All posts by st010101

ο κυρ- Δήμος ο μπεκρής και ο δικός μας

έτοιμοι να τον ανασύρουμε από την καρβουνιασμένη του κάψουλα
στο χωράφι του ο κυρ-Δήμος ο μπεκρής
παρέδιδε ένα ακόμη μάθημα τοπογραφίας στο μεγάλο του υιό, χέρι- χέρι
«δυο βήματα μπρος, τρία αργά αριστερά, τέσσερα γρήγορα όπου το νιώθεις» κ.ο.κ.
στο χωράφι του κυρ- Δήμου, εκεί προσγειώθηκε ο δικός μας, μάλλον επίτηδες
τον είχαμε δοκιμάσει εφτά χρόνια πάνω να κρέμεται, να κάνει θαύματα
«όλα είναι δικά σου και αν στα ζητήσουν πίσω πιες τα στην υγειά σου» επαναλάμβανε ο κυρ- Δήμος και η επανάληψη μεγάλωνε τον μεγάλο του υιό

ο δικός μας προσπέρασε με το φορείο γιατρούς, αντιστράτηγους, πράκτορες
κυβερνητικούς, δημοσιογράφους και τις καλύτερες πόρνες μας και
ζήτησε να τον πάνε αμέσως να γνωρίσει από κοντά τον κυρ- Δήμο τον μπεκρή
που συνέχιζε να παραδίδει το μάθημα τοπογραφίας στο μεγάλο του υιό, χέρι- χέρι
στο χωράφι του, όπου και προσγειώθηκε ο δικός μας, μάλλον επίτηδες
θέλουν τόση πολλή αγάπη οι αστροναύτες μας

εταιρεία διάσωσης βασιλισσών

Αν η βασίλισσα είχε βάλει λίγο νωρίτερα τα κλάματα ίσως το σώζαμε το αριστερό της το πόδι. Αλλά είχε και κίνηση. Εγώ συνοδηγός. Κι εκείνο το καταραμένο φανάρι στο δρόμο μας, Ιερά Οδός με Κωνσταντινουπόλεως, ο Θεός να σε φυλάει από το κόκκινο εκεί. Έχει και μία καντίνα στο πλάι για τους ξενύχτηδες, καβαλήσαμε πεζοδρόμιο μέχρι να πρασινίσει ο Σταμάτης. Στο τρίτο σουβλάκι μας πλησίασε μια καλογερασμένη πουτάνα. Ήταν ποιητής. Έψαχνε έμπνευση. Έλεγε όχι στα ναρκωτικά και είχε να γράψει στίχο από τα δεκαοχτώ του. «Ο πούστης ο στρατός» έλεγε και ξανάλεγε, ενώ εγώ του άνοιγα την καρδιά μου, που χτυπάει μόνο για την πωλήτρια του Βερόπουλου της γειτονιάς μου.
Σε μια κοινή μας σιωπή η πουτάνα ποιητής έριξε μεταφυσικά δάκρυα διαρκείας. Πλημμύρησε η διασταύρωση, μπούκωσαν τα φρεάτια, πλάκωσαν οι πρώτες κάμερες, στο κατόπι και ο δήμαρχος. Είμαστε στον αέρα, δηλώσεις σε απευθείας σύνδεση με τηλεοπτικά στούντιο, φαράγγια ανάμεσα στα φρύδια, άλογα αγώνων στα μάτια, χαλίκια στο στόμα, αφροί ξυρίσματος στους γιακάδες. Ιώβ. Έσκυψα και χούφτωσα μια κατσαρίδα που λογομαχούσε με μια ιδέα χοιρινό στο τετράγωνο χώμα μπροστά μου, την έχωσα στην τσέπη μου. Η πουτάνα ποιητής ανασήκωσε τα πυρόξανθα μαλλιά του, ξέθαψε ένα μικρό ανεμιστηράκι και τού ’δωσε να φουρφουράει «διώχνει τα ταγκαλάκια» μου εκμυστηρεύτηκε «και το φάντασμα του Μπατσινίλα!».
Στον πύργο της η βασίλισσα σφάδαζε από τους πόνους. Το αιδοίο της αποξηραμένο δαμάσκηνο να χορτάσει μαμούθ, όπως ήδη θα ξέρετε. Στην καντίνα σώθηκε η μουστάρδα. Λιώσανε και τα κάρβουνα. Ο συνάδελφός μου «πάω για ύπνο, τουλάχιστον να σώσουμε τον βασιλιά» είπε και έφυγε. Σαλιγκάρι. Εγώ έμεινα, ανέκαθεν αντιβασιλικός, το ομολογώ. Τα σύννεφα από πάνω μας φτιάξανε το σχήμα του γύπα «κάποια σάρκα θα αποχωριστεί σάρκα της απόψε» προφήτεψα άθελά μου και ο ποιητής έριξε και άλλα δάκρυα. Ε! τότε πλακώσατε και ’σείς. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.
Τώρα που σας τα είπα όλα μπορώ να φταίω πιο λίγο;
Μπορώ να πάω σπίτι;
Μπορώ να ρίξω εδώ από κάτω τα μάτια μου να κοιμηθώ;
Μπορεί τουλάχιστον κάποιος να μου πει πόσο έληξε ο αγώνας ΠΑΟΚ- ΠΑΟΚ στο μπάσκετ; Στο ποδόσφαιρο ξέρω.
(σιωπή
αναστεναγμός μονός)
Τι ακούτε και ’σείς κάθε μέρα κυραστυνόμε μου!

(ΣυμεώνΤσακίρης)

αδικία IV

αν το μωρό δεν σκάσει στο κλάμα όταν το βαπτίζουνε
κανείς δεν θα χαμογελάσει
κανείς δεν θα νιώσει χρήσιμος
κανείς δεν θα φχαριστηθεί το γλύκισμα
και πάλι θα φταίει ο παπάς

(Συμεών Τσακίρης, από τη συλλογή «Τα χαρτοικίδια», Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2009)

η Χορτορίχτρα

είναι
βιοπορίζεται πουλώντας νυχτοπεταλούλουδα σε λαϊκές αγορές
και ανέκδοτα σε εταιρείες παραγωγής τηλεοπτικών προϊόντων
πρώην χορεύτρια κοιλιάς σε κεμπάπ μπαρ του Βερολίνου
πρώην Μήδεια
πρώην κάκτος
η Χορτορίχτρα είναι η ευτυχία με άπειρες γκαρνταρόμπες
όταν κυκλοφορεί στους δρόμους η Χορτορίχτρα
τα λεωφορεία κλάνουν λιλά κουνέλια
οι ταμπέλες κλαίνε μέχρι λευκάνσεως
οι ουρανοξύστες κλίνουν το γόνυ
η Χορτορίχτρα είναι το αλφάβητο πριν την εφεύρεση της πέτρας
κουβεντιάζει με τσίχλες και μοναχούς του Αγίου Όρους με τις ώρες
κατουράει στα σπίτια των φίλων της και οι φίλοι της κερδίζουν το λόττο
πίνει πολλή μπύρα, μόνο μπύρα, κάνει θαύματα
και μου ’χει κλέψει την καρδιά
όταν με αγγίζει η Χορτορίχτρα
γίνομαι η Χορτορίχτρα
η ευτυχία με τις άπειρες γκαρνταρόμπες
το αλφάβητο πριν την εφεύρεση της πέτρας
λέω συνέχεια σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ
και από το απέναντι τραπεζάκι ο Καβάφης μας χειροκροτεί

(Συμεών Τσακίρης)

όταν ο καύσωνας έκανε πρωταθλητισμό

ένα μεσημέρι με καύσωνα στην πόλη, έκανα ασκήσεις αναπνοής σε στάση λεοφωρείων επί της Ασκληπιού. και τίποτα δεν περνούσε. για πολλή ώρα. τελικά πέρασε η Έλενα Ισιντμπάγεβα, η Ρωσίδα πρωταθλήτρια του άλματος επί κοντώ και έκατσε το χαμόγελό της δίπλα μου. εγώ είχα κάτσει πάνω σε μασημένη big bubble φράουλα. με κοίταξε με εκείνα τα μάτια, που όσοι άντρες την έχετε δει σε κάτι κοντινά πλάνα που της κάνουν οι τηλεσκηνοθέτες στίβου μάλλον με νιώθετε. πήγα να κάνω ότι βήχω, να βάλω τα δάχτυλα μου μπροστά στο στόμα, να υγράνω το ένα το πολύ συγκεκριμένο, να τραβήξω και να καταπιώ όσο πιο διακριτικά γινότανε τη βέρα μου. πουθενά βήχας. μόνο ένα μοναστηριακό κάπα κατάφερα να φτύσω από τη σπλήνα μου βαθιά και αυτό θεόξερο. υποβρύχια μούγκα και εξωγήινη παράλυση. να μη σας τα πολυλογώ, κάποια στιγμή στάθηκε όρθια μπροστά μου και με μειδίαμα άρχισε να βγάζει τα ρούχα της ένα ένα. έβγαλα την καρδιά μου πίσω από τα κόκαλα να της την προσφέρω. είχε ήδη πετάξει το σουτιέν και ετοιμαζότανε να κατεβάσει και το σλιπάκι της, όταν ήρθε το λεωφορείο μου. όρμηξα μέσα, όχι δίχως δεύτερη σκέψη. στρίβοντας στη λεωφόρο Αλεξάντρας με πήρανε τα κλάματα και με αφήσανε στην είσοδο της πολυκατοικίας μας. όταν αργά το βράδυ με ρώτησε η γυναίκα μου γιατί είμαι τόσο σιωπηλός απόψε, της είπα όλη την αλήθεια. με αγριοκοίταξε όπως ποτέ άλλοτε. την άλλη μέρα κάλεσε ηλεκτρολόγο. η γυναίκα μου είναι εναντίον των κλιματιστικών. χρόνια τώρα.

μες στα σαγόνια της

Ο σατανάς εκείνη τη μέρα αποφάσισε να μας επισκεφτεί με το σώμα και τη φωνή ενός ταξιτζή. Γάμα τα ρέστα. Βάλε όπερα στο τέρμα. Κάτι που να κλαίει. Μπήκαμε σπίτι. Μπήκε και η αλυσίδα ασφαλείας. Αυτό το καλοκαίρι είναι το φθινόπωρο που όλοι βιαζόμασταν να συναντήσουμε. Βγάλαμε στον ίδιο καθρέφτη τους φακούς επαφής μας. Ωραίο βρακί φοράς απόψε! Δεν έπιασε. Αδυνάτισες; Ούτε αυτό. Πότισα όλα τα λουλούδια. Έφαγε όλη τη σαλάτα που είχαμε στο ψυγείο. Πριν πέσουμε για ύπνο της είπα σ’ αγαπώ. Μου είπε τίποτα. Κι όμως, είχαμε περάσει μερικές πολλή επικοινωνιακές ώρες πριν στην πόλη έξω. Να θυμηθώ την επόμενη φορά να της πω να επιστρέψουμε με τα πόδια σπίτι. Μου έχει λείψει τόσο να ακούω την καρδιά του μαρουλιού να σπάει μες στα σαγόνια της.

η καλύτερη ιστορία

Βεβαίως και έβρεχε. Μετά μου ’ρθε η εικόνα μιας στρυφνής στρουθοκαμήλου. Δεν της αντιστάθηκα. Στην τελευταία διακοπή ρεύματος, που με βρήκε πάλι μέσα στον ανελκυστήρα είδα τέσσερα ολόκληρα όνειρα. Νοίκιασα και πενήντα εφτά τετραγωνικά και μένω μόνος και έχω και μισθό. Θέλω να πω βελτιώνομαι. Και γαμάω και συχνά. Έρχονται εδώ και δεν με πειράζει αν μείνουν τη νύχτα. Έχουν κόψει τα πολλά λόγια. Παίρνω άνετα τριάντα κάμψεις. Και πήρα και γάτα, τη λέω Λολίτα, είναι λευκή με γαλάζια μάτια, όχι ολόλευκη, ενενήντα πέντε τοις εκατό λευκή. Και την πάω και στον κτηνίατρο. Έχω βεράντα πεντέμισι επί δύο και πήρα και γιασεμιά και πανσέδες και κακτάκια και αμμουδιά για τις βιολογικές ανάγκες της Λολίτας. Και σταμάτησε να χέζει πάνω στις κουβέρτες, την πυτζάμα μου και εμένα. Έμαθα να κάνω τρουφάκια, πάστα φλόρα, κέικ σοκολάτα, κοτόπουλο βρασμένο σε μπύρα, μοσχαρίσιες σβησμένες σε κρασί και πειραματίζομαι με λαχανικά και μπαχαρικά. Πλένοντας πιάτα οραματίζομαι τον κατακλυσμό του Νώε και χαμογελάω. Έβαλα και σταθερό τηλέφωνο και πήρα και ηλεκτρονικό υπολογιστή και μπαίνω και στο διαδίκτυο από τον καναπέ μου και μου τηλεφωνούνε οι καινούριοι μου φίλοι και απαντάω και κοιτάω στον χάρτη της πόλης και πάω και τους βρίσκω εκεί που μου λένε ότι είναι και περνάμε μερικές τέλειες ώρες μαζί και τις προάλλες στο μπαρ γνώρισα και τον Βοναπάρτη και μου ’πε ιστορίες και γέλασα σαν να ’μουν και πάλι άεργος. Η καλύτερη ιστορία του ήταν αυτή που δεν έλεγε τίποτα.