All posts by Παντελής Χούλης

About Παντελής Χούλης

Με την προτροπή ενός φίλου αντιλήφθηκε πως δεν είναι τενεκές, χτυπώντας την πένα στο κεφάλι του έβγαλε εύηχα ποιητικά ψελλίσματα. Τα σχόλια είναι των άλλων.

Οι μετόπες της ζωής μας.

Σαν κοίταξα ξοπίσω μου
κι αυτά τα μόνα ίχνη των ποδιών μου χάθηκαν.
Μονομιάς σβήστηκαν από την άμμο
λες και στο σήμερα δεν ήρθα από το χθες.

Μπερδεύτηκαν οι αναμνήσεις
με τις επιθυμίες μας.
Μακρύς ο δρόμος
κι ο επιστάτης μας χτυπά με το κνούτο.
Πονούν οι σκέψεις,
διψούν, γυρεύουν, μα μάταια.

Οι μετόπες της ζωής μας λεηλατήθηκαν.
Τσακισμένη στα δύο η αλαβάστρινη φιάλη της καρδιάς.
Πώς να συλλέξω της δροσιάς τις στάλες!
Διαβάτης όλα αυτά τα χρόνια,
ξωμερίτης στο κεφαλόσκαλο σου.
Μα ακόμα ν’ αντικρίσω τα ίχνη σου
πάνω στο λευκό του μάρμαρο.

O τόπος της Ανατολής.

Με πόδια ξυπόλητα
πάνω σε πέτρες μυτερές κι αγκάθια.
Αργεί να ξημερώσει,
όσο κοιτώ τον ουρανό
μοιάζει η σελήνη να με περιγελά.
Βαστώ στα χέρια μου
ένα μπουκάλι αδειανό.
Πάει καιρός που περπατώ,
σαν θα χαράξει η Παρασκευή
εκεί θέλω να στέκω από τους πρώτους.
Νύχτα ολάκερη ανήσυχη μα και βουβή
από τη μέρα εκείνη που έκλαψα.
Πέρασε η ζωή ζητιανεύοντας τον ήλιο
μα η σελήνη πεισματικά αρνείται να δύσει.
Χτυπώ τις πόρτες των ανθρώπων
και παρακαλώ να στάξουν στο μπουκάλι μου
λίγη συμπόνια.
Βρίσκω και κρίνους στο δρόμο μου
και αυτοί φιλότιμα προσφέρουν τ’ άρωμα τους.
Και τριαντάφυλλα και βιολέτες βρίσκω,
οι πασχαλιές απλόχερα δακρύζουν στο μπουκάλι μου.
Κοντεύει να γεμίσει , αλλά και τ’ αρμυρήθια
του γιαλού από μακριά μου νεύουν.
Κοντοζυγώνω στης ανατολής τον τόπο.

Των ματιών η ειλικρίνεια.

Κι’ αφού ύστερα σίγησαν τα όπλα
αντήχησαν οι ψαλμωδίες.
Ξέστηθες ψυχές στέκουν παλληκαρήσια
αντίκρυ σ’ αυτό που ονοματίζουμε αλήθεια.
Στα περάσματα φωλεύουν
θηρία αγριεμένα,
κι’ αυτά πιότερο σαστίζουν
σαν ακούσουν την ανθρώπινη λαλιά.
Βγήκα στο ξέφωτο, η ώρα τρέχει να ξεφύγει
μα ` γω μένω στάσιμος κι αμίλητος.
Κοιτώ σε κάθε σημείο του ορίζοντα,
σταυροκοπιέμαι και μονολογώ.
Το χώμα ξερό και διψασμένο από καιρό.
Η σκέψη μου παρασυρμένη
στης μοναξιάς την προσφυγιά.
Θαμμένα σώματα τριγύρω μου,
μνημούρια ιδεών και πεποιθήσεων που σκόνταψαν.
Ακούγονται οι ψαλμωδίες ακόμα
όσο ξεμακραίνω και η νύχτα πέφτει.
Ο φανοκόρος διώχτηκε από το πόστο του.
Η ανατολή γεννά το φώς κι αυτό φασκιώνει
των ματιών την ειλικρίνεια.

Μεσοβασιλεία.

Γέμισα ένα μπουκάλι σύννεφα.
Φυλάκισα τον ουρανό
και λίγο – λίγο θέλησα να τον απολαμβάνω.
Ελευθερία που οξειδώθηκε
απ’ τις βροχές οδοιπορώντας
στο κακοτράχαλο μονοπάτι.
Κηρύττουν για παμψυχισμό τριγύρω
μα μόνη η ψυχή μου στέκει.
Μισογεμάτο το μπουκάλι τώρα,
λιγοστεύει ο ουρανός που φύλαγα.
Στερήθηκα πολλά χρόνια.
Σαν πιώ δυο γουλιές γίνομαι
άγγελος που προβάλει στα όνειρα μου.
Νύχτες που ξηλώθηκαν,
ημέρες που υφάνθηκαν.
Δημεγέρτης, καταζητούμενος
από τις αρχές του άνυδρου αυτού τόπου.
Διψασμένα στόματα, χείλη στεγνά
που μεταλαμβάνουν από τα χέρια μου.
Κι ύστερα το μπουκάλι γεμίζει πάλι.

Ούριος άνεμος.

Ένα φύσημα γνώριμο
ταράζει το χαλκευμένο παρών.
Η ξυνωρίδα των αντιθέσεων
σκιάζεται και αφηνιάζει.
Ομοπάτριοι γιοί και θυγατέρες
φιλονικούν πάνω απ’ τις σωρούς.
Ορφάνεψε η Γνώση
απ’ το Καθήκον και την Αυτοδιάθεση.
Τώρα μοιράζονται τα υπάρχοντα τους.
Για μια στιγμή φάνηκε να νικά
η λησμονιά μα ο άνεμος έγινε ούριος
και άλλαξε η ρότα μας.

Κτητική αντωνυμία.

Το παραμιλητό των αισθήσεων
αντηχεί στη βουβή λογική.
Οι αγκαλιές γέμισαν
από αγκάθια
και τ’ αγκάθια, γλυκόξινα μούρα.
Ασυνάρτητες λέξεις
κι ύστερα σιωπηλός κόσμος.
Νωρίς δύει ο ήλιος της ημέρας
μα η ανατολή πεισματάρα έφηβη.
Ξεφυλλίζω το λεξικό
γυρεύοντας την κτητική αντωνυμία.
Κυνηγητό στα καλντερίμια
του μυαλού,
κυνηγός το πνεύμα που απέδρασε.
Κτήμα μου, χέρσο χωράφι
η κάθε λέξη που ανταλλάχτηκε.
Ενέχυρο για λιγοστά χαρτονομίσματα.