All posts by thanosn

Μια διαδήλωση

          Ακούω, συχνά, ότι οι δρόμοι βουίζουν από συνθήματα. Κάποιοι μιλούν για συγκεντρώσεις παλλαϊκές, κραυγές ανατροπής, αντίστασης και συντριβής εκ θεμελίων. Ανοίγω τότε την τηλεόραση και αναμένω μέχρι το ξημέρωμα, ώσπου να τελειώσουν όλες οι επαναλήψεις. Το κλασσικό και το αληθινό δεν έχουν στις ‘μέρες μας καμία σχέση. Ό,τι μας περιβάλλει είναι εγγυημένο, αυθεντικό τεκμήριο επιβίωσης. Κάτω από το παράθυρό μου περνά η πορεία. Έχω τραβήξει τις κουρτίνες, γιατί τα πλακάτ και τα πανό μαυρίζουν τον ορίζοντα: γράμματα μαύρα και κόκκινα, λευκά πανιά, ένας θίασος που παρασταίνει την ταραγμένη θάλασσα, και τα ιστία τσακισμένα να φλέγονται και να καρβουνιάζουν. Παντού πλήθη, μεγάφωνα, βηματισμοί. Και λίγο αργότερα, σειρήνες, δακρυγόνα, ποδοβολητά. Κάποτε, νεότερος, αντίκρισα τα πρώτα συντρίμμια: ήταν σπασμένες προθήκες, σταχτιασμένα κτήρια, ματωμένα πεζοδρόμια, λειωμένα μυαλά. Κάποιοι πιστεύουν ότι η επανάσταση προϋποθέτει την εξέγερση. Κάποιοι στοχεύουν στην εξέγερση του πνεύματος, κάποιοι στης στιγμής, κάποιοι στης βολής. Δεν ζούμε σε εποχή ελευθερίας, και επομένως κάθε μας πράξη κινδυνεύει από τα δικά μας αντισώματα, που μας έχουν έντεχνα αναισθητοποιήσει. Συνηθίζω να αμφιβάλλω και να κρατώ απόσταση ασφαλείας, γιατί δεν είμαι μάρτυρας, κριτής ή δράστης. Συνηθίζω να εγκλωβίζομαι σε γυάλινα ενυδρεία, χωρίς οξυγόνο, χωρίς νερό, με μάτια ολόγυρά μου, με μόνο τα δικά μου πάντα τυφλά, φιλύποπτα. Οι δρόμοι αδειάζουν και γεμίζουν αδιάκοπα, αυτό δίνει ρυθμό στο μοιρολόγι, δεν υπάρχει αρχή και τέλος. Αν η ζωή θεωρείται αρχή και τέλος, δεν υπάρχει η ζωή. Κάθε διαδήλωση μού θυμίζει κηδεία, κάθε ‘μέρα θάβουμε περισσότερο τις ελπίδες μας. Κάθε ‘μέρα φωνάζουμε πιο γοερά, πιο τρομαγμένα, πιο νικημένα. Κρύβομαι πίσω απ’ τις κουρτίνες. Τι νόημα έχει να παρακολουθείς τη μοίρα, τις σκιές που γεννιούνται σαν λάκκοι του κορμιού τους. Καταγράφω μόνο ότι η γη εξακολουθεί να γυρίζει, είναι η μόνη γενικότητα στην οποία συμμετέχω.

Advertisements

Συνοδή Απόσταση

Αγκάλιασέ με πριν πάψουν οι πέτρες να κυλούν.
Πριν αρχίσουμε να αισθανόμαστε,
ας χαθούμε στο πέλαγος της σιωπής.
Με τα κουπιά μας να αγγίζουν τον πυθμένα
θα μένουμε ακλόνητοι, με τα ίδια ερωτηματικά.
στο ίδιο σκοτάδι χαράζει πάντα η αυγή.
Διανύουμε με τους καθρέφτες μας
τα κενά που διαπλάθουν τη φαντασία μας.
Έχουν τα δάχτυλά μου πριονιστεί,
για να μπορώ να ξεκουμπώνω την ανάσα σου.
Μου ζητάς να γυαλίσω την κορνίζα του σεντονιού σου.
με ποιο τρόπο θα ήθελα να είσαι για πάντα ξαπλωμένη.
Πριν δούμε τον χρόνο σαν προστασία,
αγκάλιασέ με…

Τι είναι αυτό που στεγνώνει στο παράθυρό μου,
τα πάντα παίρνουν την πορεία του τελειωμού.
Φωτογραφίζουμε, Φωτογραφίζουμε
και ξέρουμε πως κυκλώνουμε τη ζωή
σαν ξερονήσι στην άκρη του γιαλού.
Αγκάλιασέ με, Αγκάλιασέ με,
γιατί η ψυχή μου ξεφυλλίζεται πιο γρήγορα,
με τις πληγές της στάχτη στο καμίνι ενός άξονα.
Σφίξε με, Σφίξε με,
με τα μαλλιά μας να δέσουμε το καλοκαίρι.
Χωρίς άνοιξη, χωρίς φθινόπωρο, χωρίς χειμώνα,
χωρίς στεφάνια, χωρίς μνήμες, χωρίς πόνους.
Σφίξε στο λαιμό μου την αγκαλιά των δακρύων σου,
κι αν αρχίσω να ποθώ,
χαμήλωσε το βλέμμα σου.
με τη σκιερή λαγαράδα δεν θα χαθούμε στεγασμένοι.

Δώσε μου την αγκαλιά σου,
κι όλα μέσα μας θα γυρίζουν.
Δεν περιμένουμε να έλθει η Εποχή τής Πληροφόρησης…
Σ’ ακούω, και δεν δέχομαι τίποτα περισσότερο
από ’Σένα.

Απόψε

Απόψε οι άνθρωποι ξάπλωσαν στο ίδιο χρώμα,

στα ίδια νερά, με τα ίδια φωτισμένα ανοίγματα.

Άργησαν τα φτερά ν’ ανοίξουν και το χρώμα

σκούριασε,

κι ας περιμέναμε με τα χέρια στον ήλιο.

Τόσο συχνά μιλούσαμε με τον ουρανό

που κυρτώσαμε από τα μαυρισμένα χνώτα μας.

Δήμιοι γίναμε κι ας μη γνωρίζαμε παρά

ελάχιστα…

Ένα φως, δύο φτερά, τρεις μοίρες.

Κι εμείς να λάμπουμε σαν τα στεφάνια μιας

ανάστασης,

γιατί η θρυαλλίδα της Ανάνηψης δε λειώνει

στα στομάχια μας.

Κάποτε

Κάποτε,

με τα μάτια στραμμένα στον χρόνο,

εκεί που η φωτιά και η θάλασσα

εξημερώνουν τις επιφυλάξεις,

θελήσαμε να αντισταθούμε,

να κρατηθούμε ενάντια.

κύμα στο κύμα,

φωτιά στη φωτιά.

Μάταια πάλη,

χαμένη στη μνήμη.

Κανένας δεν νοιάζεται πια για μια υπόθεση,

τόσο χαμηλά στέκονται πια οι ήρωες.

Κάποτε,

τα συμβάντα δεν έτρεχαν,

μπορούσαν να επιθυμούν

και να ερωτεύονται,

να σταματούν από ανάγκη

και όχι από λάστιχο.

Κάποτε,

όταν ο πόνος ανέστρεφε τον κόσμο,

ακούσαμε το ρόδινο πετάρισμα μίας αυγής

και επιλέξαμε να γιγαντώσουμε το σθένος μας,

μακριά από νίκες κι από ήττες.

μόνοι αθώοι κι αβλαβείς,

μόνο να εκθέτουμε ψηλά κατάρτια

τα σπάργανα

από τα λευκά πανιά

των αδιεξόδων μας.