All posts by NZK

Το Τελευταίο Δηλητηριώδες Άσμα Ενός Κόκκινου Κύκνου [Μέρος 1]

Ο Κόκκινος Κύκνος

Το τραγούδι των κύκνων γεννάται, πορεύεται και πεθαίνει.

Και, μέχρι να συναντήσει την Πηγή, ο Ίσανδρος δεν είχε ποτέ του παρατηρήσει πόσο μοιάζει το συναίσθημα της εμμονής με ένα κύκνειο άσμα. Κατάφερνε να σωπάσει τη δική του εμμονή περιπλανώμενος μέσα στην καταιγίδα. Το σκοτάδι της προσκόλλησης συχνά καταφθάνει κρυμμένο μέσα στην ατμόσφαιρα της σιωπηλής, απαλής νύχτας. Γι’ αυτό κι εκείνος χρησιμοποιούσε την καταιγίδα της σκέψης και του ουρανού για να διώχνει την ύπουλη αυτή νύχτα.

Στο τελείωμα της νυχτερινής βροχής, είχαν απομείνει μοναχά οι τυχαίες λάμψεις των αστραπών να γεμίζουν το νυχτερινό ουρανό. Ο άνεμος δεν ούρλιαζε πια, ούτε γέμιζε τα τζάμια του αυτοκινήτου με φύλλα, λάσπες και νερό. Το τοπίο είχε καθαρίσει γύρω του. Μπορούσε να διακρίνει στο βάθος τη γαλάζια οροσειρά του νότου, που από πίσω της κρύβονταν η απέθαντη θάλασσα.

Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και βγήκε έξω, ήρεμος πια. Ανατρίχιασε. Το συμπαγές κρύο που άφησε πίσω της η καταιγίδα δεν ενδιαφερόταν καθόλου για την καλοκαιρινή εποχή στην οποία είχε εισβάλλει. Λόγω της εποχής, εκείνος φορούσε μόνο ένα λεπτό, μαύρο παντελόνι και μια κοντομάνικη πράσινη μπλούζα. Άφησε την πόρτα του οδηγού ανοιχτή και ακούμπησε με την πλάτη επάνω στο αμάξι. Σήκωσε το βλέμμα προς στον ουρανό κι έκλεισε τα μάτια του. Η εμμονή του ήταν και πάλι αδύναμη. Η ταραχή που του προκαλούσαν οι εικόνες στην καρδιά είχε, για άλλη μια φορά, περάσει. Η καταιγίδα, μέσα κι έξω, είχε τελειώσει, αφήνοντας πίσω της ζημιές αλλά και ηρεμία. Ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο ανακούφισης αποπειράθηκε να σχηματιστεί στα χείλη του. Μόνος και εκτονωμένος, άφησε τον εαυτό του να βυθιστεί στο ήρεμο σκοτάδι. Ανάμεσα στο μαλακό θρόισμα των φύλλων ξεχώρισε το δειλό, σιγανό τραγούδι ενός πουλιού. Πιθανότατα κάποιος νεαρός τίρενος, ο οποίος είχε μείνει μόνος και αναζητούσε να βρεθεί ξανά με το είδος του.

Ίσως και να τον πήρε ο ύπνος για λίγα δευτερόλεπτα, δεν ήταν σίγουρος. Πάντως, όταν άνοιξε τα μάτια του, βρισκόταν ακόμα ακουμπισμένος στο πλάι του αμαξιού του. Ο νυχτερινός ουρανός είχε καθαρίσει αρκετά ώστε να φαίνεται αχνά το όριο του γαλαξία. Κάπου μέσα στο αστρικό χάος, μια μικρή πορτοκαλιά κουκίδα έλαμπε μοναχή. Ήταν ο Ημίας, το πιο φωτεινό τμήμα του σύριου αστερισμού. Δεν ήταν συνηθισμένο προνόμιο για τους κατοίκους του νάνου πλανήτη Δσιν να έχουν τη ευκαιρία να παρατηρήσουν το ξεχωριστό φως του Ημία.

Ασυνήθιστη ήταν και η μελωδική φωνή που του τράβηξε την προσοχή. Σήκωσε την πλάτη του από το πλάι του αυτοκινήτου και στάθηκε ακίνητος μέσα στο σκοτάδι. Ξεχώριζε τον κάθε ήχο που περνούσε μέσα από τα αυτιά του, προσπαθώντας να εντοπίσει τη μελωδία ξανά. Ήταν πολύ σύντομη, τόσο που αμέσως γεννήθηκε μέσα του η αμφιβολία για το αν πραγματικά άκουσε κάτι.

Πριν περάσουν πολλά δευτερόλεπτα η μελωδία ξανακούστηκε. Κρυμμένη μέσα στο σκοτάδι, υψηλότερα από το επίπεδο στο οποίο στεκόταν εκείνος, προερχόμενη από κάπου πίσω του, πέρα από τη δεξιά μεριά του δρόμου, συνόδευε διακριτικά το τραγούδι των νυχτερινών πουλιών. Έκλεισε τα μάτια του και ανάγκασε το μυαλό του να αναλύσει τη φωνή. Δεν ήταν μελωδία μουσικού οργάνου. Έβγαινε από ζωντανά χείλη. Θηλυκά χείλη. Και σταμάτησε ξανά. Άνοιξε τα μάτια του.

«Ποιά είσαι;» ψιθύρισε.

Τα βήματά του τον καθοδηγούσαν σχεδόν στα τυφλά, καθώς αναζητούσε ένα μονοπάτι προς τη μελωδία. Μετά από αρκετά βήματα, ακούμπησε κρύα, υγρή πέτρα. Το φως των αστεριών καθρεφτιζόταν επάνω στις εναπομείνασες σταγόνες βροχής, που χάιδευαν το σκληρό βράχο. Άνεμος σφύριξε στιγμιαία από τα αριστερά του, τραβώντας του την προσοχή.

«Υπάρχει άνοιγμα εκεί» σκέφτηκε.

Προχώρησε προς τα αριστερά, ψηλαφώντας παράλληλα με τα χέρια του το βράχο, αναζητώντας το άνοιγμα. Όταν το εντόπισε, παρατήρησε πως ήταν αρκετά φαρδύ ώστε να περάσουν δύο άτομα ταυτόχρονα. Έκανε λίγα βήματα προς τα μέσα και ο άνεμος σφύριξε πάλι, περνώντας από πάνω του αυτή τη φορά. Υπήρχε κάποιου είδους μονοπάτι μπροστά του, το οποίο ανηφόριζε όσο μάκραινε. Από εκεί ερχόταν ο άνεμος. Ψηλά, στο τέλος του μονοπατιού, το φως των αστεριών γινόταν εντονότερο.

Με προσοχή, προχώρησε λίγα βήματα επάνω στο μονοπάτι. Το χώμα ήταν μαλακό κάτω από τα πόδια του, αλλά όχι υγρό. Σα να μη το άγγιξε καθόλου το νερό της βροχής. Το τραγούδι του τίρενου δεν ακουγόταν πια. Και οι φωνές των υπόλοιπων πλασμάτων της φύσης είχαν πάψει. Μόνο το σφύριγμα του αέρα γέμιζε τη σιωπή γύρω του, καθώς διάβαινε την ανηφόρα. Στη μέση της διαδρομής ο αέρας έφερε μαζί του ένα άρωμα που συναντούσε για πρώτη του φορά αλλά η αίσθηση που ανέδιδε τού ήταν πολύ γνωστή. Πριν προλάβει να το σκεφτεί περισσότερο, είχε ήδη φτάσει στην άλλη άκρη του μονοπατιού. Ο άνεμος είχε κοπάσει και το σφύριγμά του είχε μειωθεί. Κοντοστάθηκε με τα μάτια κλειστά. Ο αέρας ήταν πολύ διαφορετικός εκεί. Γνώριμος και ζεστός, παρά το κρύο που επικρατούσε στην ατμόσφαιρα. Και ήταν κι εκείνο το άρωμα, λες και είχε φτιαχτεί ειδικά για εκείνον και το παρελθόν του.

Έκανε δύο βήματα ακόμη και πέρασε σε έναν ανοιχτό χώρο. Για μια στιγμή το αστερόφως τρύπωσε μέσα από τα σύννεφα και μπόρεσε να διακρίνει όσα υπήρχαν γύρω του. Στα δεξιά του υψωνόταν μια ψηλή, βραχώδης πλαγιά. Στα αριστερά του διέκρινε μια πλατιά, πέτρινη προεξοχή, εκτεινόμενη πάνω από το επίπεδο από το οποίο είχε ξεκινήσει. Ίσια μπροστά, φαινόταν ένα νέο μονοπάτι, ανηφορικό όπως το προηγούμενο. Έστριβε στα γρήγορα προς τα δεξιά και κατόπιν χανόταν πίσω από το βραχώδες τείχος.

«Είναι βουνό» μονολόγησε, καθώς περιεργαζόταν το τοπίο ολόγυρά του.

Πήγε και στάθηκε στην άκρη της πέτρινης προεξοχής. Είδε πως βρισκόταν λίγο ψηλότερα από τους πρόποδες του βουνού. Κοιτάζοντας προς τα κάτω, μάταια προσπαθούσε να εντοπίσει το δρόμο από τον οποίο ήρθε. Το μόνο που υπήρχε γύρω από το βουνό ήταν σύννεφα. Ξεκινούσαν από το έδαφος και φτάνανε ως τον ουρανό, όπου ανοίγανε τρύπες σε τυχαία σημεία και αφήνανε το φως των αστεριών να περάσει.

Κι ενώ κοίταζε τα σύννεφα που καλύπτανε το εμμέσθενο βουνό, κάτι τινάχτηκε από μακριά, από τα δεξιά του. Δυνατός θόρυβος από μεγάλα φτερά τον έκανε να σαστίσει και να κάνει μερικά βιαστικά βήματα προς τα πίσω, χαμηλώνοντας το κεφάλι και βάζοντας μπροστά τα χέρια για προστασία. Έστριψε το κεφάλι για να δει, αλλά η σκιά πετούσε όλο και πιο ψηλά, ώσπου εξαφανίστηκε βιαστικά πίσω από την πλαγιά του βουνού, πάνω από το ανεξερεύνητο ανηφορικό μονοπάτι.

Αμέσως έριξε το βλέμμα του προς το μέρος από όπου είχε πεταχτεί η σκιά. Ο χώρος καλυπτόταν από αραιή ομίχλη. Δε την είχε παρατηρήσει πριν. Όσο περισσότερο την κοίταζε, τόσο καλύτερα την αντιλαμβανόταν τα μάτια του. Σκέφτηκε για μια στιγμή και ύστερα αποφάσισε. Περπατώντας αργά, προσεκτικά, πέρασε στην ομίχλη.

Ένιωσε την ατμόσφαιρα να γεμίζει με κάποιου είδους πένθιμη συμφωνία, καθώς μια σκοτεινή λίμνη αποκαλυπτόταν μπροστά στα μάτια του. Τα νερά της δεν αντικατοπτρίζανε το αστερόφως, σαν ένας καθρέφτης που δεν αφήνει το φως να τον αγγίξει. Οι εξωτερικοί ήχοι είχαν εξαφανιστεί. Ήταν σαν η ομίχλη να κρατούσε τη λίμνη αποκλεισμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, περιβάλλοντάς την με την ανακουφιστική σιωπή που ακολουθεί το θάνατο. Ο Ίσανδρος ένιωσε τη μεγάλη ανάγκη να κλείσει τα μάτια του και να αφεθεί στην ηρεμία της παράξενης λίμνης. Και στη στιγμή που ετοιμαζόταν να το κάνει, η μελωδική φωνή ακούστηκε για άλλη μια φορά. Άνοιξε ξαφνιασμένος τα μάτια του και στα γρήγορα σάρωσε με την ακοή του τον περιβάλλοντα χώρο. Η πηγή της μελωδίας βρισκόταν απέναντι, στην άλλη άκρη της λίμνης.

Σήκωσε το βλέμμα του και άρχισε να προχωρά με βιαστικά βήματα προς την απέναντι όχθη. Με τη σκοτεινή λίμνη στα αριστερά του και την ομίχλη στα δεξιά του, σκέφτηκε για μια στιγμή ότι ίσως περπατούσε στις αδιέξοδες στοές κάποιου ονείρου. Κι όσο πλησίαζε την πηγή της μελωδίας, τόσο περισσότερο ταίριαζε μέσα στο μυαλό του η εξήγηση του ονείρου, καθώς όλα γύρω του έμοιαζαν ακίνητα και ατέλειωτα. Ωστόσο, δε πέρασε πολλή ώρα μέχρι να φτάσει στην πηγή. Και εκεί ήταν που, αν επρόκειτο για όνειρο, θα ξυπνούσε. Όμως, καθώς ο Ίσανδρος βρισκόταν στον πραγματικό κόσμο, παρέμεινε στη θέση του. Καθώς στεκόταν και κοίταζε ακίνητος, προσπαθούσε να καταλάβει. Στην άκρη της λίμνης, με τα πόδια βουτηγμένα στο νερό και τα χέρια ακουμπισμένα στο μαλακό χώμα, καθόταν μια γυναίκα.

Advertisements

Η Σάρωση

«Η Σάρωση. Ο ασταμάτητος εφιάλτης των κατοίκων της Σάμνας για τα τελευταία, τουλάχιστον τριάντα χιλιάδες, χρόνια. Και, τότε, ήταν που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η χάραξη με πέτρα επάνω σε πέτρα. Ποιός ξέρει για πόσο καιρό υπήρχε πριν από την ανακάλυψη της γραφής;

‘Κάτι σχετικό με τα κύτταρά μας και τη ραδιενέργεια γάμμα.’ Αυτή είναι η πιο επιστημονική και επίσημη εξήγηση που προέκυψε μετά από έρευνα και μελέτη χιλιάδων ετών. Όταν η Σάρωση πλησιάζει, πρέπει να σταματήσεις οτιδήποτε κι αν κάνεις. Να κλείσεις τα μάτια, να σκεπάσεις το σώμα σου με ό,τι μπορείς και να χαμηλώσεις το μεταβολισμό του σώματός σου όσο γίνεται περισσότερο. Κάποιες φορές νιώθεις τη Σάρωση να σε βρίσκει στο στομάχι. Άλλες φορές στα πόδια. Όταν αρχίζεις να τη νιώθεις σε όλο σου το σώμα, είναι κακό σημάδι. Δε πρέπει να την αφήσεις να σε βρει. 

Πάντα υπάρχει κάποια απώλεια μετά. Όταν ακούς τη Σάρωση έρχεται, ξέρεις ότι κάποιος θα πεθάνει. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να εύχεσαι να μην είσαι εσύ. Και, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η Σάρωση έρχεται κάθε μέρα, το μεσημέρι, όταν ο ήλιος είναι πιο ψηλά στον ουρανό και πιο έντονος από όλη την υπόλοιπη ημέρα, γίνεται κατανοητό το πόσο ψυχοφθόρο είναι το συναίσθημα να ελπίζεις να πεθάνει ο διπλανός σου στη θέση σου.

Έχω εντοπίσει την πηγή του σήματος της Σάρωσης. Είναι παράξενο, αλλά πρόκειται για ένα συνηθισμένο δωμάτιο ξενοδοχείου, το οποίο μάλιστα λειτουργεί κανονικά εδώ και σαράντα τέσσερα χρόνια. Δε μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Αλλά δε τολμώ να πάρω μαζί μου τα δεδομένα που έχω συλλέξει όλα αυτά τα χρόνια κατά την αναζήτηση της πηγής του εφιάλτη της Σάμνας. Αν βρείτε τον ηχογράφο μου εδώ, μπροστά στην πόρτα του δωματίου, τότε δεν έχω επιστρέψει ακόμη. Πάρτε τον και ψάξτε κάποιον επιστήμονα που να μη φοβάται να ερευνήσει τη Σάρωση. Ίσως βρείτε ένα τρόπο να τη σταματήσετε. Δε ξέρω τι με περιμένει εκεί μέσα. Αντίο.»

Η Τεύτκρα πίεσε ξανά το πλήκτρο εγγραφής και η ηχογράφηση σταμάτησε. Έσκυψε με δυσκολία και ακούμπησε τον ηχογράφο της στο δάπεδο, δίπλα στην πόρτα του δωματίου 404. Άπλωσε το κουρασμένο χέρι της μπροστά κι έσπρωξε την πόρτα. Προς έκπληξή της, η πόρτα άνοιξε εύκολα.

 «Τι στο καλό συμβαίνει, πώς είναι δυνατόν να μη το έχει καταλάβει κανείς ως τώρα;» αναρωτήθηκε, ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά τριγύρω.

Το προσωπικό του ξενοδοχείου, οι πελάτες, όλοι περπατούσαν ανέμελοι σα να μη συμβαίνει τίποτα. Η Τεύτκρα αντιλήφθηκε ξαφνικά πως, για όση ώρα ηχογραφούσε το μήνυμά της μπροστά στην πόρτα του δωματίου, οι διάδρομοι ήταν γεμάτοι από κόσμο που απλά αγνοούσε την ύπαρξή της. Παρατήρησε όμως ότι κανένας δε περνούσε από το διάδρομο στον οποίο βρισκόταν η ίδια, ούτε φαινόταν να ζει κανείς στα δωμάτια του συγκεκριμένου διαδρόμου.

 «Θα τρελαθώ! Πρέπει οπωσδήποτε να μάθω!» φώναξε μέσα της και έσπρωξε την πόρτα μέχρι να ανοίξει εντελώς.

Παρόλο που περίμενε να αντικρίσει μια τρομακτική εικόνα που θα την έκανε να παγώσει από το φόβο της, αυτό που είδε μπροστά της μόλις έκανε ένα βήμα μέσα στο δωμάτιο ήταν μια συνηθισμένη κρεβατοκάμαρα ξενοδοχείου. Με εξαίρεση το ότι τα κρεβάτια ήταν γυμνά, χωρίς καν στρώματα, δεν υπήρχε κάτι άλλο παράξενο στο χώρο. Η Τεύτκρα δεν επαναπαύθηκε. Περπάτησε στις μύτες των ποδιών της κι έφτασε στο κέντρο του δωματίου. Είχε τεντωμένα τα αυτιά της, έτοιμη να τιναχτεί με τον παραμικρό θόρυβο κι ευχόταν να είχε φέρει μαζί της έστω ένα απλό πιστόλι.

Ένιωθε τα χέρια της πολύ κουρασμένα για να αμυνθεί σε μια μάχη σώμα με σώμα, αν χρειαζόταν. Από τα σαράντα εφτά της χρόνια, είχε ξοδέψει τα τριάντα δύο ερευνώντας τη Σάρωση. Ήταν η μεγάλη εμμονή της ζωής της, η μέγιστη θεωρία συνομωσίας για εκείνη. Κι όταν, μια μέρα, ανακάλυψε την πηγή του σήματος, σηκώθηκε από το γραφείο της και συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι είχε μεγαλώσει.

Δυσκολευόταν να αποφασίσει αν τελικά άξιζε που αφιέρωσε ολόκληρη τη νεαρή ηλικία της σε μία τρελή έρευνα. Αν δεν είχε ανακαλύψει ποτέ την προέλευση της Σάρωσης, ίσως να ήταν ήδη απογοητευμένη για τον τρόπο με τον οποίο έζησε. Στην πραγματικότητα, όμως, είχε καταφέρει το ακατόρθωτο. Βρισκόταν σε ένα ξεχασμένο δωμάτιο ξενοδοχείου, με όλα τα στοιχεία να την οδηγούν στο κέντρο του και την αγωνία στο σβέρκο της να μεγαλώνει και να την ανατριχιάζει.

 «Δεν είναι δυνατόν να έγινε λάθος. Ο εντοπιστής μου έχει ακρίβεια τετραγωνικού εκατοστού. Το σήμα έρχεται από το κέντρο της κρεβατοκάμαρας!» αναλογίστηκε η γυναίκα.

Και, όπως γίνεται πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, η διαίσθησή της ήταν σωστή. Η ίδια δε το είχε καταλάβει αλλά, καθώς βάδιζε προς το κέντρο της κρεβατοκάμαρας, είχε περάσει μέσα από την πύλη μιας φαρδιάς, αόρατης κάψουλας. Και δε μπορούσε να φανταστεί τι υπήρχε μέσα στην κάψουλα.

Έμεινε ακίνητη για λίγα δευτερόλεπτα. Της είχε φανεί πως για μια στιγμή άκουσε μια μυϊκή κίνηση που δεν ήταν δική της. Μέσα στην απόλυτη ησυχία, η κίνηση ξανακούστηκε. Τότε ήταν που η Τεύτκρα είχε πλέον μετανιώσει ολοκληρωτικά που δεν είχε όπλο μαζί της. Οι μύες της αρχίσανε να συσπώνται, τα μάτια της να περιεργάζονται με μεγάλη ταχύτητα όλες τις γωνίες του δωματίου.

«Μη ταράζεσαι τέκνον μου» την τίναξε μια βαριά, ήρεμη, γέρικη αντρική φωνή που ήρθε ακριβώς από δίπλα της.

Από την τρομάρα της η Τεύτκρα χτύπησε το κεφάλι της στο αόρατο τείχος της κάψουλας κι έπεσε στο πάτωμα σχεδόν λιπόθυμη. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, είχε συνέλθει και, πολεμώντας μερικούς πόνους στη μέση, σηκώθηκε στα γρήγορα όρθια. Προσπαθούσε να καταλάβει αν η φωνή που είχε ακούσει ήταν αποτέλεσμα της αγωνίας της ή αν κάποιος ήταν όντως εκεί, μαζί της.

«Μη πιστεύεις αυτό που βλέπεις και μη φοβάσαι αυτό που δε βλέπεις» είπε η φωνή. Σοφία ανέδιδε η χροιά της. Το πλάσμα που μιλούσε δεν ήταν ένα συνηθισμένο αιμοδιψές τέρας, βγαλμένο από κάποια τυχαία ιστορία τρόμου. Θα μπορούσε να είναι ένας σοφός γέροντας, ένας μοναχός της Οσίας Κοιλάδας. Και, παρόλο που η όλη κατάσταση την είχε τρομοκρατήσει, η Τεύτκρα ένιωσε ζεστασιά στο άκουσμα αυτής της φωνής.

«Δε φοβάμαι» απάντησε εκείνη, ήρεμα κι αυθόρμητα. «Ποιός είσαι;»

Μπροστά στα μάτια της σχηματίστηκε η κάψουλα μέσα στην οποία βρισκόταν εδώ και λίγη ώρα. Εμφανίστηκε πολύ γρήγορα, σα να έπεσε ξαφνικά από τον ουρανό χωρίς να κάνει θόρυβο.

«Γιατί δε βλέπω εσένα;» ρώτησε καχύποπτη η Τεύτκρα.

«Είσαι έτοιμη να με αντικρίσεις;» ρώτησε η φωνή.

«Όχι» είπε με ειλικρίνεια η γυναίκα. «Αλλά εσύ ο ίδιος μου είπες να μη πιστεύω αυτό που βλέπω και να μη φοβάμαι αυτό που δε βλέπω. Λοιπόν, δε φοβήθηκα αυτό που δεν είδα. Καταλαβαίνω ότι είσαι νοήμων πλάσμα και υποθέτω πολύ ανώτερο από εμένα, ίσως κι από όλους τους κατοίκους της Σάμνας.»

«Οι πολιτισμοί μας διαφέρουν τόσο, όσο οι λευκές τρύπες του πράσινου γαλαξία με τα αντικρουόμενα ανώτερα κβαντικά σύνολα σε ένα εκπίπτων ελλασονικό υποβαρυτόνιο.» παρατήρησε το πλάσμα και συνέχισε τη σκέψη του. «Κι όμως, η αντίληψή σας περί ύπαρξης είναι εξαιρετικά σωστά διαμορφωμένη.»

Η Τεύτκρα μισόκλεισε τα καταπράσινα μάτια της και σήκωσε τα φρύδια της, μπερδεμένη κι εντυπωσιασμένη.

«Κοίτα, δεν έχω ιδέα τι στα κομμάτια είπες μόλις τώρα, αλλά εμφανίσου σε παρακαλώ. Σε βρήκα. Νίκησα. Γι’ αυτό, εμφανίσου.»

Προς ικανοποίηση της επιθυμίας της Τεύτκρας, το πλάσμα τής επέτρεψε να το δει. Η γυναίκα είχε όντως νικήσει, σε σχέση με πολλούς άλλους που είχαν προσπαθήσει στο παρελθόν να εντοπίσουν την πηγή της Σάρωσης και όλοι τους είχαν αποτύχει. Μπροστά στα ανυπόμονα μάτια της άρχισε να εμφανίζεται σιγά-σιγά το σώμα του πλάσματος. Τέσσερα μικρά κόκκινα ατροφικά πόδια πρόβαλλαν επάνω στο χοντρό χαλί του δωματίου. Έμοιαζαν παρατημένα και αχρησιμοποίητα για πολύ καιρό. Είχαν κάτι το παράξενο αυτά τα πόδια. Το ένα έμοιαζε λίγο πιο μακρύ, το άλλο πιο φαρδύ. Δε μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς γινόταν.

Τα πόδια ήταν συνδεδεμένα σε ένα πλαδαρό, χοντρό στρογγυλό σώμα που αργά παρουσιαζόταν μπροστά της από κάτω προς τα επάνω. Λίγο πριν το λαιμό παρατήρησε τα χέρια του. Δύο μικρά λεπτά χέρια, αν και το ένα ήταν λίγο μακρύτερο από το άλλο, τόσο ισχνά όσο και τα πόδια του. Ότι κι αν έκανε το πλάσμα σε εκείνο το παρατημένο δωμάτιο, σίγουρα δε χρησιμοποιούσε τα παράξενα σχηματισμένα μέλη του.

Μόλις η αποκάλυψη ολοκληρώθηκε, η Τεύτκρα κοίταξε το αλλόκοτο πλάσμα που στεκόταν μπροστά της. Ένα κόκκινο σώμα με χέρια και πόδια που ήταν αδύνατο να λειτουργήσουν σωστά ή αρμονικά μεταξύ τους. Και, μετά από όλα αυτά, ένα παράξενα απλό κεφάλι. Στενό κρανίο -αν υπήρχε κρανίο ή και σκελετός ακόμα μέσα σε αυτό το σώμα- και κόκκινο χρώμα παντού, χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Μόνο ένα μάτι έσπαγε τη μονοτονία του προσώπου του. Ένα ολοστρόγγυλο, φωτεινό κίτρινο μάτι.

«Τι είδους μάτια εκπέμπουν φως από μέσα τους;» αναρωτήθηκε η γυναίκα.

«Δεν είναι μάτι αυτό που βλέπεις παιδί μου. Είμαι εγώ.» είπε το πλάσμα, διαβάζοντας και απαντώντας στη σκέψη της.

Και, τότε, η Τεύτκρα είδε καλύτερα και κατάλαβε.

Μύες. Κατακόκκινοι γυμνοί μύες, τοποθετημένοι σε πολλά στρώματα, σχημάτιζαν το σώμα του. Τοποθετημένοι. Αυτά τα κομμάτια δεν ήταν δικά του. Ολόκληρο το σώμα του ήταν σχηματισμένο -ή μάλλον όχι, ήταν συναρμολογημένο– από κομμάτια διαφορετικών μυών. Τα περισσότερα είχαν μείνει ανέπαφα κατά την αφαίρεσή τους από τα αρχικά σώματα και την προσθήκη τους στο σάρκινο συνονθύλευμα. Μικρά, λεπτά κομμάτια μαύρου τένοντα κρατούσαν τα τμήματα στις θέσεις τους, λειτουργώντας ως συνδέσεις.

«Απίστευτο!» μουρμούρισε έκπληκτη η γυναίκα. Σκέφτηκε τη δική της κατάσταση. Τους πόνους στα μπράτσα τα τελευταία δύο χρόνια και τα τσιμπήματα στη μέση της, που όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πλήθαιναν. Αναλογίστηκε τα δικά της παράπονα για τους πόνους της ηλικίας και, συγκρίνοντάς τα με τον πόνο που θα πρέπει να ένιωθε ένα πλάσμα σε αυτήν την κατάσταση, ξαφνικά ένιωσε ανακούφιση που είχε μόνο αυτά τα προβλήματα στα σαράντα εφτά της.

«Είμαι ο Νόβωνος» είπε. Στη φωνή του δε διακρινόταν καμία δυσανασχέτηση για το σωματικό πόνο που αναπόφευκτα θα τον βασάνιζε.

Η Τεύτκρα παρατήρησε πως το πλάσμα δεν είχε στόμα. Παρόλο που το σώμα του αποτελούνταν αποκλειστικά από μύες -αφού τελικά είδε πως δεν είχε καν δέρμα- οι μύες δεν ήταν σχηματισμένοι έτσι ώστε να αποδίδουν σωστά τα σωματικά χαρακτηριστικά των Σάμνυων. Δύο πόδια είχαν χρησιμοποιηθεί από το ίδιο άτομο, τα άλλα δύο ήταν διαφορετικά μεταξύ τους. Τα χέρια του το ίδιο. Το ένα ήταν γυναικείο, το άλλο παιδικό. Τί δουλειά μπορεί να έχει μια τόσο εξελιγμένη οντότητα μέσα σε ένα αηδιαστικό, άχρηστο σώμα, στην πιο ξεχασμένη άκρη του λευκού γαλαξία, στον πλανήτη Σάμνα;

«Αν δε σου εξηγήσω, δε πρόκειται να το μαντέψεις από μόνη σου» είπε ο Νόβωνος, διαβάζοντας για άλλη μια φορά το μυαλό της.

«Είμαι παιδί του Λαθύγγενου» είπε ο Νόβωνος και η Τεύτκρα αισθάνθηκε πως κάτι θα έπρεπε να της λέει αυτό το όνομα, αλλά δε μπορούσε να προσδιορίσει τί. Άνοιξε το στόμα της για να ζητήσει διευκρινήσεις, αλλά την πρόλαβε.

«Η ιστορία της Σάμνας πηγαίνει πολύ πιο πίσω από την ανακάλυψη του φασματικού ρεύματος και του πρώτου τροχού.» Χαμήλωσε, όσο μπορούσε, το κεφάλι του για να μιλήσει πιο κοντά στο πρόσωπο της γυναίκας.

«Η γέννησή μου δεν ήρθε πολύ μετά από τη δημιουργία της Σάμνας» είπε και η Τεύτκρα βούρκωσε. Δεν ήξερε ακριβώς γιατί, αλλά μια αποκάλυψη τέτοιους είδους δεν ήταν δυνατό να ακουστεί στα αυτιά της χωρίς συνέπειες.

«Το Λαθύγγενο» κατάφερε να βγάλει μερικές λέξεις από το στόμα της μετά από αρκετά δευτερόλεπτα σιωπής. «Ο Πρώτος Δράκοντας» είπε και περίμενε έκθαμβη.

«Ναι» επιβεβαίωσε τα λόγια της ο Νόβωνος. «Ο Δράκοντας Ο Μέγας. Το Σκότος Που Υποφέρει. Αυτός ήταν ο πατέρας μου. Και ήταν πολύ διαφορετικός από αυτό που περιγράφουν τα ελάχιστα κείμενα που μιλάνε για εκείνον στις μέρες σας.»

Η Τεύτκρα ακόμα δε μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι το Λαθύγγενο είχε ζήσει στην πραγματικότητα. Οι συνομωσιολόγοι κάνανε λόγο για ένα μακρόστενο πλάσμα, όμοιο με σκαθάρι, με τριάντα κοφτερά πόδια και μάτια παντού κολλημένα επάνω στο σκληρό του κέλυφος.

«Η Εποχή Της Μάγισσας» ψιθύρισε εκείνη.

«Η μεταμόρφωση του Ορόφμεφ και η γέννηση του Λαθύγγενου» συμπλήρωσε ο Νόβωνος. «Στην αρχή της Σάμνας, μάγισσες και νάνοι περπατούσαν στα επίπεδά της, όταν η Σάμνα ήταν ακόμα ένας πολυεπίπεδος κόσμος, πριν γίνει σφαιρική.»

Την άφησε για λίγο να συνειδητοποιήσει όσα άκουσε, αν και θα χρειαζόταν πολύς καιρός για κάτι τέτοιο. Μετά, συνέχισε:

«Η γέννησή μου και η γέννηση των αδερφών μου, ο θάνατος του Λαθύγγενου και η τιμωρία της Μάγισσας ήταν οι πρώτες τραγωδίες της Σάμνας. Μέσα σε αυτές τις τραγωδίες μεγάλωσα. Είδα τα μέλη της Μάγισσας να κρέμονται, φρεσκοκομμένα ακόμη, από το μεγάλο πύργο του Φεργκρίμ του Σφυρηλατητού. Είδα τους νάνους και τους γνώμους να χτίζουν κάστρα, πόλεις, χώρες και να δίνουν στη Σάμνα την ελπίδα που είχε από νωρίς στερηθεί. Για πολύ καιρό γυρνούσα και παρατηρούσα, εξόριστος από το έδαφος, όταν το όνομά μου ήταν ακόμα Ράρχτα.

Αργότερα, συνέχισα σε άλλα αστρικά συστήματα. Καταδικασμένος να μη μπορώ να ακουμπήσω σε έδαφος μέχρι να επιστρέψω για την εκδίκησή μου από όλες τις Μάγισσες, παρατηρούσα τους πολιτισμούς του λευκού γαλαξία. Και, αργότερα, του πράσινου γαλαξία και μετά ακόμα πιο πέρα. Για πολύ καιρό περιπλανιόμουν στο σύμπαν και μελετούσα οτιδήποτε εμφανιζόταν στην πορεία μου.»

«Και τελικά επέστρεψες και πήρες εκδίκηση από τις μάγισσες;» έκανε την εύλογη ερώτηση η Τεύτκρα.

«Όχι» είπε ο Νόβωνος και προσέφερε μια μικρή ανακούφιση στη γυναίκα.

«Το μίσος ξεθώριαζε όσο μάθαινα τον κόσμο γύρω μου. Όταν επέστρεψα, το έκανα για να σώσω τη Σάμνα.»

«Να τη σώσεις; Από τί;»

«Από την καταστροφή που έφερε η Μάγισσα, φυσικά. Από τη στιγμή που η Γρακμερβάνσρια αντιλήφθηκε ότι μπορούσε να αλλάζει τον κόσμο ανάλογα με τη θέλησή της, δεν ενδιαφερόταν ούτε για την ίδια της τη ζωή. Διέλυσε την ατμόσφαιρα της Σάμνας, το υπέδαφός της και το μαγνητικό πεδίο της. Αυτό φάνηκε περισσότερο στα χρόνια που ακολούθησαν την τιμωρία της. Ήταν οι χειρότερες καταστροφές που είχε προκαλέσει.

Όταν εγκατέλειψα τη Σάμνα, είχε ήδη αρχίσει να μαζεύεται γύρω από τον εαυτό της. Η τροχιά της μεταβλήθηκε και πλησίασε πολύ στο άστρο της, τον Ημία. Οι νάνοι αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε όσες υπόγειες στοές είχαν μείνει ανέπαφες. Οι γνώμοι κρύφτηκαν μέσα στις λίμνες για να προστατευτούν από την ανυπόφορα μεγάλη θερμοκρασία. Οι τρύπες στο μαγνητικό πεδίο του πλανήτη αφήνανε τις κοσμικές ακτίνες του Σύμπαντος και τις υψηλές ακτίνες του Ημία να κατακαίνε τη βλάστηση, καμιά φορά και τις ίδιες τις πέτρες. Η Σάμνα πέθαινε κι εγώ την άφησα στη μοίρα της, εξοργισμένος και απογοητευμένος για όσα έζησα επάνω σε αυτήν. Το κατώτατο επίπεδο, όπου γεννήθηκαν οι παλιοί θεοί, χάθηκε και κρύφτηκε από τον κόσμο.»

Τώρα είχε αρχίσει να βγαίνει λίγο νόημα για τη διαδικασία της Σάρωσης. Οι ακτίνες γάμμα, τις οποίες η ατμόσφαιρα της Σάμνας δεν ήταν έτοιμη να υποδεχτεί και οι επιστήμονες δε μπορούσαν να καταλάβουν πώς αναπτύχθηκε η ζωή σε αυτόν τον πλανήτη με τις βλαβερές ακτίνες του Ημία παρούσες.

Η Τεύτκρα ήθελε ν’ ακούσει κι άλλα για την ιστορία του Νόβωνου και της Σάμνας, αλλά την έκαιγε ακόμη η απάντηση στη Σάρωση.

«Ο πλανήτης υπάρχει χάρη στη Σάρωση, έτσι δεν είναι;» είπε, έχοντας βγάλει ένα βιαστικό συμπέρασμα από όσα άκουγε τόση ώρα.

«Όχι ακριβώς» είπε ο Νόβωνος. «Η ζωή στην πλανήτη θα υπάρχει για όσο θα υπάρχει η Σάρωση. Όταν επέστρεψα στη Σάμνα, είχα πια αποφασίσει να εγκαταλείψω την ιδέα της εκδίκησης. Ποιός ξέρει τι θα είχα κάνει αν είχα επιστρέψει θυμωμένος!» είπε και, το λαμπερό κίτρινο μάτι του αναπόλησε τις παλιές μέρες για μια στιγμή.

«Είδα τη νέα μορφή του πλανήτη και κοίταξα τα καινούρια παιδιά του. Είδα την ελπίδα στις πράξεις τους. Οι απόγονοι των νάνων και των γνώμων είχαν δώσει στη Σάμνα την αρμονία και τη γαλήνη που της άξιζε. Και, παρά τις περιστασιακές διαμάχες σας, ο πολιτισμός σας δε συγκρίνεται με το σκοτεινό κόσμο στον οποίο γεννήθηκα και μεγάλωσα. Ένιωσα ανέλπιστη ηρεμία και χαρά που ξαναέβλεπα τον κόσμο μου. Και, βλέποντας το φριχτό περιβάλλον μέσα στο οποίο ήταν αναγκασμένα να ζούνε τα παιδιά της Σάμνας, αποφάσισα να τα προστατεύσω, όσος καιρός κι αν χρειαζόταν. Η πρώτη μου θέση για τη Σάρωση ήταν η πιο ευαίσθητη περιοχή του μαγνητικού πεδίου, εκεί που τώρα βρίσκεται το νεκροταφείο των μοναχών της Οσίας Κοιλάδας. Καθώς η Σάμνα περιστρεφόταν και κατάφερνα να τη δυναμώσω σε κάποια σημεία, έπρεπε να μετακινούμαι σε νέα μέρη. Μέχρι που κατέληξα εδώ. Έκλεψα μια κάψουλα αορατότητας από τα, τώρα πια εγκαταλελειμμένα, εργαστήρια της Ράμνιας και βρίσκομαι εδώ για τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια.»

«Πόσο καιρό εφαρμόζεις τη Σάρωση;» ρώτησε η Τεύτκρα. Τώρα πια είχε συνηθίσει στην ιδέα της ύπαρξης του Νόβωνου και ένιωθε πως έπρεπε να μάθει κάποια συγκεκριμένα πράγματα για τη διαδικασία προστασίας της Σάμνας. Κάτι μέσα της έλεγε πως έπρεπε να μάθει. Δεν ήξερε το λόγο.

«Ξεκίνησα να προστατεύω τη Σάμνα πριν από έξι εκατομμύρια χρόνια» είπε το πλάσμα κι η φωνή του ακουγόταν κουρασμένη. Όχι από το φριχτό του σώμα, αλλά από το χρόνο. Έξι εκατομμύρια χρόνια Σάρωσης ήταν πολλά, ακόμα και για εκείνον.

Η Τεύτκρα είχε αρχίσει να καταλαβαίνει. Δε μπορούσε να γνωρίζει πώς ήταν δυνατόν, αλλά το ένιωθε στην καρδιά της.

«Σου τελειώνει ο χρόνος, έτσι δεν είναι;» είπε με θλίψη. Λυπήθηκε το καημένο πλάσμα, που στη ζωή του είχε γνωρίσει μόνο φρίκη, πόνο και θάνατο κι όμως αποφάσισε να βοηθήσει τον πλανήτη που το είχε ουσιαστικά καταστρέψει.

«Ακριβώς. Όσο περισσότερο σαρώνω, τόσο εξασθενεί η ύπαρξή μου. Αυτό το μικρό μάτι που βλέπεις, κάποτε ήταν μεγάλο και ογκώδες, όπως ένα σύννεφο στον ουρανό.

Η Τεύτκρα είχε πλέον καταλάβει ακριβώς τι έπρεπε να γίνει.

«Χρειάζεται να αντικατασταθείς. Αν δε συνεχιστεί το έργο σου, σύντομα οι ακτίνες του άστρου θα διαλύσουν τα πλάσματα της Σάμνας και ο πλανήτης θα ερημώσει.»

«Αυτό ίσως να μην είναι αλήθεια. Έχω λόγους να πιστεύω ότι θα δημιουργηθεί νέα ζωή στον πλανήτη, αν αυτός κάποτε ερημώσει» είπε ο Νόβωνος. Αν οι μύες στο πρόσωπό του ήταν σωστά τοποθετημένες, θα φαινόταν ο σκεπτικιστικός του μορφασμός. «Αλλά, η Σάμνα γέννησε επιτέλους παιδιά που ζούνε ευτυχισμένα επάνω της. Δε χρειάζεται να ζούνε φοβισμένα, κρυμμένα κάτω από τη γη ή στο βυθό των λιμνών και των θαλασσών» είπε και έσκυψε ξανά προς το μέρος της. «Αν είχα δάκρια, θα έκλαιγα για τον πόνο που έζησε ο πλανήτης μέχρι να βρει τη γαλήνη. Τα παιδιά της Σάμνας πρέπει να παραμείνουν ευτυχισμένα, ελεύθερα. Για εκατομμύρια χρόνια αγωνίστηκαν επάνω σε ένα ταλαιπωρημένο, κατεστραμμένο κόσμο. Και, επιτέλους, έχετε ειρήνη. Δε θα αφήσω να χαθεί αυτό.»

Κοίταξε εξεταστικά με το κίτρινο μάτι του την Τεύτκρα. Εκείνη είχε ήδη καταλάβει τί θα ακολουθούσε, αλλά δίσταζε να κάνει η ίδια το πρώτο βήμα.

«Ξέρεις τι πρέπει να συμβεί, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Νόβωνος.

Η Τεύτκρα κοίταξε βαθιά, μέσα στην κίτρινη λάμψη της αλλόκοτης οντότητας.

«Είμαι έτοιμη» είπε τελικά. «Πιθανότατα λέω ψέματα, αλλά μόνο έτσι μπορώ να το αποφασίσω. Κάνε ό,τι χρειάζεται να γίνει. Είμαι έτοιμη.»

Απαλά κύματα αισιοδοξίας και χαράς πλημύρισαν το δωμάτιο. Δε μπορούσε να εξηγήσει το πώς, αλλά ένιωθε ότι αυτή η ατμόσφαιρα αναδυόταν από το Νόβωνο. Να ήταν από το σώμα του; Από το παράξενο μάτι του; Δεν ήξερε.

Ο Νόβωνος έγειρε για μια τελευταία φορά προς το μέρος της. Το μάτι του έλαμπε περισσότερο τώρα. Μια άγνωστη δύναμη την έσπρωξε να κοιτάξει μέσα του με μεγαλύτερη προσοχή. Μπορούσε να ακούσει κάτι που έμοιαζε με μικροφωνισμό από μακριά, μόλις που ακουγόταν. Το λαμπερό, κίτρινο μάτι μετακινήθηκε γύρω από τον άξονά του, σα να περιστρέφονταν. Ναι, περιστρέφονταν. Ξεκίνησε αργά, αυξάνοντας διαρκώς ταχύτητα. Ο μικροφωνισμός δυνάμωνε στα αυτιά της Τεύτκρας. Αλλά, αντί να προσπαθήσει να τον απωθήσει, εκείνη τον άφησε να μπει μέσα της. Τα αυτιά της γεμίσανε από μια τσιριχτή συχνότητα που υπό κανονικές συνθήκες θα της είχε καταστρέψει την ακοή. Το μάτι στριφογύριζε σα τρελό. Ο ήχος κάλυπτε όλο το χώρο γύρω της. Κι εκείνη με το βλέμμα πάντα προσηλωμένο στο κίτρινο μάτι.

Μέσα σε μια στιγμή ο κόσμος μπροστά στα μάτια της έλαμψε δυνατότερα από ποτέ. Οι μικροσκοπικοί ήχοι που έβγαιναν από τους νευρώνες του εγκεφάλου της, καθώς εκείνος μετατρέπονταν σε αγνή ενέργεια, ακουγόταν καθαρά και δυνατά γύρω της. Κανένας πίνακας δε θα μπορούσε να αποτυπώσει τη μεταμόρφωση που λάμβανε χώρα σε εκείνο το δωμάτιο. Κανένας νους δε θα κατόρθωνε να συλλάβει και να κατανοήσει τη διαδικασία της Έκλαμψης. Και, όταν η Τεύτκρα έγινε ενέργεια, η γνώση της Σάρωσης πέρασε μέσα της όπως η ροή της ζωής περνάει μέσα από την αναπόφευκτη σύλληψη ενός εμβρύου.

«Ένωση. Πνευματική και σωματική, ολική ένωση. Το τίμημα της Σάρωσης.» συμπέρανε η Τεύτκρα.

Αυτή ήταν η αναπόφευκτη φρίκη της Σάρωσης. Το τίμημα. Η ενέργεια που χρειαζόταν για να προστατευτεί ο πλανήτης, απαιτούσε σώμα και πνεύμα. Το πνεύμα του Προστάτη και το σώμα της Σάμνας. Κάθε φορά που ένα μέρος από την ύπαρξη του Νόβωνου χανόταν, ένας κάτοικος της Σάμνας πέθαινε. Η θυσία καθήκοντος για το σώμα και το πνεύμα. Η απρόβλεπτη συνέπεια της προστασίας, η φρικιαστική ένωση των δύο στοιχείων. Η μύες που κάλυπταν το Νόβωνο δεν είχαν αφαιρεθεί ούτε τοποθετηθεί επάνω του. Με κάθε ένα θάνατο από το σώμα της Σάμνας η γενετική πληροφορία του κατέληγε στην Πηγή. Το σώμα του Νόβωνου ήταν φτιαγμένο από τους νεκρούς της Σάρωσης. Ο αποτρόπαιος σχηματισμός τους, η απρόβλεπτη κατάληξή τους στην Πηγή ήταν το τίμημα της προστασίας. Και ο Προστάτης της Σάμνας το άντεχε για δώδεκα εκατομμύρια χρόνια.

«Τώρα εσύ είσαι σαν εμένα. Μη με ψάξεις στις αναμνήσεις του Σύμπαντος. Οι θεοί δε πηγαίνουν πουθενά όταν πεθάνουν.» Ο ύστατος λόγος του Νόβωνου, μια στιγμή πριν η πορεία του σβηστεί για πάντα από τον κόσμο.

Μέσα στο ξεχασμένο δωμάτιο 404, στον εγκαταλελειμμένο διάδρομο ενός συνηθισμένου ξενοδοχείου, η καταπράσινη λάμψη της Τεύτκρας γέμισε το χώρο.

Το αηδιαστικό σώμα είχε εξαφανιστεί. Το κίτρινο μάτι του Νόβωνου είχε χαθεί. Μόνο η Τεύτκρα είχε απομείνει, καταδικασμένη και δοξασμένη να προστατεύει τον κόσμο μέσα στον οποίο είχε μεγαλώσει τόσο γρήγορα. Και, τώρα, εντελώς ξαφνικά, η πορεία της είχε μόλις ξεκινήσει. Οι πόνοι δεν τη βασανίζανε πια. Τα προβλήματα της μέσης ηλικίας ήταν το ίδιο μεγάλα με τη σημασία που έδινε ο κόσμος στο παρατημένο δωμάτιο όλα αυτά τα χρόνια.

Αόρατη από τον κόσμο, έχοντας αφήσει τις αναμνήσεις της να χαθούν μέσα στη Λήθη του θανάτου της, ανέλαβε την προστασία της Σάμνας προσφέροντας τον εαυτό της ως διαρκή πνευματική θυσία για όσα εκατομμύρια χρόνια κι αν χρειαζόταν.

Μέσα Από Τη Λάμψη

Παρ’ όλο που δεν είχε ιδέα αν στο τέλος θα πέθαινε ή αν θα γλύτωνε, του άρεσαν όσα συνέβαιναν. Ήξερε πως το όπλο λέιζερ με την κάνη στραμμένη στην καρδιά του ήταν φορτισμένο κι έτοιμο να τον στείλει στα κομμάτια. Αλλά, η γυναίκα που το κρατούσε είχε πολύ περισσότερο ενδιαφέρον.

Η περιβόητη ‘Λάμψη’. Κανείς δε γνώριζε το πραγματικό της όνομα. Η ίδια είχε ονομάσει έτσι τον εαυτό της και τα Μέσα το αναπαρήγαγαν. Μια γυναίκα που ακόμα και η αστυνομία δεν ήθελε να κυνηγήσει. Για χρόνια προσπαθούσαν να την πιάσουν. Και, στις ελάχιστες περιπτώσεις που κατορθώσανε να την πλησιάσουν έστω και για λίγο, αποδεικνύονταν ανίσχυροι να αντισταθούν στη γοητεία της.

Με τον ίδιο τρόπο τα κατάφερε κι αυτή τη φορά και πήρε για όμηρο ένα νεαρό που έτυχε να συναντήσει στο δρόμο της καθώς έψαχνε τρόπο να ξεφύγει από την παγίδα που ήξερε ότι της είχανε στημένη.

Τον είδε που κοίταζε τη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου. Πλησίασε και του έπιασε συζήτηση. Όχι πολλή ώρα. Ένα λεπτό, το πολύ δύο. Δε χρειαζόταν πολλή ώρα για να του αποσπάσει την προσοχή. Στο μεταξύ, οι αστυνομικοί με πολιτικά γύρω της πλησίαζαν όσο πιο διακριτικά μπορούσαν και περιμένανε να απομακρυνθεί από το νεαρό για να μην υπάρξουν παράπλευρες απώλειες.

Αλλά εκείνη το ήξερε φυσικά. Και στεκόταν όσο πιο κοντά του μπορούσε. Και, στην κατάλληλη στιγμή, καθώς εκείνος ετοιμαζόταν να φύγει, του είπε την αφοπλιστική ατάκα που είχε προσχεδιάσει.

«Έχεις ωραία μάτια.»

Αυτό ήταν. Τα απρόσμενα λόγια της, το λάγνο ύφος της και τα κατάξανθα μαλλιά της. Πώς θα μπορούσε να αμυνθεί απέναντι σε τέτοιου είδους εισβολή; Κι αν αυτά δε πετύχαιναν -πράγμα απίθανο- υπήρχε το αποκορύφωμα της γοητείας της: τα μάτια της. Γαλανά, ολογάλανα και φανταχτερά. Σα να μαζεύτηκε μέσα τους όλο το φως του γαλαξία και να στριφογύριζε γύρω από τις κόρες τους. Ίσως γι’ αυτό να της ταιριάζει τόσο το όνομα ‘Λάμψη’. Αυτό το πρόσωπο τον έκανε να χάσει τη γη κάτω από τα πόδια του.

Το σώμα της, μικροκαμωμένο, με θηλυκές καμπύλες και μια σκούρη μωβ δερμάτινη, γυαλιστερή στολή που το κάλυπτε ολόκληρο μέχρι το λαιμό, στον οποίο έκλεινε ερμητικά. Αυτό το σώμα έδιωξε το αίμα από το κεφάλι του.

Ήταν τόσο ευάλωτος, σκλάβος στο έλεός της γοητείας της, που δε κατάλαβε αμέσως τι συνέβαινε. Όταν συνήλθε, εκείνη τον είχε αρπάξει με το αριστερό της χέρι από το λαιμό, είχε κρυφτεί από πίσω του και με το άλλο χέρι κρατούσε το όπλο που σημάδευε την καρδιά του.

Κι όμως, δεν ένιωσε φόβο. Δε μπορούσε να βρει ένα λόγο για να δραπετεύσει από την αγκαλιά εκείνης της υπέροχης γυναίκας. Σήκωσε το βλέμμα και κοίταξε τον κατακόκκινο δορυφόρο, τον Ίρα, να λάμπει σαν ερωτικό πάθος στο νυχτερινό ουρανό.

Μπροστά του, οκτώ αστυνομικοί με πολιτικά είχαν βγάλει τα όπλα τους και ψάχνανε ευκαιρία για να της ρίξουν. Εκείνη αγρίεψε και έσφιξε πιο δυνατά το λαιμό του νεαρού.

«Πίσω! Ακουμπήστε τα όπλα στο έδαφος και κάντε όλοι δέκα βήματα πίσω, αλλιώς θα πληγώσω την καρδούλα του μικρού από ‘δω» φώναξε θυμωμένη, με το γνωστό κυνισμό που τη χαρακτήριζε. Εκείνος παρακαλούσε από μέσα του να την ακούσουν. Να μη την πυροβολήσουν και σκοτωθεί.

Κι έτσι έγινε. Μετά από ένα λεπτό, οι δυο τους περιπλανιόταν στο λαβύρινθο από στενά μέσα στην παλιά αγορά, αναζητώντας κρυψώνα. Άνοιξε την πόρτα μιας παρατημένης αποθήκης και τον πέταξε μέσα. Σάρωσε τον περιβάλλοντα χώρο με το βλέμμα κι όταν βεβαιώθηκε πως δε τους ακολουθούσαν, μπήκε κι εκείνη μέσα. Τον κοίταξε βλοσυρά.

«Και, τώρα, βγάλε το σκασμό.»

Εκείνος μόνο την κοίταζε, με μεγάλα, αθώα μάτια. Δεν ήθελε να τη θυμώσει. Σύρθηκε προς το μέρος της, καθιστός όπως ήταν, για να έρθει πιο κοντά της. Αλλά οι κινήσεις του κάνανε θόρυβο και η γυναίκα τον χτύπησε, εξοργισμένη, στο πρόσωπο.

«Το σκασμό, είπα!» γρύλισε μέσα απ’ τα δόντια της.

Εκείνος μαζεύτηκε, χαμήλωσε το βλέμμα και δε ξανακουνήθηκε.

Πόσες ώρες περιμένανε μέσα σε εκείνη την αποθήκη; Τρεις; Τέσσερις; Δεν έβγαλε ούτε άχνα, ακριβώς όπως τον είχε διατάξει. Μίλησε μονάχα όταν η ίδια του το επέτρεψε.

«Τι έψαχνες να αγοράσεις όταν σε συνάντησα έξω από το βιβλιοπωλείο;» τον ρώτησε.

Εκείνος απάντησε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα.

«Βιβλία που βοηθούν στην καταπολέμηση των φόβων.»

Η γυναίκα ενοχλήθηκε ακούγοντας αυτό, αναλογιζόμενη τα όσα είχε περάσει ο νεαρός εξ’ αιτίας της. Εκείνος, όμως, σήκωσε το βλέμμα και με ένα γλυκό χαμόγελο την καθησύχασε.

«Δε μου χρειάζονται πια!»

Χωρίς να αντιλαμβάνεται τη σημασία των λέξεών του, η γυναίκα σηκώθηκε όρθια. Για ένα ολόκληρο λεπτό είχε το αυτί της κολλημένο επάνω στην πόρτα και τα μάτια της κλειστά.

«Σήκω» είπε τελικά.

Άνοιξε την πόρτα και σάρωσε ξανά την περιοχή με το βλέμμα.

«Μας χάσανε. Έλα, πάμε.»

Βγήκαν από το λαβύρινθο της παλιάς αγοράς και φτάσανε σε ένα πλατύ, ήσυχο δρόμο. Προχωρήσανε ως το κέντρο του και σταματήσανε. Η γυναίκα έριξε μια τελευταία προσεκτική ματιά γύρω της, προσπαθώντας να διακρίνει κινήσεις πίσω από το πέπλο της νύχτας. Κανείς. Είχε επιτέλους ξεφύγει.

Κατέβασε το όπλο από την καρδιά του νεαρού και τον έσπρωξε μακριά της, τοποθετώντας το όπλο σε μία εσωτερική θήκη της στολής της.

«Εντάξει, αυτό ήταν» είπε ικανοποιημένη.

Γύρισε και τον κοίταξε, έχοντας στο πρόσωπό της το σαρδόνιο χαμόγελο για το οποίο ήταν φημισμένη.

«Πες τους ότι η Λάμψη στο σκοτάδι κρατάει για πάντα!» είπε τη φράση που έλεγε σε όλους τους ομήρους της.

Εκείνος απλά την κοίταζε. Δε προσπαθούσε να φύγει. Η γυναίκα τού γύρισε την πλάτη κι άρχισε να απομακρύνεται.

«Περίμενε» άκουσε να της λέει με ήρεμη φωνή. Σταμάτησε. Προσπάθησε να διαπιστώσει αν είχε ακούσει σωστά. Κανείς δε την είχε σταματήσει ποτέ. Όλοι τρέχανε τρομαγμένοι μακριά από τη στιγμή που τους άφηνε ελεύθερους.

Γύρισε και τον κοίταξε έκπληκτη.

«Τι θέλεις;»

Τα μεγάλα μάτια του ήταν κολλημένα στα δικά της.

«Πάρε με μαζί σου» της είπε.

Η γυναίκα γέλασε, αυθόρμητα και ειρωνικά.

«Γιατί να σε πάρω μαζί μου;» του είπε, συνεχίζοντας να γελάει, αποφασισμένη να κάνει λίγη πλάκα πριν εξαφανιστεί.

«Μου αρέσει όταν είμαι μαζί σου» είπε ο νεαρός.

Αυτό δεν ήταν και τόσο αστείο. Το γέλιο της μειώθηκε. Τώρα τον παρατηρούσε με απορία. Τα λόγια του ήταν απλές λέξεις. Δε θα έπρεπε να την επηρεάζουν τόσο πολύ. Κι όμως! Είχαν καταφέρει να ταρακουνήσουν, για μια στιγμή, τη βαριά, επιβλητική εικόνα λατρείας που η ίδια είχε για τον εαυτό της. Η ειλικρίνεια και η αθωότητα στη φωνή του ήταν ανίκητα στοιχεία.

Πήρε με βία το βλέμμα της από πάνω του, έτοιμη να γυρίσει ξανά την πλάτη και να τρέξει μακριά.

«Παράτα με, μικρέ. Άντε να βρεις καμία στην ηλι-»

«Σε παρακαλώ.»

Σταμάτησε απότομα να μιλάει. Και να γελάει. Πώς ήταν δυνατόν, τόσο απλές λέξεις να έχουν τόση δύναμη;

Η αύρα που περιέβαλλε τα λόγια του ήταν ισχυρότερη από το περιεχόμενό τους. Όχι, δεν ήταν αύρα. Ήταν συναίσθημα. Η καρδιά της άρχισε να χτυπάει ξανά, μετά από πολύ καιρό. Ο ‘μικρός’ την ήθελε στ’ αλήθεια.

Έμεινε να τον κοιτάζει άφωνη, ανήμπορη πλέον για κυνισμό και ειρωνεία. Ένιωθε σχεδόν ανυπεράσπιστη.

Εκείνος έκανε λίγα βήματα προς το μέρος της κι έπεσε στην αγκαλιά της.

«Όταν είμαι κοντά σου δε φοβάμαι» ακούστηκε η νεαρή φωνή του ανάμεσα από τα στήθη της.

Η γυναίκα έκλεισε τα μάτια. Αγωνιζόταν με όλη της τη δύναμη να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Η Λάμψη δεν έπρεπε ποτέ να φανεί αδύναμη. Τον έσφιξε με δύναμη στην αγκαλιά της. Κι εκείνος το ίδιο.

Μείνανε για λίγο έτσι, ακίνητοι και αγκαλιασμένοι. Ο άνεμος περνούσε με δύναμη και βοή πάνω από τα σώματά τους. Έπαιρνε μαζί του τα κατάξανθα μαλλιά της, λαμπερά μέσα στο σκοτάδι του δρόμου.

Άνοιξε τα μάτια της. Είχε καταφέρει να μη κλάψει. Αλλά, για την καρδιά της ήταν πια αργά. Χτυπούσε ανεξέλεγκτα, σαν είκοσι χρόνια πριν. Έφερε τα χέρια της στο κεφάλι του και χάιδεψε τα μαλλιά του.

«Έλα» του είπε ψιθυριστά.

Τον άρπαξε από το χέρι και τρέξανε, χαθήκανε μαζί μέσα στη νύχτα.