All posts by admin

Μάριος και Ουρανία

Δώστου συνέχεια πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, από την μια άκρη του εργαστηρίου στην άλλη, σταματημό δεν έχει. Τα χέρια στις τσέπες του φούτερ και σκυφτό το κεφάλι να κοιτάει το μωσαϊκό του υπογείου. Παρατήρησα και εγώ το μωσαϊκό στο σημείο που καθόμουν… Δεν είχα προσέξει ποτέ κάτω από την καρέκλα, ήταν όλο χτυπήματα σε διάφορα σημεία και μικρές λακουβίτσες, από το σιδερένιο πάγκο προφανώς, και η σκόνη.. η βρώμα.. είχε φωλιάσει σε μαύρα στίγματα μέσα τους οπότε και τα σφουγγαρίσματα που κάναμε με τη χλωρίνη ήταν ανώφελα, δεν θα καθάριζαν. Έπειτα από τούτη την ανακάλυψη, αναστέναξα…
Η απόγνωση για την κατάσταση του Μάριου άρχισε να με καταβάλει. Έστρεψα τη προσοχή σε αυτό που σκάλιζα πάνω στο πάγκο αλλά η άκρη του ματιού συνέχισε να καταγράφει την αδιάλειπτη κίνηση στο χώρο, χωρίς έλεος, πάνω- κάτω. Γύρισα ξανά προς το μέρος του και ανακάθισα.
Είπα
κάθε δεκαοχτώ βήματα χάνεις μια θερμίδα και δεν σου περισσεύουν

Δεν έδωσε σημασία, μπορεί να μην άκουσε καν. Τόσο ήταν τυλιγμένος σε ένα σύννεφο από σκέψεις ή με έγραφε στα παλιά του τα παπούτσια; Άναψα ένα τσιγάρο και είπα

θα στρώσεις το κώλο σου κάτω ή θα σηκωθώ και θα σε γαμήσω;

Πάλι δεν άκουσε αλλά καλύτερα γιατί είναι άκυρο να την πέφτω στα ίσα. Τις τελευταίες μέρες είναι ιδιαίτερα ευσυγκίνητος, μουτρωμένος, παρεξηγησιάρης.. Αυτή η τελευταία κρίση έχει σχέση με τις τύψεις για τη βούτα που έκανε στη μάνα του. Θα φτάσουμε να παίξουμε ξύλο στα καλά καθούμενα… Τα δικά μου καθούμενα γιατί αυτός είναι σε τρομερή ένταση, πάνω-κάτω…
Δεν ξέρω αν δερνόμασταν ποιο θα ‘ταν το αποτέλεσμα. Είναι ψηλός και κοκαλιάρης, ξερακιανός, με σγουρά μαλλιά και γεμάτος φυσική νευρικότητα. Ίσως για αυτό δεν παίρνει δράμι πάχος παρόλο που τρέφεται με σουβλάκια και προφιτερόλ ενώ έχει ένα μούτρο πνιγμένο σε αξύριστα μούσια και σημάδια στο δέρμα από σπυριά που σπάσανε άτσαλα στην εφηβεία. Άρα και πιο αποκρουστικός…Μάλλον θα έκανα ένα βήμα πίσω μόλις αγριευότανε αλλά αν του κατάφερνα μερικές γρήγορες δεν θα είχε τη δύναμη να αντέξει πολύ.

Στην κοσμοθεωρία μου σχεδόν πάντα μια γυναίκα είναι η αφορμή των δεινών αλλά σχεδόν ποτέ η πραγματική αιτία τους καθώς αυτή φωλιάζει κρυμμένη -όπως η βρώμα στο σπασμένο μωσαϊκό- στην παιδική ηλικία μα και σε τυχαία περιστατικά ζωής τα οποία για ακατανόητους λόγους έμμεσα επηρεάζουν μια προσωπικότητα και σκηνοθετούν τις κακοτοπιές στις οποίες αυτή μελλοντικά θα παγιδευτεί. Σε αυτή την περίπτωση το όνομα της αφορμής ήταν: Ουρανία.

Ο Μάριος έφτασε για τριακοστή όγδοη φορά στο πίσω μέρος του υπογείου και έμεινε ακίνητος για μερικά δευτερόλεπτα κοιτώντας τον τοίχο. Αυτό ήταν κάτι καινούργιο. Έπειτα πήρε φόρα και όρμησε στο μπάνιο. Άκουσα τη βρύση να τρέχει. Βγήκε, πήρε καρέκλα κι έκατσε πλάι μου. Είπε

Βγάλε το τάβλι να παίξουμε μια παρτίδα. Κωλώνεις; Τώρα που ζεστάθηκα και έχω όρεξη.

Όταν ήρθε εδώ να ζητήσει μεροκάματο ο Μάριος ήταν καλή εποχή. Δεν τη περιμέναμε τη δουλειά, εκείνη μας περίμενε. Ήμασταν εδώ εγώ και άλλα δυο παιδιά. Με το Μάριο μαζί δουλέψαμε τέσσερα άτομα ταυτόχρονα για κάμποσο καιρό. Μετά άρχισε να σπάει κάπως μέχρι να φτάσουμε κοντά στον πάτο. Είχα λογαριάσει καιρό να βάλω λουκέτο σε αυτό το ρημάδι αλλά δεν μπορούσα να του το πω. Πως να βάλω τα λόγια σε μια σωστή σειρά; Μα δεν έβγαιναν ούτε τα λειτουργικά έξοδα… Και ο Μάριος; Καλύτερα και από αδελφός. Αν έφευγε από εδώ όμως ήταν χαμένος με τα μυαλά που κουβαλούσε. Έπρεπε με ευθύνη να σκεφτώ το βάρος για την τύχη δύο ανθρώπων. Αν μπορούσε να γίνει διαφορετικά.. Αλλά το μόνο που έμενε ήταν να βρω τρόπο να του το ανακοινώσω.

Χτύπησε δυνατά τα πούλια της τελευταίας ζαριάς. Είπε

Καριόλες, θέλουν όλες σκότωμα!

Δάγκωσα τα χείλια, σταύρωσα τα χέρια πίσω στο σβέρκο κοιτάζοντας το ταβάνι προσπαθώντας να μη σκάσω στα γέλια. Μέσα στο βάρος που σήκωνε του άρεσε να ξεγλιστράει με την σκέψη ότι η Ουρανία τον παρέσυρε σε αυτή την τελευταία μαλακία.

Καμιά φορά λες τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα λογαριάζεις, άλλες φορές πάλι έρχονται όπως ακριβώς είναι υπολογισμένα. Από την μέρα που ο πατέρας του έπεσε από τη σκαλωσιά και δεν μπόρεσε ξανά να δουλέψει, κλείστηκε σε ένα καφενείο με το μαράζι αγκαλιά. Στις φλέβες του Θανάση άρχισε να τρέχει ανακατεμένο κονιάκ, ούζο και μπύρα ώσπου μια ωραία μέρα -μιά δεκαριά χρόνια μετά το ατύχημα- τους την έκανε για τα καλά και μείνανε τα δυο τους, μάνα και γιος. Κιμπάρης ο Θανάσης -σου λέει έγινα βάρος- ήταν και ανασφάλιστος, τι κάνω σε αυτή τη ζωή; Πλακώθηκε γερά μια περίοδο μέχρι που το αλκοόλ τον έσκασε. Ο Μάριος εκεί κοντά στα 15 άρχισε να ψάχνει για δουλειά όπου να ναι και η μάνα συνέχισε κανονικότατα να σφουγγαρίζει σκάλες. Ναι, μελό… αλλά έτσι ήρθανε τα πράγματα, πως να το κάνουμε; Ο Ολυμπιακός και τα ντραγκς μπήκαν γρήγορα από την κεντρική είσοδο της ζωής του και εκείνος μία έβριζε και μία παρακαλούσε την αξιοπρέπεια που την είχε πετάξει από το πίσω παράθυρο μήπως έτσι την πείσει να γυρίσει πίσω. Παράπονα.. Μολογημένα και ανομολόγητα..

Μα είναι από την καλή την ανθρώπινη πάστα που για κάθε μαλακία που έκανε, μετά στεναχωριότανε. Έτσι είναι… Καλοί και κακοί θα κάνουμε τα κερατιάτικα όταν θα ‘ρθει η ώρα αλλά τα μαύρα σκυλιά δεν σκάνε ποτέ. Οι άλλοι, στην συνομοταξία του Μάριου ξεχωρίζουνε γιατί μετανιώνουν και γεμίζουν τη ψυχή τους με ένα μαύρο στίγμα για κάθε μπαγαποντιά που κάνανε.
Γνώρισε την Ουρανία στο νεκροταφείο που είχε πάει με τη μάνα του για να ανάψει το καντήλι του Θανάση. Η Ουρανία δεν είχε πάει για κανέναν εκεί αλλά τότε γενικά χαλάρωνε στα νεκροταφεία τα απογεύματα λίγο πριν τελειώσει το επισκεπτήριο και ο κόσμος ήταν λιγοστός. Έπαιρνε καφέ στο πλαστικό και την άραζε σε όποιο μνήμα της έκανε κέφι. Κρατούσε συνήθως το βιβλίο του Ρεμπώ και τεντωνότανε μαχμουρλίδικα στα άσπρα νεκρικά μάρμαρα μιλώντας σε πουλάκια των δέντρων απαγγέλλοντας αλλόκοτους στίχους. Όχι δεν είναι μπάνικη γκόμενα η Ουρανία. Μιλήσανε τυχαία και εκείνη έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για αυτό το περιστατικό που θυμόταν ο Μάριος από τα παιδικά του χρόνια και έτσι κολλήσανε. Διαφορετικοί κόσμοι, ο ένας μεγαλωμένος στη θύρα 7 και η άλλη στα πατάρια των βιβλιοπωλείων. Αλλά η φούντα και μερικές ψυχαναλυτικές συζητήσεις ήταν συγκολλητικοί παράγοντες.

Σηκώθηκε και ξαναπήγε στο μπάνιο. Πήγα κάτι να πω μα το μετάνιωσα.

Έχει συνδέσει το εγκεφαλικό που έστειλε τη μάνα του στον Ευαγγελισμό με το ξαλάφρισμα που έκανε ο ίδιος στα φράγκα. Δεν το βλέπω έτσι και του το είπα προχτές πάνω στην κουβέντα. Ήτανε να το πάθει. Ήταν η ώρα της ας πούμε. Λίγα έχει περάσει; Η Φωτεινή έφυγε ξεριζωμένη από την Σμύρνη με την καυτή στάχτη να τσουρουφλίζει τις πατούσες, έφτασε στην Αθήνα με ένα βρακί και έβλεπε μια ολόκληρη ζωή να της τα φέρνει όλα τούμπα ο δαίμονας και ο χάρος. Τώρα στα τελειώματα με την σύνταξη και το βελονάκι έπεσε ανάσκελα επειδή κάνανε φτερά από το συρτάρι δυο τρία χιλιάρικα που φύλαγε για τα κοράκια και τους τραγόπαπες; Είδε ότι έλειπε το κομπόδεμα και της ήρθε το κακό; Δεν μπορεί αυτό να είναι σίγουρο.

Ξεκόλλα -τον σκούντηξα-

Κοίτα να τα μαζέψεις πάλι λίγα λίγα για να γίνει η έξοδος της γριούλας όταν είναι να γίνει, όπως θέλει εκείνη. Να πούμε για την μνήμη της Φωτεινής. Αλλιώς; Μπράβο που τα ξεκοκάλισες.

Δε μίλαγε, είχε βάλει τη μούρη κάτω και δε μίλαγε. Προχτές περνούσε τη φάση “δε μιλάω” και σήμερα “δε στρώνω κώλο πουθενά”. Τον έπιασα από το σβέρκο να του ανεβάσω το πρόσωπο που ήταν ένα με το πάτωμα. Τα μάτια κόκκινα και πρησμένα. Είχε ξεχειλίσει μέσα του ένα ποτάμι και τα έπαιρνε όλα αμπάριζα. Αναμνήσεις, γκόμενες, πιόματα, συναισθήματα, φάσεις, φίλους, αδέρφια. Να τι ήμασταν με το Μάριο, αδέρφια! Θα ήταν διαφορετικός μετά από την ιστορία αυτή, το ένιωθα. Μπορεί να ήταν και για καλό. “Να μην το φορτίσω με σοβαρές σκέψεις” σκέφτηκα. Του έριξα μια γερή κουτουλιά και είπα
Κωλόγαυροι! Με τη παράγκα θα το πάρεις το πρωτάθλημα πάλι φέτος, τσίπα δεν έχετε να αυτοκτονήσετε όλοι μέσα στο τηγάνι;

Εκείνος είπε

Να κοιτάξετε να φτιάξετε ομάδα για να έχουμε σοβαρό αντίπαλο και μετά μιλάς για την παράγκα.

Τραβιόντουσαν εδώ και κει. Σε ουζερί, καφετέριες, σινεμά, σε εκθέσεις στο πεδίο του Άρεως… Έλεγε ότι τον πρώτο καιρό η Ουρανία έδινε μεγάλη προσοχή όταν της μίλαγε για τον εαυτό του. Μερικές φορές αισθανόταν μαζί της σαν να ήταν στο μουρλογιατρό. Δεν του έκανε κακό. Πια παρέα θα μπορούσε να βλάψει τον Μάριο που μεγάλωσε στην ίδια γειτονιά με το Μπάμπη τον Χειρουργείο και το Νίκο τον Τρίχα; Πάντως, υπό κανονικές συνθήκες την Ουρανία δεν θα την πήγαινα μία… Το στιλ αυτό που κυκλοφορούσε με σημειώσεις του Χαϊντέγγερ για την ριζοσπαστικότητα της τέχνης το πέρασα κάποτε και από τότε όποτε έπεφτα πάνω του, 8 στις 10 ήταν για τύπους που απλά πουλάγανε ακριβή μόστρα.
Το περιστατικό από τα παιδικά χρόνια του Μάριου ήταν σε μια επίσκεψη στο παλιό Λούνα Πάρκ, στο Καλαμάκι. Αγοράσανε στο μικρό Μάριο μαλλί της γριάς που τρελαινότανε με δαύτο και εκείνος μόλις το πήρε στα χέρια πήγε καρφί στα βοτσαλάκια δίπλα στη θάλασσα και το πέταξε στο κύμα. Χριστό τον έκανε μέχρι το σπίτι η κυρά Φωτεινή να μάθει το γιατί αλλά μήτε εκείνος ήξερε την απάντηση! Σαν υπνωτισμένος το πέταξε μπλουμ και αυτό ήταν. Είχε να το λέει! Η Ουρανία μόλις το άκουσε έδειξε ενδαφέρον. Εγώ όταν το έμαθα πρώτη φορά έβαλα τα γέλια μα είμαι βέβαιος ότι κάποιο συμπαντικό χάσμα άνοιξε για μερικές στιγμές και σαν κάτι να χάραξε μέσα του για να κινηθεί με παραδοξότητα.
Ανέβηκε τα σκαλοπάτια προς την εξωτερική πόρτα και έμεινε στο πάνω σκαλί για λίγο. Κοιτούσε το δρόμο έξω και απλά χαιρόταν τις αχτίδες του ήλιου που ορμάγανε μεσημεριάτικα στο υπόγειο.

Ασυναίσθητα ήρθανε στο μυαλό μου εικόνες από το παρελθόν, όταν εδώ κάτω στο εργαστήριο ήμασταν πολλοί και δουλεύαμε με γέλια και βρισιές. Είχε τελειώσει μια ολόκληρη εποχή και έπρεπε να τα μαζεύουμε εμείς οι δυο τελευταίοι. Τις μηχανές θα τις έσπρωχνα για παλιοσίδερα. Ο Μάριος την τελευταία μέρα σαν οποιαδήποτε άλλη θα έπαιρνε το λεωφορείο για να γυρίσει σπίτι. Εγώ την επομένη με τη Λία και τα δίδυμα θα πηγαίναμε από νωρίς στο πάρκο.. Θα τον έπαιρνα και τηλέφωνο να δω πως περνάει…

Όλη αυτή η ανακατωσούρα με την καβάτζα της κυρά Φωτεινής έγινε γιατί είχανε φαγωθεί τα δυο τους να κλειστούνε το σαββατοκύριακο στη γκαρσονιέρα της Ουρανίας και να ρουφήξουνε όση κοκαΐνη μπορούσαν να ψωνίσουν. Τον είχα ρωτήσει σχετικά πριν μάθει για τη συγκοπή της μάνας του
Την ευχαριστήθηκες;

Είπε

Είναι άλλο πράγμα. Ένα βουνό να είχα τώρα, θα έπεφτα επάνω του.

Απάντησα στο τηλέφωνο βυθισμένος ακόμα στη μελαγχολία. Είχε δώσει και το νούμερο της δουλειάς στην κλινική.

Ναι, εγώ είμαι ο γιος της…

είπα χωρίς να σκεφτώ πως και γιατί. Το και το. Τελεία και παύλα.

Συλλυπητήρια.

Ευχαριστώ πολύ, να είστε καλά.

Τον κοίταξα πάλι. Έμενε ακίνητος εκεί να γεύεται το μερτικό του από τον ήλιο. Όπως τα είπα, έτσι; Είχε τελειώσει μια ολόκληρη εποχή εδώ κάτω. Ήταν ώρα να φεύγουμε.

Μητσάκος Ζαφ

Advertisements

Ανεπρόκοπος

Άκουσα τα βηματάκια της πάνω στη μεταλλική σκάλα. Αχ!

Την εξωτερική στριφτή σκάλα από την ταράτσα μέχρι εδώ κάτω στο ισόγειο με τη μικρή λουλουδιασμένη αυλή που έχω το προνόμιο να μένω. Είναι μεσημέρι και όλη η γειτονιά ησυχάζει.

Η γιαγιά η Φώτω στη διπλανή μονοκατοικία έπεσε για ύπνο και δεν διαολοστέλνει άλλο την ανύπαντρη μοναχοκόρη της. Αυτή η Μαργαρίτα έμεινε να τη φροντίζει γιατί είναι σχεδόν κατάκοιτη η Φώτω. Είναι και στριμμένη όμως από τα πολλά γεράματα και δε νιώθει ότι η Μαργαρίτα θυσίασε τη ζωή της να την νταντεύει ενώ θα μπορούσε να την είχε παρατήσει σε κάποιο ίδρυμα. Ώρες ώρες απορώ με την τόσο ευγενική καρδιά της Μαργαρίτας.

Ο Μαρξ του Ηλία απέναντι δε γαβγίζει, είναι ξαπλωμένος στη δροσιά και ρεμβάζει τον Αττικό ουρανό με γεμάτη την κοιλάρα από κοκκινιστό κοφτό μακαρόνι.

Ο Νίκος του Μουστάκη επιτέλους έκλεισε τον τροχό στο ξυλουργείο και ανέβηκε πάνω να φάει και να διαβάσει όλο το ρεπορτάζ στην αθλητική Ηχώ. Δεν διώχνει καμιά δουλειά μη και λείψει τίποτα στην οικογένεια. Από το πρωί μέχρι το βράδυ ετοιμάζει παραγγελίες με ντουλάπες, τραπέζια και βιβλιοθήκες. Μισοτιμής. Αλλά ο Παναθηναϊκός είναι θρησκεία…

Και η κυρία Σμαρώ χαμήλωσε στο ραδιόφωνο τις χαροκαμένες επιτυχίες του 50 γιατί πέρασε η ώρα.

Είναι της κοινής ησυχίας.

Η ζέστη γεννάει στο μέτωπο μικρές σταγόνες ιδρώτα και παρακαλώ από τα ανοίγματα στα ξύλινα παντζούρια λίγο σκονισμένο αεράκι για να γλυκάνει αυτές τις νωχελικές στιγμές.

Τα βηματάκια της κάνουν χαριτωμένα κλικα-κλικ πάνω στη σκάλα καθώς κατεβαίνει.
Η καρδιά μου κάνει φρου-φρου και έπειτα ένα φρου μακρόσυρτο. Άραγε τι φοράει;

Ακούγεται η φωνή της μάνας της. Της σπιτονοικοκυράς. Έκανε σήμερα κοτόπουλο στο φούρνο και έφερε κάτω μία φτερούγα και τέσσερις λεμονάτες πατάτες. Όλο γλύκα, σαν την κορούλα της. Είναι γενναιόδωρη αλλά απότομη μερικές φορές που διπλώνει το νοίκι και της λέω

περιμένω κάτι λεφτά σύντομα.

Της γυρίζει το μάτι και μετά λέω

Τι με αποπαίρνεις κυρία Σία; Αφού θα στα δώσω. Τι είμαι; Δε με ξέρεις; Κανένας τζαναμπέτης;

Χαμογελάει τότε συμπονετικά και φεύγοντας για την κουζίνα και τα κατσαρόλια της, μονολογεί χαριτωμένα

Ανεπρόκοπος είσαι βρε..

Όμως τώρα η φωνή της Σίας είναι σαν παραγγελία λοχαγού στην επιθεώρηση της Παρασκευής:

Για που το βαλες Άννα;

Τα βηματάκια της κάνουνε παύση.

Στο ψιλικατζίδικο, πάω να πάρω σταυρόλεξο. Τι θέλεις;

Που ξεπορτίζεις συνέχεια, αυτό θέλω. Αντί να…

Χάνεται η φωνή σαν τα ίχνη τιυ Μαρξ στο χωμάτινο δρόμο. Τα βηματάκια συνεχίζουν και ολοκληρώνουν στο τελευταίο σκαλί. Μετά στις πλάκες της αυλής, τσάκα τσάκα.. Πόσο κοντά μου είναι… Περνάει από το μπροστινό παράθυρο!

Πετάγομαι από το στρώμα. Αποτσίγαρα και στάχτες που αναπαύονταν σε ξέχειλα τασάκια, σηκώνονται στον αέρα.

Πάει προς το δρόμο, την ακούω. Στριμώχνω τη μούρη στις χαραμάδες από τα πατζούρια μπας και τη δω λιγάκι. Πραγματικά, μπαίνει στου Χάρη. Λείπει, δεν είναι μέσα ο ίδιος. Το κρατάει το μαγαζί ο πατέρας του Τετάρτες και Πέμπτες από το πρωί μέχρι το βράδυ γιατί εκείνος κάνει πρόβες με το μπάσο.

Έτσι συμφωνήσανε πατέρας και γιος για να ξελασκάρει το μυαλό του Χάρη από την ιστορία με τα ναρκωτικά. Είναι έξω τώρα με δύο χρόνια αναστολή. Οι δικηγόροι κόντεψαν να φάνε το μαγαζάκι με αυτή την υπόθεση. Είπε ότι μέσα έφαγε ξύλο. Ξύλο για πλάκα, για να περνάνε το καιρό τους οι αστυνομικοί. Έχει ένα σημάδι στη μύτη από κλωτσιά αλλά δεν το κυνήγησαν στο δικαστήριο για να είναι ουδέτεροι οι ασφαλίτες που πήγαν μάρτυρες. Θέλω να γράψω ένα στίχο γι’ αυτό αλλά δε μου βγαίνει καλά στο χαρτί.

Μπαίνει μέσα και διαλέγει περιοδικό, μετά πάει στο τηλέφωνο, ρίχνει κέρματα και τηλεφωνεί. Γιατί; Αφού στο σπίτι έχουν τηλέφωνο. Δεν θέλει φαίνεται να την ακούσει η Σία. Έχει γκόμενο, αυτό είναι…

Πως κάνω έτσι; Τι δηλαδή; Θα περίμενε η Άννα πότε θα αποφάσιζα να της πω να πάμε για καφέ;

Ρίχνω μια βουτιά και ξαπλώνομαι πάλι στο ξέστρωτο στρώμα. Τεντώνω το αυτί προς το ηχείο. Η βελόνα περνάει το κενό και ο Παύλος τώρα αλλάζει ρυθμό, γίνεται πιο rock.

Αλλά και η κυρία Σμαρώ δυναμώνει το σταθμό στο ραδιόφωνο. Ο Καζαντζίδης αρχίζει να κλαίει δυνατά για τη μάνα του σε κάποιο σταθμό του Μονάχου και μου αποσπάει τη προσοχή. Ήθελα να ήξερα πως αντέχει όλη μέρα να ακούει αυτή τη μιζέρια.

Επιστρέφει, μπαίνει στην αυλή.

Φοράει τζιν τελικά και ένα μπλουζάκι από πάνω. Θα έρθει η ώρα να παντρευτεί κάποιον τρίχα που θα της ψήσει το ψάρι στα χείλη και τότε θα ξεχάσει έρωτες και τα τοιαύτα. Τα κορίτσια νομίζουν ότι η ζωή είναι στρωμένη με λουλούδια αλλά κάποια στιγμή όλα παίρνουν το δρόμο τους.

Να, για παράδειγμα ο Νίκος του Μουστάκη. Δούλα την έχει καταντήσει τη γυναίκα του. Όλο στα γήπεδα γυρνάει και τα προπό και εκείνη μένει πίσω, να κρατάει το σπίτι. Ζωή είναι αυτή;

Ακούω που ξεφυλλίζει το περιοδικό καθώς περνά από την εξώπορτα…

Και μύγα βέβαια να πετάξει στην αυλή, εγώ την ακούω. Πόσες φορές έχω πει στη μάνα της ότι πρέπει να αλλαχθεί η εξώπορτα; Είναι παμπάλαια, από το καιρό των παππούδων τους. Οι πάνω δύο όροφοι έγιναν πριν δέκα χρόνια αλλά το ισόγειο που νοικιάζω εγώ, προϋπήρχε. Οι τοίχοι είναι γεμάτη υγρασία, όλα τρίζουν. Τα πατώματα, τα κουφώματα, τα παράθυρα… Και από θέρμανση; Το χειμώνα, η καρδιά μου το ξέρει. Αλλά η Σία θέλει το ενοίκιο στην ώρα του. Τι να πω;

Έχω μπροστά μου το «Αστερίξ και Νορμανδοί». Απλώνω το χέρι στο κομοδίνο, τραβάω το τετράδιο για να διαβάσω παλιά στιχάκια. Ένα δυο είναι καλά. Παίρνω το μπικ, τραβάω γραμμές, διορθώνω, αλλάζω τη σειρά των λέξεων, σημειώνω μερικές ιδέες για να μην τις ξεχάσω και να τις ξαναπιάσω αργότερα…

Ανεβαίνει γρήγορα τη σκάλα, ίσως θέλει να ετοιμαστεί για να βγει.

Κολλάω ολόκληρος, κάνει πολύ ζέστη. Σηκώνομαι για ένα ποτήρι νερό στη κουζίνα και βγαίνω στην αυλή ψάχνοντας τη δροσιά ανάμεσα στις γλάστρες και την πρασινάδα του μικρού κήπου. Κάτω από την απλωμένη μπουγάδα της Σίας στοχάζομαι το νόημα της ύπαρξης και νιώθω μια ικανοποίηση για την πάρτη μου να κατακλύζει μέχρι τα νύχια των ποδιών.

Μετά θυμάμαι ότι το βιος μου όλο είναι ένα τσαλακωμένο κατοστάρικο στην κωλότσεπη. Δεν περιμένω άλλα λεφτά, μα θέλω να πιω ένα ποτό το βράδυ. Μυρίζουν σαπούνι τα ρούχα που στεγνώνουν γρήγορα κάτω από το δυνατό ήλιο και το νόημα της ύπαρξης επιστρέφει εκεί που το άφησα. Σουλατσάρω και σκέφτομαι δύσκολα νοήματα και φιλοσοφικούς γρίφους αλλά πατάω πάνω στις σκατούλες του Μαρξ!
Ο Μαρξ μπαινοβγαίνει ελεύθερα στο σπίτι από τη πόρτα της αυλής όποτε του γουστάρει. Το παλιόσκυλο εδώ έρχεται να ελαφρώσει. Αν είναι δυνατόν…

Δίπλα στη μονοκατοικία ακούω το καφέ να βράζει στο μπρίκι. Σε λίγο θα βγει η Μαργαρίτα στο μπαλκόνι της επάνω κρεβατοκάμαρας, να πιει το καφέ κάνοντας παρέα στη καρδερίνα της. Μωρέ, δεν έχω λίγο τούρκικο να κάνω και εγώ να τον απολαύσω. Ούτε δράμι. Κάτι φακελάκια νες καφέ απομείνανε και χαμομήλι που δεν το πίνω.

Ποιος το έφερε το χαμομήλι;

Νάτηνε. Έτσι όπως είναι η Μαργαρίτα πως να έβρισκε άντρα εδώ που τα λέμε. Ποιος να την πάρει; Τυχερά είναι αυτά θα μου πεις…

Ακούω θορύβους από το δωμάτιο της Άννας, πάω στοίχημα ότι αρχίζει να ετοιμάζεται για να βγει. Με τον τύπο που τηλεφωνηθήκανε θα έχει ραντεβού.

Σίγουρα.

Τι με νοιάζει εμένα;

Τα γκομενικά έχουν τα πάνω και τα κάτω τους από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος.

Αυτό το ξέρει καλά ο Χάρης. Ο ίδιος ο κολλητός του ήταν που τον κάρφωσε στους μπάτσους για τη καβάτζα που φύλαγε το πράμα. Στην αλάνα πίσω από το θερινό που δούλευε ο μπάρμπας του, εκεί το έκρυβε το πολύ. Ήρθε η μέρα που την έπεσε χύμα ο Χάρης στη γκόμενα του κολλητού και εκείνος αντέδρασε με αυτόν τον τρόπο. Καταδίνεις ποτέ το φίλο σου το καρδιακό στους μπάτσους;

Όχι.

Όμως Χάρη να πρόσεχες γιατί η φιλία είναι ιερό πράγμα. Δε τη βγάζεις στο σφυρί για μια γυναίκα. Αυτό που σκέφτομαι φέρνει ένα στίχο και πρέπει να μπω μέσα μήπως και το βγάλω στο χαρτί.

Από το δωμάτιο της Άννας παίζει στο πικάπ η εισαγωγή του sinner boy. Από τις πρώτες νότες το πιασα και τώρα όσο πάει το κομμάτι και αγριεύει. Ωραίο γούστο, μπράβο. Πάω κατευθείαν στο στρώμα και πιάνω το τετράδιο.

Ακούω τα βήματα της και πάλι στις σκάλες. Φεύγει από τώρα;

Χτυπάει η πόρτα. Σε μένα χτυπάει! Σηκώνομαι αμέσως, φοράω μια μπλούζα και φτιάχνω κάπως τα μαλλιά.

Γεια σου.

Γεια και σε σένα..

Τι κάνεις;

Τι να κάνω; Εδώ…

Μίλησα με μια φίλη στο τηλέφωνο πριν. Κανονίσαμε να αγοράσει εισιτήρια για τον Gallaher. Έρχεται στην Ελλάδα τον Σεπτέμβρη και θα κάνει συναυλία στη Νέα Φιλαδέλφεια, στο γήπεδο.

Τι λες; Σοβαρά;

Σοβαρά σου λέω! Σε ένα μήνα από τώρα. Θες να πάρει και για σένα, να πάμε μαζί;

Ναι αμέ, πως δεν θέλω!

Εντάξει. Μην πεις τίποτα στη μάνα μου. Καλύτερα να το μάθει τελευταία στιγμή γιατί θα με πρήξει. Τις φοβάται τις συναυλίες!

Ναι, τάφος.

Πιάνω το στιχάκι ξανά, μπας και βγάλω το ζουμί. Τώρα είναι λίγο πιο ανάλαφρο. Αυτή η γειτονιά μας.. Με κάνει άνω κάτω και πάλι από την αρχή..

Μητσάκος Ζαφ

Τελευταία έξοδος, Μιχαλακοπούλου

Μένω εδώ. Στη πολυκατοικία, στη Μιχαλακοπούλου. Μία γωνιακή πολυκατοικία που καταλαμβάνει το ένα τρίτο του οικοδομικού τετραγώνου, χτισμένη στο 1961 από κεφάλαια που μάζεψε ο πλοίαρχος Γρηγορίου από ταξίδια του στις ασιατικές θάλασσες. Σήμερα την συντηρούν τα εγγόνια του μακαρίτη Γρηγορίου που για χάρη του έβαλαν δίπλα στο ασανσέρ κάδρο με την ασπρόμαυρη φωτογραφία του. Ένα υπερυψωμένο ισόγειο και πέντε όροφοι ορθώνονται πάνω από το χώμα που δεν έχει αντικρίσει φως ήλιου για πενήντα χρόνια. Βλέπετε αυτή την ξύλινη εξώπορτα με τη λαδομπογιά που ξεφτίζει; Είναι η δική μας πόρτα που δεν αλλάχτηκε ποτέ. Το ξέρω καλά, από πρώτο χέρι. Η απέναντι -της οικογένειας Τσουράκη- είναι μόλις εικοσαετίας. Η δική μας έχει και αυτό το πέταλο για καλή τύχη και στρογγυλό ματάκι. Όλα είναι στη θέση που πρέπει και την κρατάνε με σχετική αξιοπρέπεια. Η μόνη εσωτερική αλλαγή που έκανα στα εκατόν πενήντα οχτώ τετραγωνικά μας από όταν πέθανε η μητέρα, είναι εδώ στο χολ όπου μετέφερα όλα τα περιοδικά του σπιτιού.

Κάποτε, πριν σταματήσω να βγαίνω από το σπίτι, συνάντησα έναν ναυτικό σε σύνταξη και μιλάγαμε στο πάρκο. Δεν γνώριζε καθόλου για το πλοίαρχο Γρηγορίου αλλά παραδέχτηκε ότι έκανε σωστά που έχτισε. Εκείνα τα χρόνια όσοι είχαν περισσευούμενα χρήματα και μυαλό στο κεφάλι, έχτιζαν πολυκατοικίες στην Αθήνα. Ξέρω πως την ημέρα των Χριστουγέννων ο γέρος πήγαινε στο ορφανοτροφείο της Κηφισιάς. Άφηνε στα παιδιά γλυκά, ευχές και χαρτζιλίκι για να το μοιραστούν. Πάσχα και Χριστούγεννα όλοι οι ενοικιαστές της Μιχαλακοπούλου παίρνανε με το ταχυδρομείο ευχετήρια κάρτα με κόκκινες καμπάνες και αυγά. Ο ναυτικός είπε να βρω ένα ραντιστήρι για να ψεκάζω τα παλιά περιοδικά με ροδόνερο ούτως ώστε μόλις στεγνώνουν να τα ξεφυλλίζω και να μου δίνουν μια υπέροχη αίσθηση. Αυτό κάνω με συνέπεια κάθε Σάββατο βράδυ στους στοιβαγμένους παλιούς Ταχυδρόμους, τα Μπούρντα της μητέρας, τους μικρούς σερίφηδες και τόσα, τόσα άλλα. Γυρνώντας στην ασπρόμαυρη τηλεόραση της κουζίνας αναζητώ πάντα την ίδια υπέροχη αίσθηση στο διάδρομο και τη σαλοτραπεζαρία αλλά μέχρι να φτάσω στην κινούμενη λάμψη, συνειδητοποιώ την αποτυχία μου και η αγωνία της επιβεβαίωσης όσο πάει μεγαλώνει. Όμως το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζω δεν είναι αυτό αλλά το αίμα που στάζει καθημερινώς κάτω από το κρεβάτι μου. Κάτω από το στρώμα, οι ξύλινες τάβλες ματώνουν.

Δεν είναι ότι δεν τη θέλω την εξέλιξη, δεν είναι ότι τεμπελιάζω. Γνωρίστηκα από το μπαλκόνι με τη κοπέλα που δουλεύει στο mini market και συνεννοηθήκαμε να μου διαλέγει, να μου ζυγίζει και να μου φέρνει στην είσοδο της πολυκατοικίας πατάτες, ντομάτες και κρεμμύδια για να μην τρώω συνέχεια κονσέρβες και αρρωστήσω. Πλένω τις ντομάτες, καθαρίζω τα κρεμμυδάκια και τις πατάτες και τα βράζω. Θυμάμαι τη μητέρα που όλο ασχολιόταν στο φούρνο της κουζίνας, έκανε παρέα με ανοικτές κατσαρόλες που ξερνάγανε παντού υδρατμούς. Γύρναγα από το Γυμνάσιο, πέταγα τη τσάντα στο διάδρομο και έτρεχα να δω τις ηλιαχτίδες που ορμούσαν από τη πόρτα της κουζίνας για να χαϊδέψουν τα κυματιστά της μαλλιά. Μίλαγε γλυκά, τραγουδιστά, τα λόγια της με ζέσταιναν αλλά έμενα πάντα σοβαρός-σοβαρός γιατί ήμουν ο πολύτιμος για εκείνη και όφειλα να κρατάω την αντίστοιχη θέση. Όταν κοίταγα προσεκτικά τα μάτια της -τη στιγμή που χάζευε έξω από την ανοιχτή πόρτα- διάβαζα ένα τέλος που ερχότανε, που το ένιωθε, που είχε συμφωνήσει μαζί του να κρατήσει με τη σειρά της μια αξιοπρεπή στάση απέναντι του.

Από τις Κυριακές ξεχωρίζω τα μεσημέρια. Μοιάζει η Μιχαλακοπούλου να περιμένει κάτι. Περισσότερος κόσμος από τις άλλες μέρες ανεβοκατεβαίνει στα πεζοδρόμια. Ίσως περιμένει ακόμα πιο πολλούς για να γιορτάσει μαζί με τα γκριζωπά της τσιμέντα την αργία της ημέρας. Κρέμομαι από τα κάγκελα και χαμογελάω στους περαστικούς χωρίς να με βλέπουν. Μόλις περνάνε συνεχίζοντας αδιάφοροι, κάνω εκφράσεις κατήφειας και απογοήτευσης που το δρόμο τους δεν τον σημάδεψα με κάτι δικό μου για πάντα. Μια στιγμή που την δημιούργησα εγώ και τους την χαρίζω για να γίνει δικιά μας. Συνεχίζω, συνεχίζω, έχω σύμμαχο μου τον καιρό, το χρόνο που κέρδισα, το χρόνο που ξόδεψα, που έρχεται, που με ακολουθεί με μικρά παιδικά βήματα βαστώντας εικόνες που αντίκρισα, άλλες που φαντάστηκα, αυτές που ζωγράφισα κλεισμένος εθελοντικά στο εσωτερικό της ψυχής. Εγώ ξέρω που είναι αυτή. Αιωρείται στο διάστημα ανάμεσα στο πουκάμισο και το ελαφρύ αδιάβροχο μπουφάν που βάζω κάθε φθινόπωρο. Τις άλλες εποχές του χρόνου φωλιάζει στο φωτιστικό της κρεβατοκάμαρας μαζί με τις αράχνες και την σκόνη που πολλαπλασιάζεται στο σπίτι. Περνάω από κάτω συχνά και την χαιρετάω καθώς περιμένει να πάρει τη καθιερωμένη θέση του φθινοπώρου. Άλλες φορές της λέω ψέματα ότι αυτή τη χρονιά θα πάμε ένα μακρινό ταξίδι σε τροπικό νησί. Να γυρνάμε ξυπόλυτοι σε μυστικές παραλίες που τα κύματα θα είναι χρυσά και οι ντόπιοι θα έρχονται να μας φέρνουν σε κανάτες γλυκό κρασί. Γελάει μαζί μου περιφρονητικά και συνεχίζει απτόητη την τραμπάλα της στο καλώδιο του ρεύματος.

Στο δωμάτιο μου, τα πράγματα δυσκολεύουν.
Κάνω τον αδιάφορο, λέω μήπως μόνης της η κατάσταση βρει μια διέξοδο να εκτονωθεί αλλά τίποτα δε βοηθάει, τίποτα προς το καλύτερο. Κάτω από το στρώμα, οι ξύλινες τάβλες ματώνουν. Το αίμα που στην αρχή περιορίζονταν κάτω από το κρεβάτι, τώρα αρχίζει να εξαπλώνεται προς τη ντουλάπα. Ξύπνησα τα χαράματα με ζαλάδα και πονοκέφαλο από αυτό το φρικτό όνειρο. Τώρα γύρω οι τοίχοι απομακρύνονται, φεύγουν μέχρι μακριά στο μαύρο ανέφελο διάστημα και έπειτα γυρνάνε με χίλια μίλια την ώρα, βάναυσα, για να με καταπλακώσουν. Το μαξιλάρι είναι μούσκεμα στον ιδρώτα, πρέπει να βρω παυσίπονα και ένα χαλαρό πρόγραμμα στο ραδιόφωνο. Πίσω στο όνειρο ακούγονται τρία χτυπήματα στη πόρτα, στέκομαι πλάι και περιμένω κρατώντας την αναπνοή. Σε τρία δευτερόλεπτα ο άγνωστος πετάει κάτω από τη πόρτα ένα φάκελο. Μετά ακούω βήματα στο διάδρομο και τις σκάλες της πολυκατοικίας. Παίρνω την αναπνοή, τον ανοίγω και βγάζω τρία άδεια επιστολόχαρτα. Μόνο στη τελευταία σελίδα γράφει με πεζούς χαρακτήρες «στάσου στο τέλος».

Μου θύμωνε κι όλας. Έπαιρνε αυστηρό ύφος πασχίζοντας να με βάλει σε μια σειρά με αγριάδες όταν διαολοστριβόλιζα. Πρέπει να είχε τη πεποίθηση ότι η ανατροφή των κουταβιών και των αγοριών έχουν κοινά σημεία. Δέκα ετών έγραψα το πρώτο μου ποίημα για την ελιά. Ελαιόδεντρο.. διατροφική αξία, μάζεμα της ελιάς, από το μόχθο των ανθρώπων στους ελαιώνες μέχρι το τραπέζι μας. Πρέπει να ήταν το κυριακάτικο τραπέζι μας συγκεκριμένα. Για τη παραδοσιακή διάσταση του θέματος.. Με ρώτησε ξανά και ξανά με έκδηλη συγκίνηση αν είναι δικό μου ή αν από κάπου το έχω αντιγράψει. Πως γίνεται να μην είχε εμπιστοσύνη στον μονάκριβο της;

Βγάζω από το μπαούλο το ρόλο που όλα πάνε μια χαρούλα και τον πάω βόλτα από εδώ και από κει ανάμεσα σε μπιμπελό, σφαγμένες πολυθρόνες, ξεθωριασμένες αναμνήσεις, σύντομες σημειώσεις, φωτογραφικά άλμπουμ και τόσα άλλα μικροπράγματα της καθημερινότητας. Πιάνω το τοίχο και οδηγούμαι στο υπνοδωμάτιο. Κάτω από το στρώμα, οι ξύλινες τάβλες ματώνουν. Επιστρέφω να δοκιμάσω το σκοινί μου. Αυτή τη φορά μοιάζει να αντέχει. Να σταθώ λίγο, να πάρω ακόμα μια αναπνοή και να συνεχίσω.

Μένω σε αυτή τη πολυκατοικία, στη Μιχαλακοπούλου. Μία γωνιακή πολυκατοικία χωρίς ακάλυπτο χώρο που καταλαμβάνει το ένα τρίτο του οικοδομικού τετραγώνου, χτισμένη στις αρχές του εξήντα με χρήματα που μάζεψε ο πλοίαρχος Γρηγορίου από τα ταξίδια του στις ασιατικές θάλασσες. Έχουμε φωταγωγό. Αεραγωγό. Βγαίνω εκεί από το παράθυρο του μπάνιου πατώντας στο καζανάκι, κρέμομαι ο μισός έξω και νιώθω τη φύση που αερίζει τους πνεύμονες αυτού του τσιμεντένιου όγκου. Απροσδιόριστοι ήχοι, τριξίματα σωλήνων, υγρασία, αποσύνθεση. Το σκοινί μου αντέχει, όλα εδώ μέσα κουράστηκαν να ζουν και με περιμένουν.

Μητσάκος Ζαφ