All posts by nikos1977

Η σιωπή των τοίχων

-Δεν θυμάμαι άλλο χειμώνα τόσο σκοτεινό.

-Μίλα πιο σιγά. Και οι τοίχοι έχουν αυτιά.

Ο παραπάνω διάλογος περιγράφει περιεκτικά το ζοφερό κλίμα που επικρατούσε στην πόλη. Ήταν ένας πολύ σκοτεινός χειμώνας και είχε προηγηθεί ένα ακόμη πιο σκοτεινό φθινόπωρο. Κι όμως, όταν ξεκίνησε αυτή η ιστορία λίγοι μπορούσαν να προβλέψουν την κατάληξη που θα είχε. Μια μέρα σαν όλες τις άλλες οι αρχές αποφάσισαν να βάψουν όλους τους τοίχους της πόλης. Αυτό το φαινομενικά ασήμαντο γεγονός ήταν η πρώτη πράξη του δράματος, για την ακρίβεια της τραγωδίας. Σύμφωνα με το σκεπτικό των αρμοδίων, ήταν ανεπίτρεπτο για μια σύγχρονη πρωτεύουσα οι τοίχοι των κτιρίων της να είναι βρώμικοι, γεμάτοι με αφίσες και συνθήματα. Το χρώμα που θα βάφονταν οι τοίχοι ήταν το λευκό. Το χρώμα της αγνότητας. Χιλιάδες εργάτες λοιπόν άρχισαν να δουλεύουν πυρετωδώς, με σκοπό να κάνουν τους τοίχους της πόλης, τους καθαρότερους του κόσμου. Απ’ τη στιγμή που τα συνεργεία τελείωσαν τη δουλειά τους, απαγορευόταν αυστηρά η ρύπανση των τοίχων. Απαγορευόταν επίσης να βάψει κάποιος πολίτης τους τοίχους του σπιτιού του σε άλλο χρώμα. Οποιοσδήποτε παραβίαζε τον νόμο αντιμετώπιζε τις συνέπειες και επιπλέον στιγματιζόταν ως αντικοινωνικό στοιχείο. “Ποιοι είστε εσείς που θέλετε να διαφέρετε;”, “Είστε πιο έξυπνοι απ’ τους άλλους;”, “Δεν είστε μέλη της κοινωνίας;”, ρωτούσαν οι εκπρόσωποι των αρχών.

Ύστερα οι αρχές προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα. Αποφάσισαν όλοι οι δρόμοι της πόλης να φωτίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας. Το σύνθημα που χρησιμοποιήθηκε για την προώθηση αυτού του νέου μέτρου ήταν: “Όλα στο φως”. Εκατοντάδες νέοι φανοστάτες τοποθετήθηκαν σε όλα τα σημεία της πόλης, ενώ επισκευάστηκαν όσοι ήταν ελαττωματικοί. Απ’ τη στιγμή που νύχτωνε όλη η πόλη ήταν λουσμένη στο φως. Κάποιοι διαμαρτύρονταν πως δεν μπορούσαν να κοιμηθούν, αλλά μετά τις νουθεσίες των αρχών σταμάτησαν τις διαμαρτυρίες τους και προσπάθησαν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Κάποιοι άλλοι πάλι παραπονέθηκαν ότι με τόσο φως, δεν μπορούσαν πια να δουν τα αστέρια. Αυτοί ήταν πολύ εύκολο να αντιμετωπιστούν. Απλώς λοιδωρήθηκαν ως αφελείς ρομαντικοί.

Το επόμενο μέτρο που εφάρμοσαν οι αρχές για να επικρατήσει η τάξη στην πόλη, ήταν η κατάργηση όλων των ονομάτων και η αντικατάστασή τους από αριθμούς. Έτσι πλέον όλοι οι δρόμοι και οι πλατείες σταμάτησαν να έχουν δυσνόητα ονόματα, την ιστορία των οποίων έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι αγνοούσαν, και απέκτησαν αριθμούς. Οι πολίτες έδιναν ραντεβού, για παράδειγμα, στην 36η πλατεία ή στην διασταύρωση της 44ης με την 77η οδό. Το ίδιο μέτρο, της αντικατάστασης δηλαδή των ονομάτων από αριθμούς, ίσχυσε και για τους ανθρώπους. Δεν υπήρχαν πλέον συνωνυμίες που δημιουργούσαν παρεξηγήσεις, ούτε οι γονείς πονοκεφάλιαζαν για να βρουν όνομα για το παιδί τους. Ο κάθε πολίτης είχε πια έναν αριθμό, ο οποίος ήταν μοναδικός και αντιστοιχούσε στο πρόσωπό του και μόνο, χωρίς να υπάρχουν περιθώρια για παρανοήσεις.

Αυτός ο νόμος βοηθούσε στην εφαρμογή του επόμενου, ο οποίος αφορούσε στην παρακολούθηση των πολιτών. Όλες οι κινήσεις παρακολουθούνταν και όλες οι συνομιλίες καταγράφονταν, με τη χρήση υπερσύγχρονων μηχανημάτων. Οι αρχές, για να μην υπάρξει παρερμηνεία του νόμου, διευκρίνιζαν ότι τα ατομικά δικαιώματα, που είναι κατάκτηση της δημοκρατίας, γίνονταν απόλυτα σεβαστά και ότι ο νόμος αφορούσε στην ασφάλεια της κοινωνίας. “Δημοκρατία έχουμε, τι έχετε να φοβηθείτε;” απαντούσαν οι αρχές σε όποιον έφερνε αντίρρηση και κατόπιν το όνομά του, ή μάλλον ο αριθμός του, σημειωνόταν στη λίστα με τους υπόπτους για τη διάπραξη αντικοινωνικών εγκλημάτων. Το κέντρο παρακολούθησης γέμιζε κάθε μέρα με αναφορές του τύπου: “Ο 11.422 μιλάει συνεχώς με ύποπτα υπονοούμενα”, “Η 5.646 χαμογελάει ειρωνικά όταν αναφέρεται στις αρχές”, “Ο 25.849 δυσανασχετεί όταν κάποιος πολίτης εγκωμιάζει το έργο των αρχών”. Αφού πλέον είχαν καταχωρηθεί και αρχειοθετηθεί οι φάκελοι των υπόπτων, οι αρχές τους έστειλαν προειδοποιητικές επιστολές. Οι παραλήπτες των επιστολών, νομίζοντας ότι πρόκειται για κάποιο αστείο, τις πέταξαν στα σκουπίδια, έτσι καταδικάστηκαν σε φυλάκιση για περιφρόνηση των νόμων. Και επειδή ήταν πολλοί και δεν χωρούσαν στη φυλακή, χτίστηκε μια νέα φυλακή έξω απ’ την πόλη, στη μέση του πουθενά.

Μια απέραντη σιωπή είχε απλωθεί πάνω απ’ την πόλη. Γιατί οι άνθρωποι από φόβο πως οτιδήποτε πουν μπορεί να θεωρηθεί ανατρεπτικό και να τους οδηγήσει στη φυλακή, είχαν σταματήσει να μιλάνε. Η σιωπή όμως πολλές φορές γίνεται αποπνικτική. Κάποιοι λοιπόν αποφάσισαν να αντιδράσουν στη συνωμοσία της. Επειδή όμως είχαν ξεχάσει να σκέφτονται, η αντίδρασή τους ήταν ενστικτώδης. Έβγαιναν τα βράδια και έριχναν χρώμα στους τοίχους. Συνελήφθησαν πολύ γρήγορα και καταδικάστηκαν σε πολυετή κάθειρξη. Επειδή όμως οι αρχές τους θεωρούσαν πολύ επικίνδυνους, αποφάσισαν να ξεμπερδεύουν μια και καλή μαζί τους. Έτσι ένα βράδυ τους σκότωσαν. Η επίσημη εκδοχή για τον θάνατό τους ήταν αυτή της αυτοκτονίας.

“Μα πώς είναι δυνατόν σε φυλακές υψίστης ασφαλείας ένας κρατούμενος να έχει πιστόλι;”, “Πώς γίνεται ένας αριστερόχειρας να αυτοπυροβοληθεί με το δεξί χέρι;”, “Πού βρήκαν σκοινί όταν τους είχαν αφαιρέσει ακόμη και τα κορδόνια των παπουτσιών τους;”, “Πώς γίνεται να αυτοκτόνησαν όταν παρακολουθούνταν εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο;”. Αυτές οι ερωτήσεις, αν και πολύ λογικές, αρκούσαν ακόμα και να στείλουν κάποιον στη φυλακή σαν συμπαθούντα εξτρεμιστών και εγκληματιών. Έτσι ο κόσμος σταμάτησε να ρωτάει και η σιωπή ξαναπλώθηκε πάνω απ’ την πόλη. Εκείνο το φθινόπωρο πέρασε στη λήθη. Οι τοίχοι παρέμειναν λευκοί. Κι αν καμιά φορά εμφανίζονταν τα βράδια ενοχλητικές σκιές πάνω στους τοίχους, οι αρχές είχαν μεριμνήσει και για αυτό. Υπήρχαν ειδικοί υπάλληλοι εντεταλμένοι να κυνηγούν σκιές.

Σημείωση: Το παραπάνω διήγημα προέρχεται απ’ τη συλλογή διηγημάτων Αναχώρηση που εκδόθηκε σε ηλεκτρονική μορφή πριν μερικούς μήνες απ’ τις εκδόσεις Σαΐτα και μπορείτε να το κατεβάσετε ελεύθερα από εδώ http://www.saitapublications.gr/2014/03/ebook.82.html#more

Advertisements

Μαύρα σύννεφα

Κοιμόμαστε με τον φόβο,

ξυπνάμε με την αγωνία

και στο ενδιάμεσο λέμε ότι ζούμε

μήπως και το πιστέψουμε

Μαζευόμαστε στη γωνιά μας

και τη ζωή όλο την αναβάλλουμε

 

Κι είναι κάτι στιγμές που η ψυχή μας

θέλει να ξεχυθεί στους δρόμους

και να ξαναδώσει νόημα στις λέξεις

μα πάντα κάτι την κρατάει

 

Ανασαίνουμε εγκλωβισμένοι σ’ έναν κόσμο

που οι άνθρωποι κοιτάζουν το κενό

και δεν γελούν ποτέ

Να τους φοβάστε αυτούς που δεν γελούν ποτέ

μπορεί η πίκρα τους μια μέρα να σας πνίξει

Έρημο αστέρι

Οι ελπίδες μας αγέννητες ακόμα

κι οι σκέψεις μας σαν ορφανά παιδιά

γυρεύουνε για να ριζώσουν χώμα

και μια ζεστή για να κουρνιάσουν αγκαλιά

 

Τα μάτια μας μισόκλειστα φοβούνται

το φως να αντικρίσουν της ημέρας

τα βλέμματα δειλά περιπλανιούνται

σαν ένας ξέπνοος κι ασθενικός αέρας

 

Τα χέρια μας αδύναμα και κρύα

φωτιά γυρεύουν για να ζεσταθούν

αναζητάνε μία ευκαιρία

με τα άλλα χέρια για να ενωθούν

 

Τα χείλη μας σφιγμένα και βουβά

δεν ψέλλισαν ακόμα μία λέξη

ψάχνουν ακόμα λόγια ταιριαστά

να κάνουν την ψυχή να ημερέψει

 

Οι χτύποι της καρδιάς μας κάθε βράδυ

σινιάλο στέλνουν προς τον ουρανό

ένα μικρό ζωής είναι σημάδι

σε κάποιο έρημο αστέρι μακρινό

Στα μάτια των αθώων

Ταξίδευα όλη νύχτα

τα ίχνη σου να βρω

στην πιο πικρή μας ήττα

στον πιο βαρύ σταυρό

 

Στις θάλασσες του πόνου

στις στέπες της σιωπής

και στο βαθύ σκοτάδι

μιας άγριας εποχής

 

Ξημέρωσε η μέρα

τα μάτια έκλεισα

ήρθες σαν τον αέρα

μα πάλι σ’ έχασα

 

Σ’ είδα μόνο για λίγο

και πριν να σε χαρώ

μου ‘πες “πάλι θα φύγω

μα θα ‘μαι πάντα εδώ

 

Στα μάτια των αθώων

στα όνειρα των παιδιών

στην αγκαλιά αγγέλων

και στις καρδιές αυτών

 

Που πολεμούν τους δαίμονες

με τα γυμνά τους χέρια

και κάθε βράδυ ξεκινούν

κουβέντα με τ’ αστέρια”

Το ταξίδι του γλάρου στον ήλιο

Ήταν μια έρημη ακτή
σε μία γκρίζα χώρα
και ένας γλάρος σκυθρωπός
κάθε στιγμή και ώρα

Είχε ένα όνειρο ακριβό
στον ήλιο να αρμενίσει
μα ήταν γιος της θάλασσας
και πώς να την αφήσει

Τα βράδια δεν ησύχαζε
και όσο κι αν πονούσε
ξεκίνησε μια αυγή να βρει
το φως που τον καλούσε

Μα το ταξίδι ήταν μακρύ
βαρύναν τα φτερά του
λιγόστεψε η ανάσα του
δεν άντεξε η καρδιά του

Η μάνα του η θάλασσα
μέρεψε τα νερά της
μ’ ένα φιλί τον έκλεισε
μέσα στην αγκαλιά της

Τον ήλιο έκρυψε ο ουρανός
πίσω απ’ τα σύννεφά του
το άψυχο σώμα έπλυνε
με τα άγια δάκρυά του

Ο φόβος μου

Ο φόβος μου είναι ένα γκρίζο περιστέρι
φεύγει κρυφά απ’ το δωμάτιο το πρωί
πετάει αργά από μπαλκόνι σε μπαλκόνι
το βράδυ έρχεται και γίνεται μαχαίρι

Ο φόβος μου είναι κόμπος στο στομάχι
είναι φορές που στο λαιμό μου ανεβαίνει
στέκεται εκεί σε ώρες άδειες και βουβές
και περιμένει ώσπου να μείνουμε μονάχοι

Ο φόβος μου είναι μια μαύρη σκέψη
γυρνάει συχνά όλη τη μέρα στο μυαλό μου
στο υπνοδωμάτιο πολλές φορές μ’ ακολουθεί
και με κρατάει άγρυπνο μέχρι να φέξει

Ο φόβος μου είναι δανεικό τσιγάρο
που τον καπνό του δεν αντέχω και με πνίγει
σε ένα βήχα ασταμάτητο ξεσπώ
και αγωνίζομαι ανάσα για να πάρω

Ο φόβος μου είναι εικόνα σε καθρέφτη
μοιάζει με κρύας νύχτας εφιάλτη
με παγωμένο χέρι δέσμιο με κρατά
κι ύστερα χάνεται στη νύχτα σαν τον κλέφτη

Ο φόβος μου είναι σαν πνιγμένο κλάμα
κρύβεται πίσω από κουβέντες τυπικές
αμήχανα χαμόγελα και ξεφτισμένες λέξεις
ξάφνου ξεσπάει στη θλίψη μου αντάμα

Ο φόβος μου είναι τραύμα ξεχασμένο
μοιάζει να έχει επιτέλους γιατρευτεί
μα όταν τα σύννεφα στον ουρανό πυκνώνουν
τότε πονάει σαν κάποιο όνειρό μου προδομένο

Ελεύθερος συνεργάτης

Προσπαθούσε αγουροξυπνημένος να δέσει τη γραβάτα. Τόσο καιρό στην εταιρεία και δεν είχε μάθει ακόμη. Έτσι γίνεται όταν μισείς αυτό που κάνεις. Δούλευε σαν ελεύθερος συνεργάτης σε μια μεγάλη εκδοτική εταιρεία. Γύριζε τις γειτονιές της Αθήνας με έναν χαρτοφύλακα στο χέρι και ένα ψεύτικο χαμόγελο στα χείλη και προσπαθούσε να πουλήσει εγκυκλοπαίδειες και ιατρικούς οδηγούς.

Εκείνη τη μέρα δεν είχε πουλήσει τίποτα. Μάλλον δεν έπειθε πια. Πλησίαζε μεσημέρι. Στάθηκε μπροστά στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Ένας ένοικος βγήκε βιαστικά και άφησε την πόρτα να κλείσει αργά πίσω του. Εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και μπήκε μέσα. Ανέβηκε τα σκαλιά και έφτασε στο ισόγειο. Χτύπησε ένα κουδούνι τυχαία.

-Καλημέρα σας, ψέλλισε ξεψυχισμένα

Ξαφνικά η γλώσσα του δέθηκε κόμπος, ούτε ο ίδιος ήξερε γιατί. Ίσως γιατί ο άνθρωπος που αντίκρισε δεν τον αντιμετώπισε με την καχυποψία που είχε συνηθίσει. Ίσως γιατί το βλέμμα του έδειχνε ότι είχε πολλές μέρες να μιλήσει με άνθρωπο. Ίσως γιατί του θύμισε τον εαυτό του.

-Πέρνα μέσα, απάντησε κάνοντάς του χώρο να περάσει.

-Μήπως ενοχλώ; Μήπως σας διακόπτω απ’ το φαγητό; ρώτησε διστακτικά.

-Δεν πειράζει τόσα χρόνια μόνος μου τρώω, απάντησε με παράπονο σαν να μιλούσε σε κάποιο παλιό του φίλο που τον έχει ξεχάσει.

Του έβαλε σ’ ένα πιάτο μια μερίδα απ’ το λιτό του γεύμα. Πήρε ένα ποτήρι και το γέμισε με κρασί.

-Ένα… Να πάνε τα φαρμάκια κάτω, είπε σχεδόν παρακλητικά προσπαθώντας να κάμψει τις αντιρρήσεις που διέκρινε στα μάτια του.

Όταν πίνεις μόνος σου είναι φορές που το κρασί σε πικραίνει σαν δηλητήριο. Αποφάσισε να μην του χαλάσει το χατίρι. Το βλέμμα του σταμάτησε στη φωτογραφία μιας γυναίκας.

-Η συχωρεμένη η γυναίκα μου, είπε διαβάζοντας τη σκέψη του.

Συνέχισαν να τρώνε αμίλητοι. Είχαν ξεσυνηθίσει να μιλάνε. Μόνο όταν συναντιόνταν τα βλέμματά τους έρχονταν στα χείλη τους κάτι κοινότοπες κουβέντες, απ’ αυτές που λένε οι άνθρωποι όταν δεν έχουν να πουν κάτι σημαντικό.

-Αν επιτρέπεται πότε…; ρώτησε ξαφνικά για να σπάσει τη σιωπή και ασυναίσθητα έσφιξε τα χείλη σαν να το μετάνιωσε.

-Πριν δεκαπέντε χρόνια. Ιατρικό λάθος, απάντησε χαμηλόφωνα με φωνή φορτωμένη απ’ τον πόνο της απουσίας.

Η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να επιστρέψει στη δουλειά του. Τον συνόδευσε μέχρι την πόρτα.

-Αν σε ξαναφέρει ο δρόμος σου προς τα ‘δω μη διστάσεις, είπε αποχαιρετώντας τον.

Χαμογέλασε αχνά και κόλλησε το δάχτυλό του στο κουδούνι του διπλανού διαμερίσματος.