνατο. Όχι απαραίτητα ξεχωριστό. Όταν αποφασίσεις να πεθάνεις εγκαταλείπεις κάθε ματαιοδοξία. Ελπίζω να συμβεί σύντομα κι όχι σε προχωρημένα γερατειά, γιατί θέλω ν’ αφήσω μια ευπρεπή εικόνα πίσω μου. Εκτός κι αν ευτυχήσω να με προλάβει ο αιφνίδιος θάνατος, ειδικά αν είναι »Γλυκός». σαν του Félix Faure. Αλλά αυτό προϋποθέτει μια Marguerite Steinheil…..(γέλιο) Εδώ νιώθω υποχρεωμένος να παραφράσω τον Μένανδρο: ‘’Αυτόν που οι θεοί αγαπούν, δεν πεθαίνει γέρος’’.

Οι σκέψεις περί θανάτου κι αυτοχειρίας δεν σημαίνουν ότι δεν αγαπάς τη ζωή, δεν σε εμποδίζουν να έχεις μια καλή ζωή, ούτε σε εμποδίζουν να είσαι άνθρωπος αισιόδοξος και να κάνεις σχέδια για το μέλλον, ακόμα κι αν αμφιβάλεις ότι αυτά μπορούν να πραγματοποιηθούν. (γέλιο)Έτσι αισθάνομαι. Αυτό λέει κι ο Επίκουρος. Απλά έχω συνείδηση της φθαρτότητας μου. Απλά αποδέχομαι ότι η Ζωή είναι κάτι μεγαλύτερο και μπορεί να υπάρχει και χωρίς εμένα, χωρίς την δική μου ύπαρξη. Γιατί πως είναι δυνατόν να μου απαγορεύουν να διαχειριστώ όπως εγώ θέλω την ύπαρξη μου; Πως είναι δυνατόν να φέρω ευθύνη για όλες τις επιλογές στη ζωή μου, εκτός απ’ αυτή του θανάτου μου; Έχω η δεν έχω ελεύθερη βούληση; Ως προς αυτό ‘’ll n’y a pas de réponse parce qu’il n’est pas question’’, ….(γέλιο). Ακόμα μια παράφραση του φίλου μου Duchamp.

Νίκος Γιαννόπουλος
Αθήνα
Ιανουάριος, 2012

Το Κουμπί

 

Ο κύριος Αριστείδης ζει σ’ ένα ορεινό χωριό κοντά στο Αμύνταιο.

Θα μου πείτε: αυτό τώρα γιατί είναι σημαντικό;

Είναι σημαντικό. Γιατί ο κύριος Αριστείδης εργάζεται στον ατμοηλεκτρικό σταθμό της ΔΕΗ στο Αμύνταιο.

Ε, ωραία, θα μου ξαναπείτε, μήπως είναι κι ο μόνος; Δεκάδες εργάζονται στη ΔΕΗ από όλα τα χωριά που είναι κοντά στο Αμύνταιο κι όχι μόνο.

Φυσικά και ναι. Γιατι μεταξύ του κυρίου Αριστείδη και των υπολοίπων εργαζομένων υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Όλοι, σχεδόν, οι εργαζόμενοι πηγαίνουν στη ΔΕΗ με ρούχα δουλειάς. Ο κύριος Αριστείδης όμως πηγαίνει με το κουστουμάκι του, τη γραβατούλα του, με τα  λουστραρισμένα παπούτσια του και το μαλλί να γυαλίζει από την μπριγιαντίνη . Πηγαίνει, που λέμε ‘’σένιος’’ και γυρίζει ξεκούραστος και ‘’σένιος’’. Ενώ όλοι οι άλλοι γυρίζουν κατάκοποι, ιδρωμένοι και μουντζουρωμένοι. Αυτός ήταν και ο λόγος που έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης στο χωριό.

Εφόσον έφερε κοστούμι στη δουλειά και δεν κουραζόταν, τι θα μπορούσε να είναι, πέρα από ‘’κάδρο’’; ‘’Κάδρο’’ σημαίνει, διοικητικό στέλεχος. Σ’ αυτό συνηγορούσε και το παρουσιαστικό του. Σοβαρός 50αρης, ευθυτενής, με γκρίζες φαβορίτες και όλα του τα μαλλιά, μετρημένος κι ολιγόλογος. Όλοι τον χαιρετούσαν με σεβασμό και συχνά του εξομολογούνταν διάφορα, κυρίως τα παράπονα τους για την ΔΕΗ, κι αυτός κουνούσε το κεφάλι με κατανόηση και σημείωνε σ’ ένα μπλοκάκι διάφορα ορνιθοσκαλίσματα που μόνο ένας γιατρός θα μπορούσε να διαβάσει.  Εικοσιπέντε χρόνια κανείς δεν τον είδε να ανησυχεί για κάτι, να ταράζεται για κάτι η να κάνει κάτι ανάρμοστο. Ήταν αφοσιωμένος στην οικογένεια του, τουτέστιν μόνο στη γυναίκα του, την κυρία Γκίτσα απ’ το Ξινό Νερό Φλωρίνης – καλή γυναίκα, λίγο ψηλομύτα – , αφού δεν είχε την τύχη η την ατυχία ν’ αποκτήσει κληρονόμους εξ αίματος, που θα πει: κουτσούβελα.

Ο καιρός περνούσε – όπως περνάει ο καιρός, – δηλ. χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, – κι οι εκλογές για την κοινότητα του χωριού πλησίαζαν όλο και πιο κοντά.

Έτσι ένα βροχερό βράδυ (πρέπει το βράδυ να είναι βροχερό για να υπάρχει στην ιστορία μας σασπένς) κατά τις 8μμ τον επισκεφτήκαν εμπιστευτικά στο σπίτι ο παπάς του χωριού με τον αγροφύλακα και τον δάσκαλο. Τους υποδέχτηκε με τη χαρακτηριστική του ευγένεια, τους τράταρε καφέ και φοντάν κι αυτοί του ανακοίνωσαν ότι θα ήταν πρόθυμοι να υποστηρίξουν την υποψηφιότητα του για νέο κοινοτάρχη. Ο κύριος Αριστείδης ήταν έτοιμος να αρνηθεί, αλλά όταν είδε το ξινό βλέμμα που του ‘ριξε η γυναίκα του, άλλαξε αμέσως δρομολόγιο (οι γυναίκες είναι γενικά πιο φιλόδοξες ως γνωστό, και η κυρία Γκίτσα δεν ανήκε στις εξαιρέσεις).  Δεδομένου και της εκτίμησης που εισέπραττε από τους συγχωριανούς του, δέχτηκε, αν και κάτι, κάτι πολύ μικρό για να το διακρίνουμε και να το ονομάσουμε, τον γρατζούνισε στα σωθικά. Δεν ήταν πάντως κόκαλο από ψάρι, αυτό είναι σίγουρο. Αν ήταν θα το ήξερε.

Μόλις είπε το μεγάλο Ναι, με παρότρυνση του παπά σηκωθήκαν όλοι όρθιοι, έσκυψαν κεφάλια, κι ο παπάς κάτι μουρμούρισε πριν αρχίσουν να ψάλλουν όλοι μαζί ‘’Τη Υπερμάχω’’.

Μόλις τα νέα διαδόθηκαν στο χωριό, και διαδόθηκαν αστραπιαίως, ο κομμουνιστής κοινοτάρχης κάλεσε το επιτελείο του για να χαράξουν  την προεκλογική του εκστρατεία. Γύρω από ένα τραπέζι στο καφενείο ‘’Οι τρεις κληματαριές’’ που βρίσκεται την πάνω γειτονιά, τρεις η ώρα το πρωί, κάθισαν ο Σταύρος – ο ιδιοκτήτης του καφενείου, ο Ξενοφών – ο υδραυλικός, ο Πολυχρόνης – ο γουναράς, που ήταν και γραμματέας της κοινότητας κι ο Βάγκος – ο συνδικαλιστής των εργατών του χωριού στη ΔΕΗ, μισοπιωμένοι.

–         Τι ξέρουμε για αυτόν τον κύριο Αριστείδη, συναγωνιστές; άρχισε  ρητορικά ο κοινοτάρχης.

–         Τον γνωρίζουμε 25 χρόνια, αλλά αυτό που ξέρουμε είναι μια τρύπα στο νερό. Ποιος θα το φανταζόταν ότι θα ήθελε να υφ’ αρπάξει την κοινότητα από τις προοδευτικές δυνάμεις που επί 16 συναπτά χρόνια, κυβερνούμε αυτό τον τόπο με σύνεση, δικαιοσύνη και κυρίως…λέω κυρίως με ……..

–         Ξέρουμε ότι εργάζεται στη ΔΕΗ, πετάχτηκε ο γουναράς.

Ο κοινοτάρχης το κοίταξε τσατισμένος που τόλμησε να τον διακόψει, και δεν τον άφησε να τελειώσει.

(Αγαπητέ αναγνώστη, ξέρεις τι σημαίνει να μην σ’ αφήνουν να τελειώσεις;)

–         Εργάζεται στη ΔΕΗ…εργάζεται στη ΔΕΗ…., επανέλαβε κοροϊδευτικά ο κοινοτάρχης.

–         Και ποιος δεν εργάζεται στη ΔΕΗ ρε μαλάκα; Όλος ο κόσμος εργάζεται στη ΔΕΗ. Το θέμα είναι άλλο. Ο τύπος είναι στέλεχος…

Εδώ ο κοινοτάρχης, έκανε μια παύση όλο σημασία.

–         Ε, και; ρώτησε πάλι ο γουναράς.

–         Τι σημαίνει στέλεχος σύντροφε μου; τον κατακεραύνωσε τον γουναράς. Σημαίνει ότι συνεργάζεται με το κεφάλαιο.

–         Ε, και; ξαναρώτησε ο γουναράς.

–         Ε, και;….καικέξης και ξερός….. Αφού συνεργάζεται με το κεφάλαιο και ρίχνει νερό στο αυλάκι των καπιταλιστών – καταπιεστών, κάπου θα έχει λερωμένη τη φωλιά του… καταλάβατε; φώναξε θριαμβευτικά ο κοινοτάρχης.

–         Α…..ναι…..σωστά …αναφώνησαν όλοι οι άλλοι μαζί.

–         Α..ναι, α…ναίξης. Πρέπει να μάθουμε που είναι μπλεγμένος. Αλλιώς το κίνημα θα δεχτεί βαριά ήττα. Γι’ αυτό προτείνω, ο συναγωνιστής Ξενοφών, να διεξάγει λεπτομερή έρευνα.

–         Και γιατί δεν λέμε στον Βάγκο, τον συνδικαλιστή, που δουλεύει και στη ΔΕΗ; ξαναρώτησε ο γουναράς;

–         Γιατί θα κινήσει υποψίες ανόητε, απάντησε ο κοινοτάρχης.

–         Επιπλέον τον πατέρα του Ξενοφώντα το σκότωσαν οι γερμανοτσολιάδες το 43….

–         Και τον δικό μου τον έσφαξαν οι μοναρχοφασίστες το ‘47, μουρμούρισε πικαρισμένος ο γουναράς. Αλλά δεν το κάνω θέμα….

–         Αυτά. ανακοίνωσε φωναχτά ο κοινοτάρχης.

–         Η συνεδρίαση έληξε. Είναι κανείς για ένα γύρο συντροφική πρέφα; η προτιμάτε ξερή;

Δυο ώρες μετά όλη η παρέα, τύφλα στο μεθύσι, αναχώρησαν από το καφενείο τραγουδώντας το ‘’Με το ντουφέκι μου στον ώμο…….’’

–         Και συ ρε Σταύρο, φώναξε ο κοινοτάρχης, τι στο διάολο γράφεις: »τρεις κληματαριές»…γράψε: ‘’καμιά κληματαριά’’….

Την επόμενη το βράδυ ο κύριος Αριστείδης πέρασε από το καφενείο της πλατείας. Με το που μπήκε πετάχτηκε ο Ξενοφών και τον κάλεσε στο τραπέζι. Ήδη ο αγροφύλακας κι ο γουναράς ήταν εκεί.

– Μόνο για μια ωρίτσα αγαπητοί μου, δήλωσε σοβαρά ο κύριος Αριστείδης

Ο Ξενοφών ανακάτεψε την τράπουλα και την τοποθέτησε στο κέντρο. Όλοι τράβηξαν από ένα χαρτί. Ο κύριος Αριστείδης τράβηξε βαλέ. Πήρε την τράπουλα την ξανανακάτεψε κι άφησε το αγροφύλακα να κόψει. Μετά μοίρασε τα χαρτιά κι άρχισε το παιχνίδι. Ο Τάκης, ο καφετζής σέρβιρε το ρακί και το μεζέ και το πρώτο δεκάλεπτο πέρασε με: μμμ….είδες;…να πάρει…δε με θέλει σήμερα το γαμημένο….θα παίξεις η να πάω για ύπνο…άντε ρε ξημερώσαμε….

Ξαφνικά, ο Ξενοφών ρωτάει τον κύριο Αριστείδη.

–         Πως ήταν σήμερα στη δουλειά;

–         Τα συνηθισμένα, απάντησε αυτός.

–         Τα συνηθισμένα πια δηλ.;, ξαναρώτησε ο Ξενοφών

–         Τι ακριβώς κάνεις στη ΔΕΗ;…

–         Ε, τάπαμε δεν τάπαμε; απάντησε ο κύριος Αριστείδης.

–         Είμαι ‘’Επόπτης διαχείρισης της λειτουργίας των ηλεκτρικών συστημάτων διανομής φορτίου»……. Ωφέλιμου….εννοείται.

–         Είδες; Σ’ τα’ λεγα εγώ, είπε με νόημα ο γουναράς.

–         Ο κυρ Αριστείδης είναι τιτλούχος, συμπλήρωσε  ενθουσιασμένος και κλώτσησε τον Ξενοφώντα κάτω από το τραπέζι.

Ένα ‘’ωχ’’ δυνατό ξέφυγε από τον Ξενοφώντα κι ο καφετζής νομίζοντας ότι ήτανε γι’ αυτόν τους σέρβιρε ακόμα μια φορά ρακί και μεζέ.

–         Ποιος ζήτησε μεζέ ρε Τάκη…..αναφώνησε ο μέχρι τότε σιωπηλός αγροφύλακας….

–         Δε βλέπεις ότι σε λίγο θα πάμε στα σπίτια μας;

Τάχασε ο καφετζής. Πήγε να τα μαζέψει, αλλά…

–         Άστα κάτω ρε Τάκη …είπε πάλι ο αγροφύλακας.

–         Δεν ήρθε ακόμα η ώρα να πάμε στα σπίτια μας… Σε λίγο είπα…σε λίγο δεν είπα; ρώτησε και τους άλλους.

Ο καφετζής τα άφησε και έφυγε φουρκισμένος.

Μετά από κάνα τρίωρο ο κύριος Αριστείδης σηκώθηκε να φύγει. Δεν έχασε πολλά. Για την ακρίβεια δεν έχασε τίποτα μια και παίζανε ξερή με φασόλια. Αλλά ο χαμένος πληρώνει το λογαριασμό.

–         Άσε κυρ Αριστείδη, είπε ο Ξενοφών. Σήμερα είναι κερασμένα……

Συνόδεψε το κύριο Αριστείδη στη πόρτα και τον βοήθησε να βάλει το παλτό του. Πριν φύγει τούπε:

–         Έχω ένα θέμα…κυρ Αριστείδη…πώς να το πω…μήπως μπορώ αύριο να περάσω να τα πούμε απ’ το γραφείο, στη ΔΕΗ;

–         Καλοδεχούμενος, απάντησε ανυποψίαστος ο κύριος Αριστείδης.

Όταν ο κύριος Αριστείδης γύρισε στο σπίτι, η γυναίκα του, η κυρία Γκίτσα, τον ρώτησε που ήταν κι αυτός απάντησε:

–         Στο Καφενείο του Τάκη, στη πλατεία……

–         Αυτό το ξέρω…του είπε αυτή, ξερά.

–         Από χιλιόμετρα βρωμάς Τακήλα ……….

–         Ε, αφού το ξέρεις τι ρωτάς, της λέει κι αυτός και πήρε δρόμο για τη κρεβατοκάμαρα.

–         Μην κατευθύνεσαι προς τα εκεί, τον τράβηξε από το μανίκι.

–         Σήμερα θα κοιμηθείς στο μπαουλοντίβανο….γι’ αυτό ρωτάω ..Παναγιά μου …τι μυρουδιά κι αυτή….

Κόντευε μεσημέρι όταν άκουσε να του χτυπάν την πόρτα στο γραφείο. Άνοιξε και μπήκε ο Ξενοφών μ’ ένα κουτί σοκολατάκια. Ο Ξενοφών έριξε ένα βλέμμα τριγύρω ξαφνιασμένος. Αυτό δεν ήτανε γραφείο. Ήταν ένα δωμάτιο γεμάτο με κουμπιά και διακόπτες. Σε μια γωνιά υπήρχε ένα τραπεζάκι κουζίνας με τέσσερις καρέκλες κι ένα τρανζίστορ με μπαταρίες. Παραδίπλα ένα μικρό ψυγείο κι επάνω στο ψυγείο ένα καμινέτο, δυο κουτιά – ελληνικό καφέ και ζάχαρη – και μερικά φλιτζανάκια του καφέ και ποτήρια νερού. Ο κύριος Αριστείδης του ζήτησε να καθίσει και τον ρώτησε αν θέλει καφεδάκι.

–         Μέτριο …μέτριο, είπε ξέπνοα ο Ξενοφών.

Ο κύριος Αριστείδης, ετοίμασε δυο καφέδες και κάθισε μαζί του.

–         Κανονικά δεν έπρεπε να πιω άλλον καφέ, είπε απολογητικά στο Ξενοφώντα.

–         Σήμερα ήπια τρεις απ’ το πρωί.

Ρούφηξαν το καφέ χωρίς βιασύνη. Ο κύριος Αριστείδης άνοιξε τα σοκολατάκια και πήραν από ένα.

–         Μάλιστα, είπε λίγο μετά ο Ξενοφών.

–         Ώστε εδώ ειν’ το γραφείο σου………Ωραία είναι εδώ, ε;….πολλοί διακόπτες ε;…πολλοί διακόπτες… και τι κάνουν όλοι αυτοί οι διακόπτες;

–         Δεν έχω σχέση εγώ μ’ αυτούς τους διακόπτες, είπε ο κύριος Αριστείδης.

–         Αλλά με τι έχεις σχέση, ρώτησε ο Ξενοφών. Γιατί σε βάλανε εδώ;

–         Έχω…αλλά μόνο μ’ ένα διακόπτη. Αυτόν εκεί, απάντησε ο κύριος Αριστείδης, κι έδειξε ένα κίτρινο κουτί με ένα πράσινο φωτεινό κουμπί.

–         Δηλ. τι …. προσέχεις μη φύγει από τη θέση του; ξαναρώτησε χαριτολογώντας ο Ξενοφών.

–         Όχι…όχι…. δεν ξέρω…..…, είπε ο κύριος Αριστείδης

Ο Ξενοφών ξεροκατάπιε.

–         Τι θα πει δεν ξέρεις; Εικοσιπέντε χρόνια είσαι εδώ και δεν ξέρεις; Κάπως   περίεργα μου τα λες κυρ Αριστείδη.

–         Αλήθεια λέω …δεν ξέρω…απάντησε αμήχανα ο κύριος Αριστείδης.

–         Το μόνο που ξέρω είναι ότι αν γίνει κόκκινο θα πρέπει να το πατήσω.

–         Και πόσες φορές έγινε μέχρι τώρα αυτό;

–         Ποτέ.

–         Ούτε μια φορά; …Δεν είναι δυνατόν.

–         Ούτε μια φορά.

–         Δηλ. …δηλ. κάθεσαι εδώ και δεν κανείς τίποτα;

–         Κάνω …πως δεν κάνω. Ακούω ραδιόφωνο…, μιλάω με συναδέλφους…., διαβάζω κάνα περιοδικό…ξέρεις τώρα…να περνάει η ώρα….

–         Και το κουμπί;…ούτε μια φορά;…

–         Ούτε μια φορά.

–         Για δες ρε φίλε…..ούτε μια φορά ε; Κανείς δεν θα το πιστέψει, είπε ο Ξενοφών με μια γκριμάτσα πόνου λες και δέχτηκε ηλεκτρική εκκένωση, τόσο δυνατή, που ήμουν σίγουρος πως το κάψιμο θα πρέπει να του άφησε ακόμα μια βαθιά ουλή στην ευαίσθητη φαιά ουσία του εγκέφαλου του.

Τα νέα ταξίδεψαν πιο γρήγορα κι απ’ τη βροχή. Γιατί, τι νομίζετε ότι είναι ένα χωριό,αγαπητοί μου αναγνώστες, Είναι ένα μέρος μικρό, που ο ένας χώνει τη μύτη του στη ζωή του άλλου. Αυτό μερικοί ίσως να το θεωρούν γραφικό. Στην πραγματικότητα όμως οι ζωές αυτών των λίγων ανθρώπων αποτελούν μια πλεξούδα. Αλληλοδιασταυρώνονται μεταξύ τους, Μπερδεύονται  τόσο πολύ που μερικές φορές μπορεί να σφίξουν σαν βρόνχος για κάποιον απ΄αυτούς. Έτσι, όταν ο κύριος Αριστείδης πήγε το βράδυ στο καφενείο αμέσως κατάλαβε ότι κάτι άλλαξε. Κανείς δεν τον χαιρέτισε, κανένας δεν τον κάλεσε να καθίσει μαζί του. Αυτός ντράπηκε να φύγει αμέσως. Κούρνιασε σ’ ένα τραπέζι άδειο κοντά στη πόρτα και παράγγειλε το γνωστό μεζέ. Ο Τάκης όμως αργούσε να το σερβίρει και κάθε τόσο άκουγε τους συγχωριανούς του να γελάνε και να του ρίχνουν κλεφτές ματιές. Ο μεγαλύτερος σαματάς γινόταν στο τραπέζι του κομμουνιστή κοινοτάρχη. Δέκα λεφτά μετά έφυγε γρήγορα για το σπίτι μ’ αυτό το κάτι μικρό να τον γρατζουνάει στα σωθικά. Η κυρία Γκίτσα είχε ήδη στρωμένο το μπαουλοντίβανο. Άλλαξε και πήγε στη κουζίνα. Πάνω στο τραπέζι βρήκε δίπλα σ΄ένα κρύο πιάτο φαί, που θύμιζε φιλανθρωπικό συσσίτιο της εκκλησίας, ένα ανορθόγραφο σημείωμα που έγραφε ότι ‘’τηλεφόνισε ο παπάς και είπε ότι βρήκαν άλλο, πιο κατάλιλο, υποψύφιο για τις εκλογές στην κοινότιτα. Αχριστε, ε.. αχριστε’’.

Οι εκλογές πλησίαζαν στο μεταξύ, αλλά μια Κυριακή πιο πριν, ήταν το πανηγύρι για τα τσίπουρα. Ο κοινοτάρχης, σίγουρος πλέον για την επανεκλογή του, έδωσε το πράσινο φως για μεγαλειώδεις προετοιμασίες. Παράγγειλαν χρωματιστά λαμπιόνια από την Φλώρινα, που τα παράγγειλε από την Θεσσαλονίκη, που τα παράγγειλε από την Αθήνα, και που όταν έφτασαν στο χωριό  η συσκευασία έγραφε ‘’made in china’’. Τα βρήκαν οικονομικά με τη ‘’Μπάντα της Φλώρινας’’, τα καλύτερα χάλκινα της Ελλάδος. Η επταμελής μπάντα – 5 αδέλφια με το όνομα Βαλκάνης  και δυο με το όνομα Αθανασίου – θα σταματούσαν την παγκόσμια περιοδεία τους με το Μπρέγκοβιτς για να παίξουν στο πανηγύρι. Επίσης το χορευτικό τμήμα του Φιλεκπαιδευτικού, Εκπολιτιστικού – Επιμορφωτικού συλλόγου ‘’Αμύντας – Αμυνταίου’’ με παραδοσιακές φορεσιές θα άνοιγε το πρόγραμμα. Ως προς αυτό δεν υπήρξε ιδιαίτερη δυσκολία δεδομένου ότι τα μέλη του συγκροτήματος θα έφταναν στο χωριό με το πούλμαν του ΚΤΕΛ, μια διαδρομή μόνο 20’, και τα εισιτήρια θα τα πλήρωναν από τη τσέπη τους. Κι αυτό γιατί ήταν η πρώτη πρόσκληση που δέχτηκαν να χορέψουν κάπου δημοσίως. Οι δυο καφετζήδες, ο Τάκης του ‘’Λε Μπιστρό’’ και ο Σταύρος του ‘’ Οι τρεις κληματαριές’’ μετά από καυγά, προκειμένου να μοιραστούν τα καρεκλοτράπεζα της πλατείας και την τροφοδοσία σε μεζέδες και άλλα προσφιλή εδέσματα, κατέληξαν γι’ ακόμα μια φορά σ’ αυτό που ίσχυε τα τελευταία δέκα χρόνια, δηλ. 70% για το ‘’Λε Μπιστρό’’ και 30% για το ‘’Οι τρεις κληματαριές’’. Το τσίπουρο θα έρρεε άφθονο, προσφορά όλων των τσιπουροπαραγωγών του χωριού και τα βεγγαλικά θα θάμπωναν τον έναστρο ουρανό τα μεσάνυχτα, αρκεί να μην έβρεχε. Ειδικό σώμα εθελοντών, από 13 μέχρι 16 χρονών, ενισχυμένο με το απορριμματοφόρο, θα μάζευε τους τελευταίους μεθυσμένους τα χαράματα.

Ο ιερέας ετοίμασε το λόγο του και άρχισε να τον προβάρει στον διπλανό του ιερού, χώρο, μπροστά σ’ ένα ολόσωμο καθρέπτη, που τις άλλες μέρες τον κάλυπτε με μαύρη κουρτίνα. Δεν παρέλειψε να συμπεριλάβει και μια αναφορά στις εκλογές, φυσικά μετά τον ‘’Γάμο εν Κανά’’ που θα αποτελούσε και τον βασικό κορμό της ομιλίας του. Με την ευκαιρία, πρόβαρε και το καινούργιο ράσο, μέλανος σεμνού και βαθύχροου χρώματος, όπως ορίζει και ο αοίδιμος Περιστερίου Αλέξανδρος. Ράσο με κέντημα περιμετρικό σε ύφασμα  τεχνιτής μετάξης με δίχρωμα γαλόνια χρυσό – ασημί στο χρώμα του κεντήματος και βισκόζ φόδρα, με στιχάρι απομαγνητισμένο

Με δυο λόγια η  ομιλία του θα τελείωνε ως εξής: ‘’ας αποστρέψουμε αυτή τη φορά το βλέμμα μας από τον όφι, για να μη χάσουμε γι’ ακόμα μια φορά τον επίγειο παράδεισο, όπως τον χάσαμε στις προηγούμενες εκλογές.. Ο θεός είναι φιλεύσπλαχνος και συγχωράει τις αμαρτίες μας, αλλά αυτό δεν είναι λόγος να συνεχίσουμε να κάνουμε ανοησίες. Ψηφίστε το δάσκαλο που θα μας φροντίσει με την ιδία αγάπη που φροντίζει και τα παιδιά μας στο σχολείο. Αγαπητοί μου Χριστιανοί, πέστε ναι στην Αλλαγή. ΄΄

Ο κοινοτάρχης έγραψε κι αυτός το λόγο του και τον πρόβαρε μπροστά στο γνωστό ακροατήριο που συγκέντρωσε στο γνωστό μας καφενείο ‘’Οι τρεις κληματαριές’’. Φόρεσε το γαμπριάτικο  του ριγέ κασμιρένιο κοστούμι, με το διπλόκουμπο σακάκι να σταυρώνει στο στήθος, παρα τις απεγνωσμένες αντιρρήσεις της γυναίκας του ότι είναι περασμένης μοδός. Βέβαια το σακάκι δεν κούμπωνε, γιατί  στο μεταξύ, έβαλε τα κιλάκια του. Οι ατελείωτοι μεζέδες και η ρακοκατάνυξη είκοσι ετών, στέκονταν εμπόδιο ανάμεσα σ΄αυτόν και την λεωφόρο της κομψότητας, αλλά τελικά υπερίσχυσε ο υψηλός συμβολισμός, δεδομένου ότι παρόμοιο σακάκι φορούσε κι ο παρτιζάνο, Ούρμπανο Λατσάρο, που συνέλαβε τον Μπενίτο Μουσολίνι το ’45. Αντιπαρέρχοντας το σχόλιο του γουναρά » ..ε…καλά τώρα και ποιος τον ξέρει αυτόν τον παρμιτζάνο Λέτσαρο πρόεδρε; Μεταξύ μας το σακάκι… σου πέφτει λίγο στενό……», άρχισε να προβάρει με στόμφο το λόγο του. Τον ενδιέφεραν πρωτίστως τα σημεία που θα έπρεπε να πέσει χειροκρότημα. Γι’ αυτό απαγόρεψε στο Σταύρο να σερβίρει ρακί στο ακροατήριο προκειμένου να διατηρήσει την προσοχή του αμείωτη, πράγμα δύσκολο έτσι πως πεταγόταν η κοιλιά του απ’ το σακάκι.

Με δυο λόγια η  ομιλία του θα τελείωνε ως εξής: ‘’Το παγκόσμιο Θρησκευτικό – οικονομικό κεφάλαιο επιδιώκει να μας αλλοτριώσει, τουτέστιν να μας τη φέρει μπαμπέσικα. Θέλει να μετατρέψει ολόκληρο τον πλανήτη σε χωριό, ακόμα και την Φλώρινα και ούτω καθεξής. Όταν εμείς είχαμε πολιτισμό οι καπιταλιστές ζούσανε στα δένδρα. ΟΝΕ, ΟΗΕ, Ουνέσκο, Γιούνισεφ και Νάτο, το ίδιο συνδικάτο. Αγαπητοί μου συγχωριανοί, πέστε ναι στην Αλλαγή.’’

Η γνωστή παρέα χειροκρότησε δυνατά,

–     Πρόεδρε …πρόεδρε.. σήκωσε το χέρι του ο γουναράς.
–     Αυτό το τελευταίο…αυτό με την αλλαγή …δεν το κατάλαβα.

–         Τι θες να πεις, ρώτησε θορυβημένος ο κοινοτάρχης.

–         Τι αλλαγή…αφού τους λέμε να ψηφίσουν ξανά εσένα ….

–         Αλλαγή συναγωνιστή σημαίνει αλλαγή…αλλαγή…αλλαγή…να μην ακούω μαλακίες.

Ο Στάυρος έσπευσε να σερβίρει το ρακί – μεζέ, ενώ οι άλλοι έδιναν τα συγχαρητήρια τους στο κοινοτάρχη λέγοντας διάφορα: ‘’Άντε και με τη νίκη..», »θα τους ξεσκίσουμε..», »η αλλαγή ήρθε για να μείνει…..’’. Μόνο ο γουναράς μουρμούριζε, ‘’ Αλλαγή… του κώλου αλλαγή…..’’

Όλη αυτή τη χρονική περίοδο της προετοιμασίας ο κύριος Αριστείδης ήταν εξαφανισμένος. Δεν ξαναπάτησε το πόδι του στο καφενείο. Επέστρεφε κατ’ ευθείαν στο σπίτι του όπου η κυρία Γκίτσα, η γυναίκα του ‘’Άχρηστε’’ τον ανέβαζε, ‘’Άχρηστε’’ τον κατέβαζε. Το μπαουλοντίβανο ήταν πια το μόνιμο κρεβάτι του και για να μη νιώθει μοναξιά το βράδυ κοιμόταν αγκαλιά μ’ ένα μαξιλάρι. Όσο για την εργασία του, δήλωσε απόλυτη διαθεσιμότητα, που σημαίνει ότι θα εργαζόταν και τις γιορτές και τις σχόλες, διπλές βάρδιες, μια και στο χωριό, όπως και στο σπίτι του, ένιωθε πια ανεπιθύμητος, σαν ξένος.

Επιτέλους έφτασε η Κυριακή του πανηγυριού κι απ’ τα ξημερώματα άρχισαν να κρεμάνε τα λαμπιόνια, να στρώνουν τα καρεκλοτράπεζα στη κεντρική πλατεία, να στήνουν τις ψησταριές , να ετοιμάζουν τα κρέατα και τους μεζέδες και να τοποθετούν τα βαρέλια με το ρακί.. Έφτασε κι η μικροφωνική για την ορχήστρα – το πάλκο φτιάχτηκε κάτω από τον πλάτανο – και τα βεγγαλικά τ’ ανέλαβε η πυροσβεστική για να μην επαναληφθεί το περσινό λάθος, που παραλίγο να κάψουν την εκκλησία και το σχολείο. Δυστυχώς η παιδική χαρά του διπλανού χωριού κάηκε ολοσχερώς και πάρα λίγο να ξεκινήσει εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στα δυο χωριά. Τελικά όμως επικράτησε η κοινή λογική μια και στο διπλανό χωριό δεν είχανε παιδιά. Τα μέλη του χορευτικού συγκροτήματος έφτασαν πιο νωρίς και περιφέρονταν άσκοπα στη πλατεία με τον υπεύθυνο να τρέχει από πίσω τους και να τους φωνάζει να προσέχουν μη λερώσουν τις στολές γιατί ήταν νοικιασμένες από το Λαογραφικό Μουσείο Λεχόβου. Το γλέντι θα ξεκινούσε το απόγευμα μετά το σάουντ –  τσεκ της  Μπάντας Φλωρίνης.

Κατά τις 11πμ. με το που τελείωσε η θεία λειτουργία, γέμισε η πλατεία με το εκκλησίασμα. Όλοι φορούσαν τα καλά τους, μικροί – μεγάλοι, κι είχαν ιδιαίτερα καλή διάθεση. Ο μόνος που ήταν σκεπτικός και προβληματισμένος ήταν ο Ξενοφών. Δεν έβλεπε πουθενά τον κύριο Αριστείδη. Ούτε στην λειτουργία δεν ορθέ απ’ την οποία δεν έλειψε ποτέ τα τελευταία 25 χρόνια και βάλε. Κι η απουσία του δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη μια κι ήταν ένας από τους τρεις αριστερούς ψάλτες, ο δεξιότερος. Δεν ένιωθε καλά γιατί ήξερε ότι αυτός ήταν η αιτία για την κακοδαιμονία του κύριου Αριστείδη. Έτσι αποφάσισε να τον αναζητήσει στη ΔΕΗ.

Κατά τις 5μμ, τ’ απόγευμα, ο Ξενοφών, χτύπησε τη πόρτα του χώρου με τους διακόπτες όπου εργαζόταν ο καθ’ ού. Ο κύριος Αριστείδης τον υποδέχτηκε ευγενικά, όπως και την προηγούμενη φορά και τον τράταρε ελληνικό καφεδάκι. Φοντάν δεν υπήρχαν. Καταναλώθηκαν στο μεταξύ για να γλυκάνουν τη μεγάλη πίκρα του, χωρίς όμως να καταφέρουν να απομακρύνουν αυτό το μικρό κατιτίς που τον γρατζουνούσε τα σωθικά και δεν ήταν από ψάρι.

Στο μεταξύ στην πλατεία έφτασε η Μπάντα με τα χάλκινα, άναψαν τα λαμπιόνια και τη μικροφωνική και όλοι έκαναν ησυχία καθώς ξεκίνησε το σάουντ – τσεκ. Η ώρα ήταν 6 και 20 μμ. όταν έπεσε το ηλεκτρικό. Για δευτερόλεπτα μεσολάβησε μια ησυχία και μετά άρχισαν όλοι να φωνάζουν και να τρέχουν δεξιά – αριστερά να βρουν τι φταίει. Πανηγύρι χωρίς ηλεκτρικό δεν γίνεται κι ο κοινοτάρχης έβριζε  μια τον ηλεκτρολόγο που δεν έβρισκε τη βλάβη και μια τον γραμματέα που δεν πλήρωσε το λογαριασμό ηλεκτρικού της κοινότητας στη ΔΕΗ. Και οι δυο ορκίζονταν, σε ιερά και όσια, ότι δεν φταίνε αυτοί. Μάλιστα ο ηλεκτρολόγος πρότεινε να μεταφέρουν στην πλατεία τη γεννήτρια που έχουν για τα ποτίσματα, που όμως δυστυχώς δεν είχε αρκετό πετρέλαιο, άσε που η φασαρία της ήταν τόσο μεγάλη που οι συγχωριανοί δεν θα χόρευαν στο ρυθμό  των ήχων της Μπάντας αλλά στο ρυθμό του σαματά της γεννήτριας.

Στη ΔΕΗ, οι Ξενοφών και κύριος Αριστείδης έπιναν τον καφέ τους αμήχανοι κι αμίλητοι γιατί κανείς από τους δυο δεν ήξερε πώς να ξεκινήσει την κουβέντα. Μες την νευρικότητα του ο Ξενοφών αναποδογύρισε τα φλιτζάνια του καφέ.

Η αμηχανία ήταν τόσο μεγάλη που δεν πρόσεξαν αμέσως ότι το κουμπί έγινε κόκκινο. Όταν το είδαν η ώρα ήταν 6 και 42 μμ. Αμέσως πετάχτηκε από την καρέκλα ο κύριος Αριστείδης και το πάτησε χωρίς δισταγμό. Για λίγο έμειναν κι οι δυο ακίνητοι κι επιφυλακτικοί – ίσως και λίγο φοβισμένοι – καθώς περίμεναν κάτι να γίνει, κάτι να κουνηθεί, κάτι να θορυβήσει, κάτι ν’ αλλάξει στην ατμόσφαιρα. Πέρασε έτσι ένα λεπτό και το μόνο που συνέβη ήταν το κουμπί που ξανάπρασίνισε.

–      Κυρ Αριστείδη τι έγινε τώρα;…..ρώτησε λίγο φοβισμένος ο Ξενοφών.

–      Πατήσαμε το κουμπί, απάντησε ο κύριος Αριστείδης με ύφος σαν να μην      το πίστευε.

–      Ναι καλά…αλλά εκτός απ’ αυτό, τι έγινε;… κάτι έγινε …θα γίνει κάτι;….

–      Που θες να ξέρω;.. Αφού το ξέρεις…πρώτη φορά έγινε κόκκινο…

–     Δηλ. δεν ξέρεις; ….

–     Τι θες να σου πω αγαπητέ Ξενοφών;…τι να σου πω;…ούτε κι εγώ δεν το πιστεύω;…..

Ξανακάθισαν στις καρέκλες τους σιωπηλοί κι ο Ξενοφών μη ξέροντας τι να κάνει κοίταξε το φλιτζάνι. Μια σκιά σα μια μεγάλη φωτιά είχε σχηματιστεί από τα κατακάθια του καφέ.

–        Ρε συ …. Άναψε κόκκινο, αναφώνησε ξαφνικά ο Ξενοφών σαν άλλος Αρχιμήδης.

–         Κυρ Αριστείδη τα λέμε, ευχαριστώ για το καφέ και…συγνώμη…είπε κι έφυγε σβέλτα  για το χωριό.

Ποτέ, κανείς απ’ τους ντόπιους, δεν έκανε σε μικρότερο χρόνο την διαδρομή ΔΕΗ – χωριό. Ο Ξενοφών έτρεξε πιο γρήγορα κι από  τον Φειδιππίδη, και με το που έφτασε στη πλατεία έπεσε πάνω στον  Παπά.

–         Τι τρέχεις έτσι τέκνον Ξενοφώντα;, του λέει φωναχτά ο παπάς, γιατί στο μεταξύ αποκαταστάθηκε το ρεύμα και γινόταν χαλασμός.

–         Πάτερ τι να στα λέω…απάντησε, στον ίδιο τόνο, αυτός

–         Το κουμπί έγινε κόκκινο και το πάτησε….

–         Τι λες ρε Ξενοφών: πετάχτηκε ο γουναράς που στο μεταξύ πλησίασε κι αυτός όπως κι άλλοι.

–         Ο κύριος Αριστείδης σας λέω…ήμουνα στη ΔΕΗ…έφτιαξε καφέ και το κουμπί έγινε κόκκινο.

–         Πότε έγινε αυτό ρε Ξενοφών, ρώτησε πάλι ο γουναράς.

–         Δεν είδαμε πότε άναψε…αλλά όταν το πάτησε ήταν 6 και 30μμ περασμένες.

–         Έξι και 30μμ περασμένες, ρώτησε ο δάσκαλος σκεπτικός.
–         Ρε Ξενοφών είσαι σίγουρος; επανέλαβε.

–         Σίγουρος σου λέω…και βέβαια είμαι σίγουρος…ήμουν εκεί…., καταλαβαίνεις;
Ναι, ο δάσκαλος προσπαθούσε να καταλάβει. Το γεγονός αυτό είχε το μέγεθος μιας φιλοσοφικής σπαζοκεφαλιάς, σαν να επρόκειτο για την τάξη του σύμπαντος, ένα είδος ισορροπίας στο οποίο στηρίζονται θεατρικά δράματα, διατυπωμένο απλά αλλ’ απροσδόκητα στο πλαίσιο ενός αλλιώτικου, κατά τα άλλα, απογεύματος.

Κατά τις 8μμ ο κύριος Αριστείδης έφυγε από τη ΔΕΗ για να γυρίσει στο χωριό. Ήξερε ότι θα περνούσε μια δύσκολη νύχτα, γιατί θα καθόταν σπίτι αλλά θα ήταν αδύνατο να κοιμηθεί μ’ όλο αυτό το θόρυβο και τις μουσικές από το πανηγύρι. Σκεφτότανε λοιπόν πώς να το παρακάμψει, αν κι από περιέργεια θα ήθελε να δει τι γίνεται, έστω κι από μακριά. Όταν όμως έμπαινε στο χωριό δεν άκουσε μουσικές και ήχους πανηγυριού. Επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Πήγε προς την πλατεία δυσπιστώντας. Ήτανε στολισμένη αλλά έρημη, τα κάρβουνα στις ψησταριές αναμμένα, αλλά τα λαμπιόνια σβηστά. Και η πλατεία άδεια σαν όλοι οι κάτοικοι να έφυγαν ξαφνικά. Απ’ το μυαλό του πέρασαν σκηνές με αλλόκοσμα αερόπλοια που απαγάγουν γήινους. Κοντοστάθηκε στο έμπα της πλατείας. Τσιμπήθηκε να δει αν είναι ξύπνιος. Τι διάολο… Τώρα τελευταία όλο πρωτόγνωρα γεγονότα στη ζωή του. Ξεθάρρεψε και βάλθηκε να τη διασχίσει. Με το που έκανε μερικά βήματα άναψαν τα λαμπιόνια και η πλατεία φωταγωγήθηκε. Μουσικές άρχισαν απ΄τα χάλκινα και όλο το χωριό έπεσε επάνω του. Τον σήκωσαν στα χέρια κι υστέρα τον απίθωσαν πρώτο τραπέζι πίστα, δίπλα στον παπά, το δάσκαλο, τον αγροφύλακα και τη Γκίτσα τη γυναίκα του. Τον χτυπούσαν στη πλάτη, τον κερνούσαν και του έσφιγγαν το χέρι. Μόνο ο κοινοτάρχης ήτανε τσατισμένος. Τριγύριζε έξαλλος φωνάζοντας:

–         Συνωμοσία συγχωριανοί, συνωμοσία. Πλεκτάνη του κεφαλαίου. Τι σαχλαμάρες είναι αυτές με το κουμπί…Δεν γίνονται αυτά στην εποχή μας. Άκου πάτησε το κουμπί και ήρθε το ηλεκτρικό…Τι νομίζει η αντίδραση, ότι το κίνημα τρώγει κουτόχορτο;…

–         Ποιο το περίεργο; του λέει ο γουναράς.

–         Εδώ πατάνε το κουμπί και φεύγει για τη σελήνη το διαστημόπλοιο, πατάνε το κουμπί και πέφτει βόμβα στη Χιροσίμα….

–         Τι θες να πεις ρε βλάκα συναγωνιστή;…Ότι τη Κυριακή των εκλογών το κίνημα θα γίνει Χιροσίμα;…Διαγράφεσαι ρε μαλάκα…απολύεσαι από γραμματέας…κι από σύντροφος …..γδάρτη …ε.. γδάρτη.

Μπορεί κανείς να μην έβγαλε λόγο εκείνο το βράδυ, αλλά το γλέντι ήταν απερίγραπτο κι ο κύριος Αριστείδης έσερνε το χορό με την κυρία Γκίτσα από πίσω, και πιο πίσω το χορευτικό συγκρότημα.

Όταν  γύρισαν σπίτι το συζυγικό κρεβάτι τον περίμενε στρωμένο όπως και την πρώτη νύχτα του γάμου του.

Το γλέντι τελείωσε τα ξημερώματα αφήνοντας πίσω του βαριές απώλειες. Τουλάχιστον οι μισοί από τους κατοίκους θα ζούσαν την επόμενη εβδομάδα στον αστερισμό του πονοκέφαλου.

Και μη  τολμήσετε να με ρωτήσετε τι απ’ απέγινε το χορευτικό συγκρότημα.

Νίκος Γιαννόπουλος

Αθήνα 2011

Η ιστορία αυτή αφιερώνεται στον ταξιτζή Κώστα Τεφτίκη, από τα Ασπρόγεια Φλωρίνης.

Σημ:  Η ιστορία αυτή σεναριοποιείται από τον Σκηνοθέτη – Παραγωγό, Γιάννη Βολιώτη

 

Οι φίλοι

Ο Βλαδίμηρος ήταν φίλος παιδικός με τον Κοσμά και την ημέρα της κηδείας του μας διάβασε τον πιο περίεργο επικήδειο που θα μπορούσε να διαβαστεί από φίλο…και όχι μόνο. Αν και για να λέμε την αλήθεια, αυτός ήταν που τον βρήκε νεκρό κι αυτός έπεισε τον παπά να τον θάψει, γιατί ο παπάς είχε κι αυτός τις αντιρρήσεις του. Όλα όμως έχουν μια τιμή, ακόμα και ο τρόπος που ερμηνεύει κάνεις τις γραφές. Έτσι μετά την επικήδεια ακολουθία ο Βλαδίμηρος αφού έβαλε δυο κέρματα ένα σε κάθε ένα από τα κλειστά μάτια του Κοσμά, για τον βαρκάρη που θα τον περνούσε απέναντι, ξεδίπλωσε μια Α4 σελίδα και άρχισε να διαβάζει αργά.

«Όταν  πέθανε ήταν δυόμισι πόντους πιο κοντός.
Μπορεί να γεννήθηκε σαράντα δυο πόντους αλλά στα δέκα εννέα του ήταν κιόλας ένα & ογδόντα ένα.
Από την εφηβεία του υποσχέθηκε στον εαυτό του να μην επιτρέψει να τον καταβάλουν τα γηρατειά και οι ασθένειες. Έτσι θεώρησε ότι έφτασε η κατάλληλη στιγμή, για την ακρίβεια πριν δυο περίπου μέρες, για να βάλει ένα οριστικό τέλος στην ζωή του. Μόλις συμπλήρωσε τα πενήντα πέντε, ήταν η μέρα των γενεθλίων του, και ήταν βασικά καλά στην υγειά του, τουλάχιστον αν τον έβλεπε κανείς ούτε που θα του περνούσε από το μυαλό ότι μπορεί να υπέφερε από κάτι. Με ένα περίεργο τρόπο, όπως πάντα έλεγε, αισθάνθηκε ότι αυτή η στιγμή ήταν η πιο κατάλληλη για να αφήσει πίσω του μια καλή εικόνα, όσο καλή μπορεί να είναι ένας εαυτός κατά τριάντα κιλά υπέρβαρος, με τα μισά μαλλιά να λείπουν και δυόμισι πόντους πιο κοντός.
Κανονικά θα πέθαινε δυο μήνες νωρίτερα αλλά έπρεπε να κάνει μια έρευνα για να σιγουρέψει τα πράγματα και κυρίως να αποφασίσει αν πρέπει να φανεί σαν ατύχημα η όχι. Όχι ότι θάκανε κάποια διαφορά στο αποτέλεσμα αλλά αυτοί που μένουν πίσω μάλλον δυσκολεύονται να κατανοήσουν ένα θάνατο που δεν οφείλεται σε ατύχημα., η άλλα φυσικά αίτια όπως οι ασθένειες κι άλλες αηδίες τις οποίες αποφάσισε να μην υποστεί.
Από την άλλη η αυτοκτονία παραπέμπει στην καλύτερη, αν και συνηθέστερη, περίπτωση σε άτομα που δεν είναι καλά στα μυαλά τους και στην χειρότερη, σε άτομα με άκρατο εγωισμό η επονείδιστη δειλία. Αλλά ας μην επεκταθούμε άλλο επ΄αυτου. Αποφάσισε να αυτοκτονήσει διακριτικά, όχι δηλ. με αίματα και άλλου τύπου αγριάδες. Το πιο αξιοσημείωτο είναι, ότι απ΄όλα και όλους που άφηνε πίσω του, το μόνο που τον απασχολούσε το λίγο χρόνο που είχε στην διάθεση του μέχρι να ξεψυχήσει ήταν το ότι άφηνε τον κόσμο αυτό κατά δυόμισι πόντους πιο κοντός, κι αυτό σήμαινε πολύ απλά ότι έφευγε αργοπορημένος, και δεν εννοεί τους δυο μήνες προετοιμασίας, αλλά ότι δεν ήταν στην ακμή του παρά στην κατηφόρα, έτσι ονόμαζε την παρακμή,  τα γηρατειά, που τόσο πολύ ήθελε να αποφύγει.»

Μείναμε άφωνοι, γιατί αντιληφτήκαμε ότι το κείμενο ήταν του μακαρίτη. Αλλά γιατί άραγε σε τρίτο πρόσωπο;
Έγινε η ταφή, γευματίσαμε με ψάρι όπως αρμόζει σ΄αυτές τις περιστάσεις, θυμηθήκαμε τα παλιά, – ήμασταν φίλοι απ΄το γυμνάσιο- γελάσαμε και όταν όλα πια τέλειωσαν συμφωνήσαμε να μετρηθούμε σ΄ένα φαρμακείο. Στο δρόμο αλλάξαμε γνώμη. Κατά βάθος κανείς μας – ήμασταν τέσσερεις και σχετικά συνομήλικοι – δεν ήθελε να ξέρει πόσο πιο κοντούς θα μας έβρισκε ο θάνατος.
Το ξημέρωμα μας βρήκε ξαπλωμένους στην παραλία να γελάμε ακόμα μ΄αυτό το ‘’ Όταν  πέθανε ήταν δυόμισι πόντους πιο κοντός..’’
– Το κρατούσε σφιχτά στο χέρι του το σημείωμα όταν τον βρήκα……είπε ο Βλαδίμηρος.
– Το έγραψε σε τρίτο πρόσωπο γιατί μάλλον δεν πίστευε οτι είναι αυτός…….
Μαζέψαμε τα τσαλακωμένα σακάκια μας, αγκαλιαστήκαμεκαι χωρίσαμε. Δεν είπαμε πότε θα ξαναβρεθούμε, αν και κατά μια έννοια δεν θα περνούσε πολύς καιρός. Ο Κοσμάς έφερε τον θάνατο στην αυλή μας.

Νίκος Γιαννόπουλος
Αθήνα
19/4/2010