All posts by yiannisvozikis

Καλημέρα

Ώρα δύσκολη.
Και περίεργη.
Τα φώτα στους δρόμους
καλημερίζονται
λίγο πριν σβήσουν.
Σαραντάρηδες ξυπνάνε
για να πάνε στη δουλειά.
Σε δέκα λεπτά ξεκινάν τα λεωφορεία.
Μια κρυφή κινητικότητα στην πόλη
που προσπαθεί να πάρει την απόφαση
να αντέξει για ακόμη μια μέρα.
Τα αδέσποτα σκυλιά
μυρίζουν την αγωνία
και γαβγίζουν.
Σε λίγο θα ζητάνε μια μπουκιά φαϊ
απ τους περαστικούς.
Μαζί τους κι οι αδέσποτοι άνθρωποι.
Μαζί τους και τα πρεζάκια
που καταντήσαν αδέσποτα.
Κάπου δίπλα
κι εμείς
να πουλάμε εφημερίδες.
Νοικοκυρές
χωρίς αύριο
αλλά με μπόλικο χθες
θα μαγειρεύουν με φτηνά λάδια.
Φως και φασαρία.
Καφές και πονοκέφαλος.
Λαικοπόπ επιτυχίες στα ραδιόφωνα
και νεκροί μετανάστες.
Καλημέρα!
Καλημέρα είπα γαμώτο,
δεν ακούς;

Ψόφιοι Άνθρωποι

Κάτω στο δρόμο
τριγυρίζουν ψόφιοι άνθρωποι.
Ψόφιοι από την κούραση,
ψόφιοι από τις επιλογές τους.
Η δουλειά τους σκοτώνει.
Ρουφάει κάθε ζωτική ενέργεια από μέσα τους.
Κρεμούν τα χέρια τους στο πλάι,
κουτσομπολεύουν και καλημερίζονται και γαμιούνται.
Κι ύστερα από όλα αυτά
φτου κι απ’ την αρχή.
Κρεμούν τα χέρια τους στο πλάι,
κουτσομπολεύουν και καλημερίζονται και γαμιούνται.
Η θέληση τους για ζωή
μοιάζει με μια τεράστια τρύπα στο νερό.

Βοζίκης Γιάννης
 

Μέσα στην πόλη των τρελών

Μέσα στην πόλη των τρελών
τα σκουπίδια ξεφαντώνουν μαζί με αλκοολικές γάτες
Μέσα στην πόλη των τρελών
το τσιμέντο καίει χειμώνα, καλοκαίρι
Μέσα στην πόλη των τρελών
τα μάτια χρησιμεύουν ως κλειδιά φυλακών

και τα στόματα ως ώρες επισκεπτηρίου

Η γιαγιά στο απέναντι μπαλκόνι ουρλιάζει
καθώς καρφώνει τη βελόνα του πλεξίματος στο δέρμα των παιδιών της
κι εκείνα με την σειρά τους τα νύχια τους στο δέρμα των δικών τους παιδιών
Τα βράδια πάλι έχει ησυχία
Οι αστυνόμοι της θλίψης κάνουν περιπολίες από γειτονιά σε γειτονιά
διαλαλώντας το μεγαλείο της ευτυχίας
Τα νεογέννητα είναι ήδη δεκαέξι χρονών
και το όνειρο τους είναι μια μακράς διάρκειας παραμονή στο ψυχιατρείο
που δεν είναι πια άσπρο και καταθλιπτικό

αλλά γεμάτο γκράφιτι κι επαναστατικά συνθήματα

Μέσα στην πόλη των τρελών

τα ψυχοφάρμακα έχουν κάνει καλή δουλειά.

(Βοζίκης Γιάννης)

 

Αϋπνίες

Αϋπνίες.
Γνωστη παρενέργεια του ύπνου.
Του λίγου ύπνου, του ελάχιστου.
Την συνηθίζεις πριν καν μάθεις να περπατάς.
Σε σηκώνει από το κρεβάτι
και τακτοποιεί τα σεντόνια.
Άσε που και η δουλειά τώρα
ξεκινάει πιο νωρίς ( και τελειώνει πιο αργά).
«Να κι ένας ακόμα λόγος!»
ξεφωνίζεις μέσα στο παραλλήρημα της νύστας σου.
Άγχος.
Αυτό έρχεται μετά- παρενέργεια της αϋπνίας.

«Δεν μπορώ να κοιμηθώ.»
ψυθιρίζεις μέσα στο κεφάλι σου.
Τα χάπια περιμένουν στο ράφι του φαρμακείου.

Τους βλέπεις;

Τους βλέπεις;
Κρεμασμένοι από την πλώρη
φωνάζουν.
Εκεί, μέρες τώρα, μήνες, χρόνια.
Κανείς δεν μπορεί να τους κουνήσει.
Μόνο το δίκιο τους κι ο νόμος τους
υπαγορεύουν τις πράξεις τους.
Τους βλέπεις;
Οι άλλοι, καλοντυμένοι και άξιοι της θέσης τους
χτυπούν τα χέρια τους στο τραπέζι της αίθουσας του δικαστηρίου
ζητώντας τα κεφάλια τους.
Χα! Μα εκείνοι γελάνε και πιάνονται πιο σφιχτά από την πλώρη.

Τους βλέπεις;

(Γιάννης Βοζίκης)

Πάλη

Κάποτε αποφάσισε να βγάλει το κεφάλι του από το παράθυρο

και είδε τον Κόσμο, άρρωστο, να παραπατά στα πτώματα που είχε στρώσει για χαλί

φτύνοντας ότι είχε απομείνει από τα γέρικα μάτια του.

Έσπαγε τα μούτρα του πάνω στα εργοστάσια και τις πολυκατοικίες

κι εκλαιγε αίμα και νερό.

Από κάτω δυο- τρεις που είχαν σωθεί από την καταστροφή, τον περιγελούσαν και του έβαζαν τρικλοποδιές.

Εκείνος παρά το τεράστιο μέγεθός του

έπεφτε στις λάσπες που ο ίδιος είχε δημιουργήσει κι έβριζε.

Τι ωραίο θέαμα!

Ένας άντρας μοίραζε όπλα και σφαίρες λίγο παραδίπλα.

Ένας άλλος βιβλία.

Άνθρωποι με ταλαιπωρημένα χέρια και μυαλά

ξετρύπωναν φοβισμένοι από τα σπίτια τους.

Πλησίαζαν τους άντρες διστακτικά

και μετά τους δάγκωναν για να δουν αν ήταν όντως αληθινοί.

Αφού βεβαιώθηκαν άρχισαν να ουρλιάζουν και να χειροκροτούν.

Ο πρώτος πήρε ένα όπλο.

Ο δεύτερος ένα βιβλίο.

Τώρα είχαν περικυκλώσει το θηρίο.

Σε λίγο θα ξεκινούσαν οι πυροβολισμοί.

«Έλα!», σου φώναξε κάποιος.

«Τώρα ξεκινάνε όλα!».