All posts by faux bijoux

Έρωτος περιγραφή

Μου παραγγέλνεις θα σε δω κάπου σε μιαν άκρη
μα όλο κύκλους κάνω στην ακτή σου.
Δεν είναι θάλασσα εδώ που μ’έστειλες
το σημείο του Βορρά η βελόνη μου δεν δείχνει
έχει καμακωμένα ψάρια στις ακτές
κομμένα πλοκάμια πεταμένα
σκόρπια μελάνια
χτένια από σουπιές
τρύπια κλαδιά απ’τις βροχές

μυρίζει Γκρι και Εσπερινός.

Πού είναι τ’αλμιρίκια που ταξες
πού είναι οι Γκρεμοί που γεννούνε θάλασσες
όταν ο ήλιος ανατέλλει
γιατί δεν λυσσούν τα Κύματα τη πέτρα να σκαλίσουν
γιατί τα βότσαλα δε στρώνουνε τον δρόμο;

τα πόδια απ’το καψιμο χίλια χρόνια μπροστά τώρα θα ήταν.

Η άμμος είναι χώματα,
οι πέτρες σου ασβέστης.
Στο βάλτο που με κύκλωσες
αναζητώ το Μπλε

Τι ανόητη που είμαι, να μην δω τα δίχτυα από νωρίς
δεν είναι θάλασσα εδώ που μ’έστειλες.

Και τώρα,
έτσι που στέκομαι μόνη στην ακτή με τη βελόνη στο χέρι, νοσταλγώ θαλασσινό αέρα
τραγούδια μακρινά να κουβαλά
από ακρόπρωρα στις κορυφές Κυμάτων.
Με αυτή τη μυρωδιά στο νου γυρνάω να βρω μιαν άκρη,

Μα όλο κύκλους κάνω στην ακτή σου.

(Ιούνης’09)

Ιούλης

η ανατολή του ήλιου το πρωί ,
πρωί πρωί, ιούλης μήνας
σε κάποιο δώμα με αυτούς που έφυγαν κι αδειάσαν τη ζωή μας.
Εκεί που τώρα θα γυρνούν αυτοί που φύγαν και δεν το ‘παν,
φαίνεται τραβήξαν μια γραμμή πάνω στα ονόματά μας.

Δικασμένοι τα βράδυα να γυρνάμε, ώσπου να ξημερώσει
πίσω να κοιτάμε μείναμε,
πού κάναμε το λάθος
κι ύστερα με τη σειρά μετράμε…

μία βραδυά χωρίς εσένα
δύο πρωινά είπες θα’ρθω
τρία μεσημέρια λείπεις
τέσσερα απογεύματα, αργά πια, σε ψάχνω
πέντε τζιτζίκια μέσ’ τη γη
έξι πεταλούδες πνιγμένες στη στέρνα,
εφτά καρδερίνες ψώφιες στο κλουβί
οχτώ γαρυφαλλιές μαραμένες στις γλάστρες
εννιά “ίσως”,

δέκα … το βράδυ,
τόσο πια αργά.
Μέσα στον λογαριασμό
ήρθε και η νύχτα,
Κάτω απ’ το κόκκινο φεγγάρι
όλα να μαυρίζουν.

Και μέσα στη νύχτα
πάλι απ’την αρχή
κάνω το λογαριασμό
“ένα αστέρι”
“δύο αστέρια”
“τρία αστέρια”
“τέσσερα”
“πέντε”
“έξι…”
και πάλι απ’την αρχή
μέχρι το πρωί μένω να μετρώ άγρυπνη,
ένα τα λάθη, δύο τα αστέρια

ιούλης μήνας σ’ένα δώμα.

τουαλέτες παλατιών

Στο τέλος του διαδρόμου υπέρλαμπρων παλατιών παράγεται έργο.
Απ’ τον πρώτο όροφο παρακολουθούν
καθρέφτες και λαμπάδες.
Ανυπεράσπιστοι νάνοι κυλιούνται στα πατώματα,
χτυπάνε σε αιχμηρές γωνίες κρεβατιών.
Τζογαδόροι φιλοσοφούν εκ μέρους του βασιλιά,
ρίχνοντας ζάρια στον τοίχο.

Πολύφωτα φωτίζουν τα ανάκτορα,
ακόμα και στις τουαλέτες με τις χρυσές λεκάνες.

Η παραγωγή στις τουαλέτες αυξήθηκε. και οι βώθροι
ξανανιώνουνε λίγο πριν την επανεκλογή. και οι υπηρέτες
θαυμάζουν χάσκωντας απολαυστικά,
αστραφτερές αηδίες που κοίτονται στον πάτο της λεκάνης.
Ανασύρουν την τροφή για τα μάτια
και την ειρήνη της μύτης
και την εκθέτουν στην ατέλειωτη σειρά αγαλμάτων του κήπου.

Το βράδυ που σβήνουν οι πολυέλαιοι,
ανάβουν τα φιτιλάκια
για να βρουν το δρόμο ως την τουαλέτα
με το χρυσάφι.
Το θαύμα της παραγωγής,
το μέλλον των ανακτόρων ανανεώνεται κάθε φορά
που η ρουφήχτρα τραβά τους μόνους θησαυρούς τους.

(εθνικές εκλογές)

Σε κάποιους

Σε αυτούς που δε ρομαντζάρουν τα βράδυα με πανσέληνο, ούτε βλέπουν θάλασσες στη παραλια. Σε όσους δε πίνουν, δε καπνίζουν, δε ξενυχτάνε ως το πρωί, γιατί τη σκέψη τους δε βρήκαν μέρος ακόμα να χωρέσουν. Σ’ αυτούς που ρίξαν στο κατάστρωμα τα ζάρια και μείνανε ταπί από το πρώτο τους ταξίδι.

Αυτοί διαλέγουν στο πίσω τοίχο ενός νεκροταφείου να αφήνουν τις γραφές τους με μαύρες μπογιές. Τα τούβλα χτίζουν, από τα μεσάνυχτα, το ένα δίπλα στο άλλο, το ένα πάνω στο άλλο με χώμα και το σώμα τους. Περιμένουν το πρωί τους ποδηλάτες με τις παρδαλές κορδέλες και σειρήνες να περάσουν, να δουν το είδωλό τους στο καθρέφτη πριν ο ήλιος τους αφανίσει.

Σε αυτούς που δε ξέρουν να διηγούνται παραμύθια.

Ψηλά

Αστράφτει και βροντά

σκυφτός στο χωράφι

θερίζει κι αλωνίζει ο ίδιος αγωγιάτης,

είτε μέρα είτε νύχτα

θερίζει, όλο θερίζει.


Περνά η ώρα και ο αέρας

μια δίνη να γκρεμίσουν.

Ένα άλογο, ένας αναβάτης

να στροβιλιστούν ψηλά.


-Ό,τι προλάβουμε αδέρφια

ελάτε το τρελό άλογο να καβαλήσουμε

προτού ξημερώσει

και ο αγωγιάτης στρώσει τα στάχυα του μπροστά μας.


Πιαστείτε απ’ τη χαίτη, απ’ την ουρά

Σκίστε τις σάρκες του ζώου

μπείτε μέσα του

φωνάξτε δυνατά τα στοιχειά να διώξετε.

Είδωλα μόνο μη στήνετε άλλα!


Ελάτε να στροβιλιστούμε στη τρέλα του αλόγου

μη σας μέλει

μια μέρα έμεινε μόνο.


Αρπάξτε τα γκέμια

Κλέψτε τα αν δεν σας τα δίνουν

Φανείτε Απάνθρωποι, χυδαίοι

Μην περιμένετε μόνο.


Καβαλήστε το αναθεματισμένο άλογο

αφήστε

του ροντέου τα εμπόδια να αλματώσει

ψηλά να φύγετε.

Ταξιδέψτε στο κλεμμένο Όνειρο

πιο ψηλά από των δασών τις κορυφές.

Αναπνεύστε στον νυχτερινό αγέρα,

Louna!


Ο αγωγιάτης δεν σας βρίσκει

δεν ζει αυτός για να πετά.

Μόνο σκυφτός τις στάχτες να σοδιάζει στο σωρό του.


Του αλόγου τα μπροστινά ποδάρια μη λυγίσουν

τεντωμένα να σε υψώσουν.

Τα πίσω θα κλωτσάνε

να του κάνουνε πληγές.

Να λιώσει ο αχρείος.


Τις αλυσίδες της ανυπαρξίας εσύ θα τραντάξεις.

Κλώτσα τη Γη Γερά,

μη λυπάσαι

χώματα είναι όσα βλέπεις,

γούβες βρώμικων νερών.


Το άλογο όλα θα τα τραντάξει.

Με Κρότο, κάτω

θα τα ρίξουν οι κλωτσιές του

χίλια κομμάτια να γενεί η πλάση,

νέους ανθρώπους να φτιάξει απ’την αρχή,

με νερό θαλασσινό

και βράχια ξερά

προιστορικά.


– Κλώτσα

Στη δίνη σου δέσε μας

Άλλοι να γίνουμε.

Τις ταπεινές μας ύλες από τους πόρους μας χύσαμε.

Νέα πνοή είναι καιρός να αστράψει.

Άλλα σημάδια το δρόμο να δείξουν.


Ο αγωγιάτης πρώτος τη χολή του να χύσει.

alter ego

– Δεν Φεύγω, Δεν πάω Μακριά

θα είμαι εδώ ως τη γωνία.

Στο περίπτερο θα ψάξω μήπως βρω

περιοδικά, τσιγάρα, αλκοόλ.

Όταν γυρίσω όμως, Εσύ να έχεις φύγει.

Σβήσε τη τηλεόραση, το γκάζι,

άνοιξε το παράθυρο και Πήδα.

Λυπάμαι που σε διώχνω.

Μη μου θυμώνεις όταν τα μέλη σου μαζεύεις.

Λυπάμαι που σε διώχνω

μα είναι η κάμαρη μικρή,

και εσύ έχεις βαλθεί τους τοίχους διαρκώς να σπρώχνεις,

και ύστερα φωτογραφίες σου δεκάδες κάδρα σου κρεμάς.

Λυπάμαι μα δε σ’ αντέχω άλλο.

παντού τα χρώματά σου, τα εμπριμέ σου,

αρώματα και σάπια φαγητά,

γλάστρες χωρίς χώμα, με λουλούδια πλαστικά

καθρέφτες, κρύσταλλα, χαρτιά.

Δεν σ’ αντέχω άλλο!

– Μη Φύγεις, εδώ έλα στο ανοιχτό παράθυρο,

πριν πηδήξω, μαζί μου να δεις τη θέα.

Έλα πιο κοντά, πιο κοντά

άσε με τώρα να σε σπρώξω.

Ό,τι έκανα δικό μου είναι ανάγκη πια να το κρατήσω.

– Δε ζήτησα άλλο τίποτα ένα τραπέζι, ένα κρεβάτι, άσπρους τοίχους

και ένα Φως.

Η κυρία μου

Η κυρία μου ξυπνά κάθε πρωί στις 6.00. Η κυρία περνά τουλάχιστον μία ώρα μπροστά στον καθρέφτη, μια υπέροχη σχολική φωτογραφία πρωτομαγιά του ’47, μετά φοράει το καπέλο της, συνήθως εκείνο με το φτερό φασιανού και ετοιμάζεται για το πρωινό της. Η κυρία αγαπά να παίρνει το πρωινό της στο κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας, καλημερίζωντας τους γειτόνους, δύο φέτες ψωμί με καφέ και ζάχαρη και ένα ποτήρι φρέσκο βούτυρο και μαρμελάδα με δύο παγάκια. Ύστερα η κυρία ανοίγει την αλληλογραφία της, τη διαβάζει και μετά τη στέλνει στην εκκλησία να τη δώσει στους άπορους. Η κυρία τους σκέφτεται και τους αγαπά τους ανθρώπους.
Το μεσημέρι η κυρία το περνά ζωγραφίζοντας τη θέα από το παράθυρο. Οι πίνακες της κυρίας είναι έργα με αξία. Το φουγάρο είναι πάντα κόκκινο, η ιερά οδός είναι πράσινη, τα αυτοκίνητα είναι λουλακί, οι περαστικοί καφέ, οι γάτες και οι σκύλοι μαύροι, και τα πουλιά αποχρώσεις του ροζ, ανάλογα το είδος. Η κυρία ζωγραφίζει ένα πίνακα κάθε εβδομάδα. Ο τελευταίος ήταν αριστούργημα. Δύο καφέ περαστικοί έσπαζαν τις πλάκες του πεζοδρομίου, ένας πετούσε πορτοκαλί χώματα και χαλίκια σε μια λουλακί νταλίκα που διέσχιζε την πράσινη ιερά οδό και τρεις μαύροι σκύλοι κατουρούσαν στο κόκκινο φουγάρο όπου μια μαύρη γάτα είχε πιάσει μια φούξια καρδερίνα. Ο αγαπημένος μου όμως είναι εκείνος με το κόκκινο φουγάρο στη πράσινη ιερά οδό να προκαλεί μεγΆλη αναστάτωση. Κόκκινα τούβλα πετάγονται ψηλά στον κίτρινο ουρανό, τα φτερουγίσματα των πουλιών τα πιτσιλάνε με ροζ και φούξια μπογιές και ύστερα προσγειώνονται στα λουλακί αυτοκίνητα όπου οι μαύροι οδηγοί, σκύλοι και γάτες κατηγορούν τουσ καφέ περαστικούς για την καθυστέρηση. Αχ, τόσο όμορφοι που είναι οι πίνακες της κυρίας.

Το απόγευμα της κυρίας της αρέσει να βγάζει βόλτα το σκύλο. Ο dodo όμως ψώφησε και έτσι η κυρία πηγαίνει το απόγευμα βόλτα με το ποδήλατο που όμως της το έκλεψαν και έτσι κάθεται σπίτι με το καναρίνι στη γυάλα και το χρυσόψαρο να κελαηδά στο κλουβί, αλλά η γάτα έφαγε το χρυσόψαρο και η κυρία έβγαλε το καναρίνι από τη γυάλα γιατί φοβήθηκε μήπως η lili το φάει και αυτό κατά λάθος. Το καναρίνι έτσι το έσκασε από το παράθυρο και η γάτα η lili έμεινε μόνη της με τη κυρία και τα νεογέννητα μικρά της που όμως τα έδωσε. Η κυρία θύμωσε στη lili και από τότε της δίνει φιλέτο κονσέρβα και άμμο από τη θάλασσα και όχι από το σούπερμαρκετ.

Το βραδάκι, μέχρι να νυχτώσει, η κυρία κάθεται στο πίσω μπαλκόνι, βγάζει το καπέλο της, τα παπούτσια της και αφήνει τη lili τη γάτα να γουργουρίζει και να μπλέκεται στα πόδια της. Η κυρία βλέπει με μεγάλη προσήλωση και συμπάθεια τον ήλιο να ανατέλει στις χώρες πέρα από την απέραντη θάλασσα. Τότε ανοίγει τη συλλογή με τα αγαπημένα της ποιήματα και διαβάζει


Κοιμήθηκα κοιμήθηκα

στου γιασεμιού την ευωδιά

Στων φύλλων το μουρμουρητό

στων άστρων τον χρυσό γυαλό


Οι άνθρωποι μ’αρνήθηκαν

κανείς δεν μου σιμώνει

Μόνο μου κάνει συντροφιά

της νύχτας το τριζόνι…

(ελύτη, Τα Ρω του έρωτα)