Category Archives: Ποίηση

Οι μετόπες της ζωής μας.

Σαν κοίταξα ξοπίσω μου
κι αυτά τα μόνα ίχνη των ποδιών μου χάθηκαν.
Μονομιάς σβήστηκαν από την άμμο
λες και στο σήμερα δεν ήρθα από το χθες.

Μπερδεύτηκαν οι αναμνήσεις
με τις επιθυμίες μας.
Μακρύς ο δρόμος
κι ο επιστάτης μας χτυπά με το κνούτο.
Πονούν οι σκέψεις,
διψούν, γυρεύουν, μα μάταια.

Οι μετόπες της ζωής μας λεηλατήθηκαν.
Τσακισμένη στα δύο η αλαβάστρινη φιάλη της καρδιάς.
Πώς να συλλέξω της δροσιάς τις στάλες!
Διαβάτης όλα αυτά τα χρόνια,
ξωμερίτης στο κεφαλόσκαλο σου.
Μα ακόμα ν’ αντικρίσω τα ίχνη σου
πάνω στο λευκό του μάρμαρο.

Advertisements

Danae

Τι το θες το ωραίο

άμα το άσχημο σου κάνει

Τι το θες το ναι

άμα το όχι,συνήθεια έχει γίνει

καιρός για αλλαγές είναι τώρα;

Δύσκολες ώρες.

____________________________________________

Έκβασις

Οι βλάκες δεν αναρωτιούνται

δεν προβληματίζονται

δεν θλίβονται

μπορεί

και να μην πεθαίνουν.

Οι βλάκες

ερωτεύονται.

___________________________________________

Χαράματα.

Σκέψεις αντίλαλοι

σε τοίχους βουνά,

γραφείο

σημειώσεις

μελέτη

και εσύ.

O τόπος της Ανατολής.

Με πόδια ξυπόλητα
πάνω σε πέτρες μυτερές κι αγκάθια.
Αργεί να ξημερώσει,
όσο κοιτώ τον ουρανό
μοιάζει η σελήνη να με περιγελά.
Βαστώ στα χέρια μου
ένα μπουκάλι αδειανό.
Πάει καιρός που περπατώ,
σαν θα χαράξει η Παρασκευή
εκεί θέλω να στέκω από τους πρώτους.
Νύχτα ολάκερη ανήσυχη μα και βουβή
από τη μέρα εκείνη που έκλαψα.
Πέρασε η ζωή ζητιανεύοντας τον ήλιο
μα η σελήνη πεισματικά αρνείται να δύσει.
Χτυπώ τις πόρτες των ανθρώπων
και παρακαλώ να στάξουν στο μπουκάλι μου
λίγη συμπόνια.
Βρίσκω και κρίνους στο δρόμο μου
και αυτοί φιλότιμα προσφέρουν τ’ άρωμα τους.
Και τριαντάφυλλα και βιολέτες βρίσκω,
οι πασχαλιές απλόχερα δακρύζουν στο μπουκάλι μου.
Κοντεύει να γεμίσει , αλλά και τ’ αρμυρήθια
του γιαλού από μακριά μου νεύουν.
Κοντοζυγώνω στης ανατολής τον τόπο.

Καμία επανάληψη

Μας έμαθαν στο σχολείο

πως

η ιστορία,επαναλαμβάνεται

μα

δεν

σε ξαναέχω στο κρεβάτι σου

δεν σε ξαναφίλησα

δεν σε ξανάγγιξα!

Ψεύδη!

Ψεύδη στο σχολείο

ψεύτικες ελπίδες και εγώ…

 

 

 

Των ματιών η ειλικρίνεια.

Κι’ αφού ύστερα σίγησαν τα όπλα
αντήχησαν οι ψαλμωδίες.
Ξέστηθες ψυχές στέκουν παλληκαρήσια
αντίκρυ σ’ αυτό που ονοματίζουμε αλήθεια.
Στα περάσματα φωλεύουν
θηρία αγριεμένα,
κι’ αυτά πιότερο σαστίζουν
σαν ακούσουν την ανθρώπινη λαλιά.
Βγήκα στο ξέφωτο, η ώρα τρέχει να ξεφύγει
μα ` γω μένω στάσιμος κι αμίλητος.
Κοιτώ σε κάθε σημείο του ορίζοντα,
σταυροκοπιέμαι και μονολογώ.
Το χώμα ξερό και διψασμένο από καιρό.
Η σκέψη μου παρασυρμένη
στης μοναξιάς την προσφυγιά.
Θαμμένα σώματα τριγύρω μου,
μνημούρια ιδεών και πεποιθήσεων που σκόνταψαν.
Ακούγονται οι ψαλμωδίες ακόμα
όσο ξεμακραίνω και η νύχτα πέφτει.
Ο φανοκόρος διώχτηκε από το πόστο του.
Η ανατολή γεννά το φώς κι αυτό φασκιώνει
των ματιών την ειλικρίνεια.