Tag Archives: διήγημα

Η σιωπή των τοίχων

-Δεν θυμάμαι άλλο χειμώνα τόσο σκοτεινό.

-Μίλα πιο σιγά. Και οι τοίχοι έχουν αυτιά.

Ο παραπάνω διάλογος περιγράφει περιεκτικά το ζοφερό κλίμα που επικρατούσε στην πόλη. Ήταν ένας πολύ σκοτεινός χειμώνας και είχε προηγηθεί ένα ακόμη πιο σκοτεινό φθινόπωρο. Κι όμως, όταν ξεκίνησε αυτή η ιστορία λίγοι μπορούσαν να προβλέψουν την κατάληξη που θα είχε. Μια μέρα σαν όλες τις άλλες οι αρχές αποφάσισαν να βάψουν όλους τους τοίχους της πόλης. Αυτό το φαινομενικά ασήμαντο γεγονός ήταν η πρώτη πράξη του δράματος, για την ακρίβεια της τραγωδίας. Σύμφωνα με το σκεπτικό των αρμοδίων, ήταν ανεπίτρεπτο για μια σύγχρονη πρωτεύουσα οι τοίχοι των κτιρίων της να είναι βρώμικοι, γεμάτοι με αφίσες και συνθήματα. Το χρώμα που θα βάφονταν οι τοίχοι ήταν το λευκό. Το χρώμα της αγνότητας. Χιλιάδες εργάτες λοιπόν άρχισαν να δουλεύουν πυρετωδώς, με σκοπό να κάνουν τους τοίχους της πόλης, τους καθαρότερους του κόσμου. Απ’ τη στιγμή που τα συνεργεία τελείωσαν τη δουλειά τους, απαγορευόταν αυστηρά η ρύπανση των τοίχων. Απαγορευόταν επίσης να βάψει κάποιος πολίτης τους τοίχους του σπιτιού του σε άλλο χρώμα. Οποιοσδήποτε παραβίαζε τον νόμο αντιμετώπιζε τις συνέπειες και επιπλέον στιγματιζόταν ως αντικοινωνικό στοιχείο. “Ποιοι είστε εσείς που θέλετε να διαφέρετε;”, “Είστε πιο έξυπνοι απ’ τους άλλους;”, “Δεν είστε μέλη της κοινωνίας;”, ρωτούσαν οι εκπρόσωποι των αρχών.

Ύστερα οι αρχές προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα. Αποφάσισαν όλοι οι δρόμοι της πόλης να φωτίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας. Το σύνθημα που χρησιμοποιήθηκε για την προώθηση αυτού του νέου μέτρου ήταν: “Όλα στο φως”. Εκατοντάδες νέοι φανοστάτες τοποθετήθηκαν σε όλα τα σημεία της πόλης, ενώ επισκευάστηκαν όσοι ήταν ελαττωματικοί. Απ’ τη στιγμή που νύχτωνε όλη η πόλη ήταν λουσμένη στο φως. Κάποιοι διαμαρτύρονταν πως δεν μπορούσαν να κοιμηθούν, αλλά μετά τις νουθεσίες των αρχών σταμάτησαν τις διαμαρτυρίες τους και προσπάθησαν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Κάποιοι άλλοι πάλι παραπονέθηκαν ότι με τόσο φως, δεν μπορούσαν πια να δουν τα αστέρια. Αυτοί ήταν πολύ εύκολο να αντιμετωπιστούν. Απλώς λοιδωρήθηκαν ως αφελείς ρομαντικοί.

Το επόμενο μέτρο που εφάρμοσαν οι αρχές για να επικρατήσει η τάξη στην πόλη, ήταν η κατάργηση όλων των ονομάτων και η αντικατάστασή τους από αριθμούς. Έτσι πλέον όλοι οι δρόμοι και οι πλατείες σταμάτησαν να έχουν δυσνόητα ονόματα, την ιστορία των οποίων έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι αγνοούσαν, και απέκτησαν αριθμούς. Οι πολίτες έδιναν ραντεβού, για παράδειγμα, στην 36η πλατεία ή στην διασταύρωση της 44ης με την 77η οδό. Το ίδιο μέτρο, της αντικατάστασης δηλαδή των ονομάτων από αριθμούς, ίσχυσε και για τους ανθρώπους. Δεν υπήρχαν πλέον συνωνυμίες που δημιουργούσαν παρεξηγήσεις, ούτε οι γονείς πονοκεφάλιαζαν για να βρουν όνομα για το παιδί τους. Ο κάθε πολίτης είχε πια έναν αριθμό, ο οποίος ήταν μοναδικός και αντιστοιχούσε στο πρόσωπό του και μόνο, χωρίς να υπάρχουν περιθώρια για παρανοήσεις.

Αυτός ο νόμος βοηθούσε στην εφαρμογή του επόμενου, ο οποίος αφορούσε στην παρακολούθηση των πολιτών. Όλες οι κινήσεις παρακολουθούνταν και όλες οι συνομιλίες καταγράφονταν, με τη χρήση υπερσύγχρονων μηχανημάτων. Οι αρχές, για να μην υπάρξει παρερμηνεία του νόμου, διευκρίνιζαν ότι τα ατομικά δικαιώματα, που είναι κατάκτηση της δημοκρατίας, γίνονταν απόλυτα σεβαστά και ότι ο νόμος αφορούσε στην ασφάλεια της κοινωνίας. “Δημοκρατία έχουμε, τι έχετε να φοβηθείτε;” απαντούσαν οι αρχές σε όποιον έφερνε αντίρρηση και κατόπιν το όνομά του, ή μάλλον ο αριθμός του, σημειωνόταν στη λίστα με τους υπόπτους για τη διάπραξη αντικοινωνικών εγκλημάτων. Το κέντρο παρακολούθησης γέμιζε κάθε μέρα με αναφορές του τύπου: “Ο 11.422 μιλάει συνεχώς με ύποπτα υπονοούμενα”, “Η 5.646 χαμογελάει ειρωνικά όταν αναφέρεται στις αρχές”, “Ο 25.849 δυσανασχετεί όταν κάποιος πολίτης εγκωμιάζει το έργο των αρχών”. Αφού πλέον είχαν καταχωρηθεί και αρχειοθετηθεί οι φάκελοι των υπόπτων, οι αρχές τους έστειλαν προειδοποιητικές επιστολές. Οι παραλήπτες των επιστολών, νομίζοντας ότι πρόκειται για κάποιο αστείο, τις πέταξαν στα σκουπίδια, έτσι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση για περιφρόνηση των νόμων. Και επειδή ήταν πολλοί και δεν χωρούσαν στη φυλακή, χτίστηκε μια νέα φυλακή έξω απ’ την πόλη, στη μέση του πουθενά.

Μια απέραντη σιωπή είχε απλωθεί πάνω απ’ την πόλη. Γιατί οι άνθρωποι από φόβο πως οτιδήποτε πουν μπορεί να θεωρηθεί ανατρεπτικό και να τους οδηγήσει στη φυλακή, είχαν σταματήσει να μιλάνε. Η σιωπή όμως πολλές φορές γίνεται αποπνικτική. Κάποιοι λοιπόν αποφάσισαν να αντιδράσουν στη συνωμοσία της. Επειδή όμως είχαν ξεχάσει να σκέφτονται, η αντίδρασή τους ήταν ενστικτώδης. Έβγαιναν τα βράδια και έριχναν χρώμα στους τοίχους. Συνελήφθησαν πολύ γρήγορα και καταδικάστηκαν σε πολυετή κάθειρξη. Επειδή όμως οι αρχές τους θεωρούσαν πολύ επικίνδυνους, αποφάσισαν να ξεμπερδεύουν μια και καλή μαζί τους. Έτσι ένα βράδυ τους σκότωσαν. Η επίσημη εκδοχή για τον θάνατό τους ήταν αυτή της αυτοκτονίας.

“Μα πώς είναι δυνατόν σε φυλακές υψίστης ασφαλείας ένας κρατούμενος να έχει πιστόλι;”, “Πώς γίνεται ένας αριστερόχειρας να αυτοπυροβοληθεί με το δεξί χέρι;”, “Πού βρήκαν σκοινί όταν τους είχαν αφαιρέσει ακόμη και τα κορδόνια των παπουτσιών τους;”, “Πώς γίνεται να αυτοκτόνησαν όταν παρακολουθούνταν εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο;”. Αυτές οι ερωτήσεις, αν και πολύ λογικές, αρκούσαν ακόμα και να στείλουν κάποιον στη φυλακή σαν συμπαθούντα εξτρεμιστών και εγκληματιών. Έτσι ο κόσμος σταμάτησε να ρωτάει και η σιωπή ξαναπλώθηκε πάνω απ’ την πόλη. Εκείνο το φθινόπωρο πέρασε στη λήθη. Οι τοίχοι παρέμειναν λευκοί. Κι αν καμιά φορά εμφανίζονταν τα βράδια ενοχλητικές σκιές πάνω στους τοίχους, οι αρχές είχαν μεριμνήσει και για αυτό. Υπήρχαν ειδικοί υπάλληλοι εντεταλμένοι να κυνηγούν σκιές.

Σημείωση: Το παραπάνω διήγημα προέρχεται απ’ τη συλλογή διηγημάτων Αναχώρηση που εκδόθηκε σε ηλεκτρονική μορφή πριν μερικούς μήνες απ’ τις εκδόσεις Σαΐτα και μπορείτε να το κατεβάσετε ελεύθερα από εδώ http://www.saitapublications.gr/2014/03/ebook.82.html#more

Κάποιος Άλλος

Λοιπόν έχω έναν φίλο. Δεν ξέρω το όνομά του ακόμα, αλλά ξέρω ότι είμαστε φίλοι, και είμαι σίγουρος ότι μια μέρα θα μου πει ακόμη και το επώνυμό του. Χθες περπατούσαμε μαζί στην πόλη, σ’ αυτή τη μικρή πόλη που σχετικά γρήγορα συμπάθησα.

Καθώς περπατούσαμε μαζί, συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι δεν ήμουν ο εαυτός μου, ότι ήμουν κάποιος άλλος. Έμοιαζα ίδιος, αλλά δεν ήμουν. Ως άλλος, λοιπόν, όταν επιστρέψαμε μαζί στο σπίτι, του είπα ότι μπορούσε αν ήθελε να περάσει τη νύχτα στον καναπέ του διαμερίσματός μου. Δεν ξέρω πού μένει αυτός ο φίλος, ούτε ξέρω πού πηγαίνει όταν φεύγει, όπως δεν ξέρω και από πού έρχεται όταν έρχεται. Θεέ μου, πώς ακούγεται αυτό, ε;

Στο σπίτι με περίμενε μια γυναίκα. Ως άλλος πάντα, την είχα γνωρίσει πριν χρόνια. Είχαμε μεγαλώσει πια, κι εκείνη ήταν ακόμα χαριτωμένη, με κοριτσάκι είκοσι ετών έμοιαζε. Αλλά κι εγώ έμοιαζα νεότερος από όταν ήμουν είκοσι… είχα αλλάξει μέσα μου, μάλλον. Ναι, αυτό ήταν. Ήμουν κάποιος άλλος.

Ο φίλος μου έπιασε τον καναπέ, ενώ εγώ μ’ εκείνην πήγαμε μέσα, στο υπνοδωμάτιο, και κοιμηθήκαμε μαζί. Την επόμενη μέρα ήμουν πάλι ο εαυτός μου. Εκείνη και ο φίλος έλειπαν, κανείς δεν είχε μείνει. Ήμουν ξανά μόνος μέσα σ’ εκείνο το διαμέρισμα.

Έχω ένα φίλο, λοιπόν. Δεν έχει όνομα, αλλά τον ξέρω, τον έχω δει, έχω μιλήσει μαζί του. Μήπως είμαι δύο άνθρωποι; Αναρωτήθηκα. Ποιος απ’ τους δύο είμαι; Ποιος είναι ο αληθινός εαυτός μου; Πόσα χρόνια της ζωής του έχασε ο ένας εαυτός εξαιτίας του άλλου;

Ποιος θέλω να είμαι;
Κατά καιρούς αναρωτιέμαι.

Βαγόνι Νο2

Γνωστός σταθμός. Συνωστισμός. Περασμένη ώρα. Δεν προλαβαίνω να βγάλω εισιτήριο. Θα καθυστερήσω στην επόμενη συνάντηση. Ένα εισιτήριο δεν με εμπόδισε ποτέ. Ένα εισιτήριο ποτέ δεν έγινε «στόπ» στις διαδρομές μου. Ποτέ δεν έμαθα τη σήμανση της κυκλοφορίας. Δεν χρειάστηκε άλλωστε διότι δεν υπάρχει «κ.ο.κ» στο μυαλό μου. Πάντα ήθελα να κυκλοφορώ χωρίς περιορισμούς. Ελεύθερη. Μπαίνω στο βαγόνι. Για να μην καθυστερήσω.
Πρόσωπο Νο1. Ούτε ευφυής, ούτε χαζός. Εκπέμπει σε μια συχνότητα που πρέπει να γυρίσεις τον κόσμο ανάποδα για να την πετύχεις. Τρελός σίγουρα. Είναι ακόμα έξω. Όλα τα τρελά είναι έξω. Μέσα είναι η λογική. Αυτός, αναρχικός, επισκέπτεται το μέρος που ζεί η λογική σπάζοντας με λοστό τα παράθυρά της. Ένα τατουάζ που λέει «ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΕΚΡΗΞΗ» προειδοποιεί για τις παράπλευρες πιθανές απώλειες.
Πρόσωπο Νο2. Διάφανος. Μια χούφτα ρίγη. Μάτια που σφραγίζουν εικόνες τρόμου. Μάτια ουρλιαχτά. Ακτινογραφούν εφιάλτες. Μην έχεις την ελπίδα πως θα γλιτώσεις. Ελπιδοφάγοι είναι… και θα ρουφήξουν το μεδούλι τους μέχρι να ομολογήσεις πως πέθανε κι η τελευταία. Ήδη ομολογείς με αυτό το κυρτωμένο σώμα.
Πρόσωπο Νο3. Ανάμεσα στο δέρμα και το παντελόνι, μια τσέπη που χωρά τα απαραίτητα. Τσιγάρα, κλειδιά και το τσαλακωμένο παρελθόν. Ξεριζώνει από μέσα του ανθρώπους. Βίαια. Ένα κομμάτι δέρμα, κάτω από την τσέπη. Είναι ό,τι απέμεινε.
Πρόσωπο Νο4. Ένα ζευγάρι γυαλιά για να βλέπει μακριά. Σε βάθος χώρου. Όχι, σε βάθος χρόνου. Δυό κρύσταλλα για να βλέπει τον κόσμο θολότερο. Τέταρτη δεκαετία με χαμηλή φωνή και κεφάλι βαρύ. Το μετά φοβάται. Αυτό που δεν θα μείνει για το υπόλοιπο. «Κάνε να πεθάνω απόψε. Κάνε να πεθάνω. Κάνε να πεθάνω. Απόψε.»
Πρόσωπο Νο5. Μυρίζει συνθετικό και δυνατότητες. Σαν πλαστελίνη. Παίρνει ό,τι σχήμα θες. Υπηρετεί πάσα προτίμηση. Συμβιβασμένος και υποταγμένος στα χέρια που θα του δώσουν μοίρα. Διαμαρτυρία καμιά. Ακόμα κι αν στριγκλίζουν οι κλειδώσεις του.
Πρόσωπο Νο6. Σκόνη έχει πάνω του και η λιγοστή βροχή που έπεσε τον λάσπωσε. Λάσπη στα νύχια, στα δόντια, στον σβέρκο. Λάσπη παντού. Κι αν λίγο φυσήξει από το παράθυρο…Πέτρα. Άκαμπτη. Αυστηρή. Τραχιά. Καμία τρυφερότητα. Καμία ανάγκη.
Πρόσωπα έξι στο βαγόνι ένα. Είμαι στο βαγόνι δύο. Πάλι δεύτερη, γαμώτο. Πάλι με πρόλαβε το ντοπαρισμένο παρελθόν μου. Πάλι έκοψε το νήμα. Και ‘γω πάλι το ακολουθώ. Πιστά. Σε κάθε του βήμα. Κάθε τους βήμα ακολουθώ. Συνοδοιπόροι για πάντα. Κλέβω το νήμα και το βάζω κορδέλα στα μαλλιά.

Το Φάντασμα

Ψάχνω έναν άνθρωπο.

Δεν ξέρω το όνομά του, δεν ξέρω το πρόσωπό του. Το μόνο που ξέρω είναι ότι πρέπει να τον βρω.

Τα πρωινά περπατάω μόνος σε έρημους δρόμους, καθώς εκεί συχνάζει, κυρίως υπό συννεφιά, ή ίσως ακόμη και με ήρεμη βροχή. Όταν, όμως, βρέχει, είναι πιο δύσκολο να τον συναντήσω.

Τα βράδια απλά τον περιμένω, κι αν χτυπήσει την πόρτα μου, έχει καλώς. Αν όχι, ξεκινάω μια νέα αναζήτηση το επόμενο πρωί.

Τώρα έχει συννεφιά, κι εγώ βγαίνω έξω και περπατάω στους δρόμους. Έχω μαζί μου μια φωτογραφική μηχανή, έτσι ώστε αν τον δω, ακόμη και για λίγο, να μπορώ να κρατήσω μια φωτογραφία του, να ξέρω τουλάχιστον με τι μοιάζει, για να είναι πιο εύκολο να τον εντοπίσω.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα αν αυτός ο ίδιος άνθρωπος υπάρχει και μέσα σε πλήθος, αλλά δεν μπορώ να ξέρω. Όταν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι γύρω μου, όλοι τους μοιάζουν, κανείς δεν είναι διαφορετικός, είναι όλοι μια μάζα από την οποία θέλω απεγνωσμένα να ξεφύγω, για να μείνω και πάλι μόνος.

Αν μπορούσα να μείνω μόνος με τον άνθρωπο που ψάχνω, τότε θα ήμουν ευτυχισμένος, έστω και για λίγο. Γι’ αυτό κι εγώ αναζητώ μικρές δόσεις ευτυχίας, μικρές δόσεις ελέους, κι έτσι κατέληξα να κυνηγάω αυτό το φάντασμα.

 

Τώρα βρέχει, και οι πιθανότητες να τον συναντήσω όλο και μειώνονται. Γίνονται σταδιακά όλο και λιγότερες, μέχρι να μηδενιστούν τελείως. Ανεβάζω την κουκούλα μου, και η βροχή δεν με πτοεί. Τίποτα δεν με πτοεί, εκτός από εκείνον τον άνθρωπο, την σκιά, που τόσο πολύ κοντεύω να ερωτευτώ και να αγαπήσω.

Μου φαίνεται ότι τον βλέπω σε μια φωτογραφία μου τώρα. Ήταν εκεί, απλά εγώ δεν τον είδα. Είναι λες και γίνεται ένα με το περιβάλλον μου, λες και γίνεται το ίδιο το περιβάλλον, λες και τα πάντα γύρω μου είναι εκείνος. Άλλες φορές που τον πρόσεξα είχε τη μορφή μια γυναίκας. Μιας συνηθισμένης, συμπαθητικής, όμορφης γυναίκας, τις προθέσεις της οποίας δεν μπορώ να καταλάβω. Τι μπορεί να ζητάει από εμένα; Τι μπορεί να ζητάω εγώ από εκείνην;

Υπάρχουν, όμως, και κάποιες άλλες φορές, που εκείνος ο άνθρωπος μοιάζει πολύ απλά με εμένα. Είναι σαν να με βλέπω, να με παρατηρώ, και τότε εκείνος ο άνθρωπος, όταν συναντιόμαστε στον δρόμο, κρατάει μια φωτογραφική μηχανή, κι έτσι με φωτογραφίζει. Μετά στρέφεται αλλού και φεύγει, περπατάει μακριά, και σαν τρέξω πίσω του, έχει εξαφανιστεί. Θα ήθελα πολύ να δω μια φωτογραφία μου, απλά και μόνο για να ξέρω ποιος είμαι.

 

Ο άνθρωπος, λοιπόν, αυτός, έχει πολλές μορφές, και αυτή που με τρομάζει περισσότερο, είναι η δική του. Η αληθινή του μορφή, αυτή που μοιάζει σ’ εκείνον, και μόνο σ’ εκείνον τον ίδιο. Είναι μια μορφή που μόνο μπορώ να φανταστώ, και όχι να αντικρίσω, να αισθανθώ, να νιώσω και να βιώσω σαν μια μορφή ανθρώπινη.

Ποιος είναι, λοιπόν; Πότε και πώς εμφανίζεται; Τι μπορώ να κάνω για να είναι μόνιμα κοντά μου, με τη δική του, αληθινή μορφή;

Αρχίζω να πιστεύω ότι ένας τέτοιος άνθρωπος δεν υπάρχει, και ούτε ποτέ υπήρξε. Και καθώς κοιτάζω τις φωτογραφίες μου, τις βλέπω κενές. Και κάπως έτσι, χωρίς να υπάρχει κανείς εκεί, κανένα φάντασμα, κανένας εαυτός, κανένας που να με ψάχνει και που να ψάχνω εγώ, η ζωή μου χάνει ολοκληρωτικά το νόημά της, και μετατρέπεται σε ένα συρρικνωμένο μηδενικό.