All posts by fou000

Σύμπαντα

Όταν θέλεις κάτι πολύ το σύμπαν χέστηκε. Ούτε υπέρ σου θα συνωμοτήσει, ούτε κατά, ούτε τούμπες ανάποδες θα κάνει, ούτε τίποτα. Θα σε αφήσει να κάνεις τις μαλακισμένες επιλογές σου. Να γαμιέσαι όσο θες. Να πιστεύεις ό,τι θες. Να ζεις τη ζωή σου όπως θες. Δεν θα νοιαστεί καθόλου.

Και δεν θα νοιαστεί γιατί, έτσι κι αλλιώς, θα γίνουν όλα. Το ‘πε κάποιος Χιου Έβερετ το 1957, νομίζω. Πρότεινε πως κάθε πιθανό αποτέλεσμα συμβαίνει σε μια διάταξη αλληλοδιασταυρούμενων συμπάντων. Κοινώς αν κάτι δεν συμβεί εδώ θα συμβεί σε κάποιο παράλληλο σύμπαν. Οτιδήποτε θέλει κανείς, είτε πολύ είτε λίγο, κάπου θα γίνει. Τα ωραιότερα όνειρα όλων κάπου πραγματοποιούνται. Κι οι χειρότεροι εφιάλτες. Κι όλες οι ενδιάμεσες καταστάσεις.

Τώρα, ξέρω, προσπαθείτε να καταλάβετε τι θέλω να πω με αυτά που σκέφτομαι. Τι νιώθω κατά βάθος. Θέλετε να μπείτε στο μυαλό μου. Να με αναλύσετε. Αυτό κάνετε πάντοτε. Αυτή είναι η δουλειά σας. Αλλά το θέμα δεν είναι αυτά που σκέφτομαι. Το θέμα είναι πως τα λέω σε λάθος στιγμές.

Όλα όσα σας είπα πριν τα ‘πα στη Σίση όταν μου ψιθύρισε “ …μμμ… θα ‘θελα πολύ ένα τσιγάρο τώρα”. Και όλα γίναν σκατά μετά. Σηκώθηκε, ντύθηκε είπε “ίσως τελικά ήταν λάθος”, έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Γι’ αυτό ήρθα σε σας, γιατρέ. Να με βοηθήσετε να φέρομαι λίγο πιο φυσιολογικά. Να λέω στους άλλους αυτά που περιμένουν κι όχι ό,τι έχω μέσα στο κεφάλι μου. Χάνω ανθρώπους έτσι. Και φαινόταν καλή κοπέλα. Θα μπορούσε να ήταν όμορφα.

Αλλά όχι. Τι λέω; Κάπου αλλού είναι όμορφα. Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν δεν έφυγε ποτέ. Σε ένα άλλο γνωριστήκαμε πιο πριν και τώρα έχουμε σπίτι και παιδιά κι ένα σκύλο. Αλλού είμαστε οι βασιλιάδες του κόσμου. Κι αλλού πατάτες. Οτιδήποτε.

Να πάτε να γαμηθείτε, λοιπόν. Σας ευχαριστώ για το χρόνο σας αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζομαι τη βοήθειά σας.

Σταγόνες

Ο Νίκος μου ‘πε να γράφω. Είναι καλό παιδί ο Νίκος. Επιστήμονας. Έχει τα πτυχία του στον τοίχο. Δεν τα διάβασα ποτέ. Φαίνονται ωραία όμως. Έχουν σφραγίδες και μεγάλες υπογραφές. Φαντάζομαι ότι έχουν κύρος.

Όταν γνώρισα το Νίκο όποτε έβρεχε ούρλιαζα. Τώρα έχω ηρεμήσει λίγο.

Συνάντησα εδώ έναν τύπο που λέει πως οι σταγόνες της βροχής δεν είναι τίποτα άλλο παρά το φτύσιμο των αγγέλων. Νομίζω ότι το πιστεύει πραγματικά. Εγώ πάλι καταλαβαίνω ότι είναι νερό. Απλά τις φοβάμαι.

Παλιά, όταν έβρεχε, η Άλλη με πήγαινε κάτω από μια λαμαρίνα και μου έκλεινε τα μάτια. Μου έλεγε να φανταστώ κάτι όμορφο. Φανταζόμουν παγωτό φιστίκι. Της έλεγα ότι το μόνο που χρειάζονται οι άνθρωποι για να είναι ευτυχισμένοι είναι παγωτό φιστίκι. Μου έλεγε ότι το μόνο που χρειάζονται είναι στοιχειώδη αλληλοκατανόηση. Γελούσαμε. Ήταν ωραία.

Νομίζω την αγαπούσα. Ήταν καλή. Κάποια Χριστούγεννα μου ‘χε πάρει και δώρο. Ένα κόκκινο μπλουζάκι. Το φορούσα συνέχεια. Μου άρεσε. Ήταν άνετο. Έγραφε πάνω του “deny me and be doomed”. Μου το ‘δειξε χθες ο Νίκος. Με ρώτησε τι νοιώθω. Του ‘πα θλίψη. Είπε ότι κάνουμε προόδους.

Μου λείπει η Άλλη. Μπορούσα να συνεννοηθώ μαζί της. Καταλάβαινε.

Ρώτησα το Νίκο πότε θα ‘ρθει η Άλλη να με δει. Είπε ότι κάτι τέτοιο δεν γίνεται. Μερικές φορές με μπερδεύει ο Νίκος. Ρώτησα γιατί. Μου ‘δειξε τις φωτογραφίες. Είπε ότι το κάναμε αυτό δεκάδες φορές. Δεν το θυμάμαι. Μου ‘πε να προσπαθήσω να συγκεντρωθώ στις εικόνες. Προσπάθησα. Η κοπέλα με το σκισμένο λαιμό δεν μου θύμιζε τίποτα. Ούτε ο τύπος με την κόκκινη μπλούζα και τις χειροπέδες. Ο Νίκος μου ‘πε πως γι’ αυτό είμαι εδώ.

Κι ότι πρέπει να γράφω. Θα με βοηθήσει.

Όταν ο Μπάμπης χώρισε τη Μαίρη

Μου ζήτησε φωτιά. Τον ρώτησα αν θα άρχιζε το κάπνισμα. Είπε όχι κι έκανε ένα θεσπέσιο πυροκλάνι, γεγονός που δεν άρεσε καθόλου στη Μαίρη.

“Δεν ντρέπεστε λίγο, ρε; Έχετε και γυναίκα στην παρέα.”

“ Έλα μωρέ” της είπα. “Φιλαράκι είσαι.”.

“Δεν είμαι φιλαράκι. Είμαι η κοπέλα του φίλου σου. Αυτού του μαλάκα.”. Γύρισε προς τον Μπάμπη. “Αν το ξανακάνεις θα γίνει πόλεμος.”.

“Χέστηκα. Έτσι κι αλλιώς αν γίνει πόλεμος εγώ κι ο Τάκης θα αυτοεξοριστούμε. Τζαμάικα, Ταϊλάνδη, Νησιά Φίτζι.”

“Κούβα, Κούβα να πάμε.” είπα “Είναι πιο επαναστατικά.”

“Ας είναι Κούβα. Θα βρούμε το πιο γαμάτο μπιτσόμπαρο, με τις καλύτερες τεκίλες, τα καλύτερα ξέκωλα και θα κάνουμε αντίσταση από εκεί.”

Η Μαίρη τα είχε πάρει. Πολύ. “Δεν κόβεις τις μαλακίες λέω εγώ;”

“Δεν είναι μαλακίες.” συνέχισε ο άλλος ήρεμα. “Ο Τάκης θα γράψει πέντε έξι ποιήματα επαναστατικά, θα τα μελοποιήσω εγώ, μερικά αρθράκια από εδώ, λίγο φέισμπουκ από εκεί, τουίτερ, γιουτιούμπ…Έχει ίντερνετ στην Κούβα, ε;”

“Λογικά έχει. Να τα βάλουμε και στο γιουπόρν.” πρόσθεσα κι εγώ την παπαριά μου.

“Κι σ’ αυτό. Κι όταν ηρεμήσουν τα πράγματα γυρνάμε Ελλάδα φίρμες. Μας κάνουν βουλευτές, υπουργούς…”

“Ναι ε;” τον έκοψε θυμωμένα η Μαίρη. “Μετά θα κάνετε και τίποτε άλλο;”

Ο Μπάμπης σηκώθηκε όρθιος, ανέβηκε στον καναπέ κι άρχισε να φωνάζει. “Μετά θα κλάνουμε ελεύθερα. Να έτσι. Και κάτι χαζογκόμενες σαν εσένα και τις φίλες σου θα λένε ‘αχ καλέ τι ωραία που τα λένε, τι σοφοί ανθρώποι είναι αυτοί!’. Γκέγκε; ”.

Η Μαίρη έβαλε τα κλάματα κι έφυγε. Μετά από δυο μέρες τα παιδιά χώρισαν. Μάλλον ήταν καλύτερα έτσι. Εξάλλου αν δεν είχαν χωρίσει δε θα είχα γνωρίσει τη Νάντια ποτέ. Αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Μακαρονάδα αρωματική

Βράζουμε τα μακαρόνια να μείνουν al dente. Ύστερα χτυπάμε σε ένα γυάλινο μπώλ με σύρμα το ανθότυρο με το γάλα και ρίχνουμε τη φλόυδα πορτοκαλιού το αλάτι και φρεσκοτριμένο πιπέρι. Μετά χτυπάμε το κεφάλι μας στον τοίχο γιατί η πουτάνα μας χώρισε. Κοιτάμε τα αίματα και παίρνουμε τηλέφωνο τα κανάλια να ‘ρθουν. Όταν οι δημοσιογράφοι σκάσουν μύτη τους δείχνουμε τον τοίχο. Τους λέμε αυτό είναι ένα μάτι. Αυτό είναι ένα φρύδι. Κι αυτό ολοφάνερα είναι ένα αγκάθινο στεφάνι. Ο Ματωμένος Ιησούς του Τοίχου γίνεται είδηση. Το θαύμα που χρειάζονται όλοι. Κόσμος αρχίζει να έρχεται. Πρώτα κάτι γρίες απο τη γειτονιά. Αφήνουν λειτουργιές και δίευρα. Μετά ένα πούλμαν από την πρωτεύουσα. Αφήνουν χρυσά σταυρουδάκια και λίρες. Και μέτα κι άλλα πούλμαν. Σκότώνουμε ό,τι χρυσαφικά μας αφήσουν και κλέινουμε εισητήριο για Τζαμάικα. Αράζουμε σ’ ένα μπιτσόμπαρο. Δυο μαύρες μας αλείφουν με λάδι και μας παίρνουν πίπες. Που και που τη θυμόμαστε.

Κομμάτια

Και παραγγέλνω μια γύρα ακόμα
και λέω ψέματα πως ζω ζωή γαμάτη
και γίνομαι σκυλί και τραγουδάω,
γίνομαι δίνη και γυρίζω παντού,
γίνομαι αστέρι και πέφτω
κι απ’ τις στάχτες σηκώνομαι
και παραγγέλνω μια γύρα ακόμα.

Καρότα

Η μαλακία με τα καρότα
είναι ότι ποτέ δε βρίσκεις ένα
όταν έχεις κάνει χιονάνθρωπο
και βάζεις αναγκαστικά
κάτι βρώμικες πέτρες
που δεν μοιάζουν καθόλου με μύτη.
Τώρα θα μου πεις γιατί,
γιατί τα σκέφτεσαι αυτά.
Θα σου πω.
Έχω ένα άδειο ποτήρι
κι ένα άδειο μπολάκι
που ‘χε μέσα καρότα κι αγγούρια
-για τ’ αγγούρια θα γράψω κάτι άλλη φορά-
κι ο Φάβας μού ‘πε να σκέφτομαι
ό,τι να ‘ναι εκτός από εκείνη
κι εγώ τον Φάβα τον ακούω
γιατί έχει κάνει τόνους μαλακίες αλλά ξέρει.
Κι έτσι σκέφτομαι χιονάνθρωπους
και τα βύζιά της μπαργούμαν
που ‘χει σκύψει και με ρωτά
αν θέλω άλλα.
Τι άλλα;
Άλλα όνειρα;
Άλλα ενδιαφέροντα;
Άλλα πράγματα να με γεμίζουν;
«Άλλα καρότα.
Τζιν έχεις πιει πολύ.»
Όχι.
Δεν θέλω άλλα καρότα.
Θέλω μόνο να πάω στην τουαλέτα,
να ακουμπήσω το κεφάλι μου στο καζανάκι,
να ουρλιάξω
και να την σκεφτώ
να ‘ναι γυμνή,
να μην μ’ακούει,
να ‘χει καρότα στ’ αυτιά.