Των ματιών η ειλικρίνεια.

Κι’ αφού ύστερα σίγησαν τα όπλα
αντήχησαν οι ψαλμωδίες.
Ξέστηθες ψυχές στέκουν παλληκαρήσια
αντίκρυ σ’ αυτό που ονοματίζουμε αλήθεια.
Στα περάσματα φωλεύουν
θηρία αγριεμένα,
κι’ αυτά πιότερο σαστίζουν
σαν ακούσουν την ανθρώπινη λαλιά.
Βγήκα στο ξέφωτο, η ώρα τρέχει να ξεφύγει
μα ` γω μένω στάσιμος κι αμίλητος.
Κοιτώ σε κάθε σημείο του ορίζοντα,
σταυροκοπιέμαι και μονολογώ.
Το χώμα ξερό και διψασμένο από καιρό.
Η σκέψη μου παρασυρμένη
στης μοναξιάς την προσφυγιά.
Θαμμένα σώματα τριγύρω μου,
μνημούρια ιδεών και πεποιθήσεων που σκόνταψαν.
Ακούγονται οι ψαλμωδίες ακόμα
όσο ξεμακραίνω και η νύχτα πέφτει.
Ο φανοκόρος διώχτηκε από το πόστο του.
Η ανατολή γεννά το φώς κι αυτό φασκιώνει
των ματιών την ειλικρίνεια.

Advertisements

Μαύρα σύννεφα

Κοιμόμαστε με τον φόβο,

ξυπνάμε με την αγωνία

και στο ενδιάμεσο λέμε ότι ζούμε

μήπως και το πιστέψουμε

Μαζευόμαστε στη γωνιά μας

και τη ζωή όλο την αναβάλλουμε

 

Κι είναι κάτι στιγμές που η ψυχή μας

θέλει να ξεχυθεί στους δρόμους

και να ξαναδώσει νόημα στις λέξεις

μα πάντα κάτι την κρατάει

 

Ανασαίνουμε εγκλωβισμένοι σ’ έναν κόσμο

που οι άνθρωποι κοιτάζουν το κενό

και δεν γελούν ποτέ

Να τους φοβάστε αυτούς που δεν γελούν ποτέ

μπορεί η πίκρα τους μια μέρα να σας πνίξει

Μεσοβασιλεία.

Γέμισα ένα μπουκάλι σύννεφα.
Φυλάκισα τον ουρανό
και λίγο – λίγο θέλησα να τον απολαμβάνω.
Ελευθερία που οξειδώθηκε
απ’ τις βροχές οδοιπορώντας
στο κακοτράχαλο μονοπάτι.
Κηρύττουν για παμψυχισμό τριγύρω
μα μόνη η ψυχή μου στέκει.
Μισογεμάτο το μπουκάλι τώρα,
λιγοστεύει ο ουρανός που φύλαγα.
Στερήθηκα πολλά χρόνια.
Σαν πιώ δυο γουλιές γίνομαι
άγγελος που προβάλει στα όνειρα μου.
Νύχτες που ξηλώθηκαν,
ημέρες που υφάνθηκαν.
Δημεγέρτης, καταζητούμενος
από τις αρχές του άνυδρου αυτού τόπου.
Διψασμένα στόματα, χείλη στεγνά
που μεταλαμβάνουν από τα χέρια μου.
Κι ύστερα το μπουκάλι γεμίζει πάλι.

Νοητά παιχνίδια

Πλούσια στολισμένες βιτρίνες

εν αντιθέσει

με τα φτωχά μάτια

που τις κοιτούν.

Χριστούγεννα!

Πλαστικά παιχνίδια

που τα παιδάκια,τούτο το βράδυ δεν θα παίξουν

πλαστικά παιχνίδια,που δεν θα αγοραστούν ποτέ

φέτος.

Παρά μόνο νοητά,η ατμομηχανή θα κινηθεί

και θα οδεύσει προς ταξίδια μακρινά

ταξίδια  με μόνο προορισμό το όνειρο.

Πλαστικές συνειδήσεις.-

Ούριος άνεμος.

Ένα φύσημα γνώριμο
ταράζει το χαλκευμένο παρών.
Η ξυνωρίδα των αντιθέσεων
σκιάζεται και αφηνιάζει.
Ομοπάτριοι γιοί και θυγατέρες
φιλονικούν πάνω απ’ τις σωρούς.
Ορφάνεψε η Γνώση
απ’ το Καθήκον και την Αυτοδιάθεση.
Τώρα μοιράζονται τα υπάρχοντα τους.
Για μια στιγμή φάνηκε να νικά
η λησμονιά μα ο άνεμος έγινε ούριος
και άλλαξε η ρότα μας.

Βαλτωμένες συνειδήσεις

Βαλτωμένες συνειδήσεις

Το ξέρω.

Ναι,το ξέρω

κυλιόσουν σε τούτου τα στρώματα

πάλι.-

Σαν φίδι στην άμμο,
με τα γυμνά σου σκέλη,

σχημάτιζες στο πρωινό σεντόνι

την μορφή σου.

Γύμνια.

Εγκεφαλική γύμνια.

_____________________________

Αυπνίες

Λιωμένο κερί

νά ‘τανε το χέρι μου

πάνω στο δικό σου

διστακτικά,

να

κυλήσει,

τη μορφή του να πάρει.-

Να γίνουνε ένα.